Χαρακτηρίζοντας την «συνηθισμένη» ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να περιγράψει την αιφνιδιαστική αποστολή του διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ στη Μόσχα. Μόνο που η ίδια η φύση του ταξιδιού κάνει τη λέξη «ρουτίνα» να μοιάζει σχεδόν παράταιρη.
Ο επικεφαλής της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών έφτασε στη ρωσική πρωτεύουσα στις 25 Αυγούστου, χωρίς προηγούμενη δημόσια ανακοίνωση, και συναντήθηκε με τον Σεργκέι Ναρίσκιν, επικεφαλής της SVR, της ρωσικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών. Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε την επίσκεψη και διευκρίνισε ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενημερώθηκε για τις συνομιλίες, χωρίς όμως να συναντήσει προσωπικά τον Ράτκλιφ.
Ο ίδιος ο Ναρίσκιν χαρακτήρισε τη συνάντηση «working-level» και επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σημασία της. Η αμερικανική πλευρά, από την άλλη, δεν έδωσε δημόσια εξήγηση για το περιεχόμενο των συνομιλιών.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό ενδιαφέρον.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal και του CBS, ο Ράτκλιφ μετέφερε στη Μόσχα προειδοποίηση να μην επιχειρήσει επίθεση εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ. Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκονται ιδιαίτερα η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία.
Εάν αυτή η πληροφορία είναι ακριβής, τότε το ταξίδι δεν ήταν απλώς ένας ακόμη δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ δύο υπηρεσιών πληροφοριών. Ήταν μήνυμα αποτροπής.
Γιατί να σταλεί ο αρχηγός της CIA;
Η Ουάσιγκτον διαθέτει διπλωμάτες, υπουργούς, πρεσβευτές και απευθείας επικοινωνία μεταξύ των ηγετών. Όταν όμως επιλέγει να στείλει τον επικεφαλής της CIA, το μήνυμα αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα.
Η υπηρεσία πληροφοριών δεν χρειάζεται να εξηγήσει δημοσίως τι γνωρίζει. Αρκεί να αφήσει να εννοηθεί ότι γνωρίζει.
Ένας αρχηγός υπηρεσίας πληροφοριών μπορεί να μεταφέρει σε μια τέτοια συνάντηση κάτι που ένας διπλωμάτης δύσκολα θα μπορούσε να μεταφέρει με τον ίδιο τρόπο: ότι η άλλη πλευρά παρακολουθεί τις στρατιωτικές προετοιμασίες, τις μετακινήσεις δυνάμεων, τις επιχειρησιακές επιλογές και τις συζητήσεις που προηγούνται μιας απόφασης. Δεν χρειάζεται να αποκαλυφθεί η πηγή.
Μερικές φορές αρκεί να γίνει σαφές ότι η πηγή υπάρχει.Και αυτό είναι που κάνει την επίσκεψη Ράτκλιφ ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Η Βαλτική ως πιθανό σημείο δοκιμής
Οι αμερικανικές ανησυχίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί, δεν αφορούν μια νέα ρωσική εισβολή μεγάλου μεγέθους στην Ευρώπη αλλά για μια μικρότερη.
Μια ενέργεια αρκετά περιορισμένη ώστε να μην μοιάζει με ένα νέο 2022, αλλά αρκετά σοβαρή ώστε να δοκιμάσει την πολιτική βούληση του ΝΑΤΟ.
Η Ρωσία θα μπορούσε θεωρητικά να επιλέξει μια περιορισμένη στρατιωτική ενέργεια, μια κυβερνοεπίθεση, μια επιχείρηση δολιοφθοράς ή μια άλλη μορφή υβριδικής επίθεσης. Το κρίσιμο στοιχείο θα ήταν η αμφισημία: να δημιουργηθεί χρόνος για πολιτική σύγχυση και διαφωνία σχετικά με το ποιος ευθύνεται και ποια πρέπει να είναι η απάντηση.
Αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι τρεις χώρες της Βαλτικής. Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία είναι μέλη του ΝΑΤΟ, συνορεύουν άμεσα ή έμμεσα με τη Ρωσία και βρίσκονται σε μια από τις πιο ευαίσθητες γεωγραφικά περιοχές της Ευρώπης.
Δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, δημόσια ένδειξη ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να επιτεθεί σε κάποια από αυτές.
Υπάρχει όμως κάτι διαφορετικό: αυξανόμενη ανησυχία στη Δύση ότι η Μόσχα μπορεί κάποια στιγμή να επιχειρήσει να μετρήσει στην πράξη πόσο ισχυρή παραμένει η δέσμευση του ΝΑΤΟ στην αμοιβαία άμυνα. Αμερικανικές εκτιμήσεις που επικαλούνται τα πρόσφατα δημοσιεύματα κάνουν λόγο ακόμη και για πιθανές ενέργειες κάτω από το κατώφλι ενός συμβατικού πολέμου.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό
Το Άρθρο 5 είναι ίσως το πιο ισχυρό σύμβολο της Συμμαχίας.Η βασική ιδέα είναι απλή: επίθεση εναντίον ενός συμμάχου αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Στην πράξη, όμως, η διαδικασία δεν είναι ένας αυτόματος μηχανισμός που ενεργοποιεί μόνος του στρατιωτικές επιχειρήσεις. Απαιτεί πολιτική απόφαση.
Και εδώ βρίσκεται το πιθανό ρωσικό στοίχημα.
-Τι θα συνέβαινε εάν μια επίθεση ήταν αρκετά μικρή ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί «περιστατικό»;
-Τι θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχαν αμέσως αδιαμφισβήτητες αποδείξεις για τη ρωσική ευθύνη;
-Τι θα συνέβαινε εάν μια κυβερνοεπίθεση προκαλούσε σοβαρές ζημιές, χωρίς να υπάρχει ούτε ένας Ρώσος στρατιώτης σε έδαφος του ΝΑΤΟ;
Και, κυρίως, τι θα συνέβαινε εάν μέσα στις 32 χώρες της Συμμαχίας άρχιζε μια πολιτική συζήτηση για το αν πρέπει να υπάρξει στρατιωτική απάντηση; Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη «γκρίζα ζώνη» τόσο επικίνδυνη.
Η σκιά του 2021
Υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο η επίσκεψη Ράτκλιφ αναπόφευκτα συγκρίνεται με εκείνη του Γουίλιαμ Μπερνς στη Μόσχα τον Νοέμβριο του 2021.
Τότε, ο διευθυντής της CIA ταξίδεψε στη Ρωσία καθώς οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν αρχίσει να συγκεντρώνουν στοιχεία για μια πιθανή μεγάλη ρωσική επιχείρηση εναντίον της Ουκρανίας.
Ο Μπερνς συναντήθηκε με κορυφαίους Ρώσους αξιωματούχους ασφαλείας και μετέφερε την προειδοποίηση της Ουάσιγκτον για τις συνέπειες μιας εισβολής.
Λίγους μήνες αργότερα, η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Η σύγκριση, φυσικά, έχει όρια.
Το 2026 δεν υπάρχουν δημόσιες ενδείξεις ότι η Ρωσία ετοιμάζει μια χερσαία επίθεση συγκρίσιμη με εκείνη του Φεβρουαρίου του 2022. Το ίδιο το Institute for the Study of War εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη κοντινή ρωσική ενέργεια εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ θα ήταν πολύ πιθανότερο να είναι περιορισμένη και όχι μια ολοκληρωτική συμβατική εισβολή.
Η ομοιότητα βρίσκεται αλλού.
Και στις δύο περιπτώσεις η Ουάσιγκτον επέλεξε να χρησιμοποιήσει τον αρχηγό της CIA για να επικοινωνήσει απευθείας με τη ρωσική ηγεσία σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική πλευρά ανησυχούσε για τις επόμενες κινήσεις της Μόσχας.
Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι επίκειται πόλεμος.
Αποδεικνύει όμως ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί αρκετά σοβαρή την κατάσταση ώστε να χρειάζεται ένας ιδιαίτερος δίαυλος επικοινωνίας.
Και υπάρχει και το Ιράν
Η Ρωσία δεν είναι σημαντικός παράγοντας μόνο στην ευρωπαϊκή κρίση.
Παραμένει στενός εταίρος του Ιράν, ενώ οι σχέσεις Μόσχας και Τεχεράνης έχουν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές προτεραιότητες.
Σύμφωνα με το CBS, ο Ράτκλιφ έθεσε και το ζήτημα του Ιράν στις συνομιλίες του, συμπεριλαμβανομένων πιθανών αμερικανικών κυρώσεων εάν το Στενό του Ορμούζ παραμείνει κλειστό στη ναυσιπλοΐα.
C
CBS News
Έτσι, το ταξίδι μπορεί να είχε περισσότερες από μία αποστολές.
Ουκρανία.
ΝΑΤΟ.
Ιράν.
Και, πάνω απ’ όλα, η ανάγκη να παραμείνει ανοιχτός ένας απευθείας δίαυλος ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες πληροφοριών.
Το μήνυμα που δεν ειπώθηκε δημοσίως
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης είναι ίσως αυτό που δεν γνωρίζουμε.
Η CIA δεν έχει αποκαλύψει τι συζητήθηκε.
Το Κρεμλίνο υποβαθμίζει τη συνάντηση.
Ο Ναρίσκιν μιλά για μια συνάντηση εργασίας.
Ο Τραμπ τη χαρακτηρίζει «semi-routine».
Και την ίδια στιγμή, αμερικανικές πηγές μιλούν για προειδοποίηση προς τη Ρωσία να μην επιτεθεί στο ΝΑΤΟ.
Οι δύο εικόνες δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα πλήρως ακριβείς.
Ή, ίσως, μπορούν.
Γιατί στις σχέσεις μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών η «ρουτίνα» μπορεί να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που σημαίνει στην καθημερινή γλώσσα.
Μια συνάντηση μπορεί να είναι θεσμικά συνηθισμένη και ταυτόχρονα να μεταφέρει ένα εξαιρετικά σοβαρό μήνυμα.
Το γεγονός ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτόν τον δίαυλο δεν είναι απαραίτητα ένδειξη αποκλιμάκωσης.
Μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο.
Μπορεί να σημαίνει ότι οι δύο πλευρές θεωρούν πως η κατάσταση είναι αρκετά επικίνδυνη ώστε να μην μπορούν να αφήσουν την επικοινωνία στην τύχη της.
Όχι, δεν σημαίνει ότι έρχεται πόλεμος
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι ο Πούτιν έχει αποφασίσει να επιτεθεί σε χώρα του ΝΑΤΟ.
Ούτε η επίσκεψη Ράτκλιφ αποτελεί από μόνη της τέτοια απόδειξη.
Υπάρχει όμως μια μεταβολή που αξίζει να παρακολουθείται.
Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να εξετάζει πλέον όχι μόνο το ενδεχόμενο μιας μεγάλης ρωσικής επίθεσης, αλλά και μικρότερων, ελεγχόμενων ενεργειών που θα μπορούσαν να δοκιμάσουν την πολιτική συνοχή της Συμμαχίας.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα από τη Μόσχα.
Ο Ράτκλιφ δεν πήγε εκεί για να ανακοινώσει έναν νέο πόλεμο.
Πήγε, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, για να προειδοποιήσει ότι ένας τέτοιος υπολογισμός μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικός.
Αν πράγματι αυτό ήταν το μήνυμα, τότε η επίσκεψη δεν ήταν «semi-routine».Ήταν μια προσπάθεια να διατηρηθεί η κόκκινη γραμμή ορατή — πριν κάποιος αποφασίσει να τη δοκιμάσει.