Ανατροπή σημειώθηκε στην υπόθεση που είχε προκαλέσει πολιτική αντιπαράθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφορούσε τις ζημιές στη διάσημη πισίνα του Μνημείου Λίνκολν στην Ουάσινγκτον. Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απέσυρε την ποινική δίωξη σε βάρος του πρώην Ολυμπιονίκη Ντέιβιντ Χερν, ο οποίος είχε κατηγορηθεί ότι προκάλεσε φθορές στη δεξαμενή.
Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς παραδέχθηκαν πλέον ότι οι ζημιές δεν προκλήθηκαν από βανδαλισμό, αλλά από προβλήματα που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακαίνισης του έργου. Σύμφωνα με δικαστικό έγγραφο της εισαγγελίας της Ουάσινγκτον, η ειδική επένδυση της πισίνας υπέστη φθορές εξαιτίας ελαττωματικής και βιαστικής εγκατάστασης.
Η εξέλιξη αυτή ανατρέπει τους αρχικούς ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους οι καταστροφές, η ανάπτυξη άλγης και το πράσινο χρώμα του νερού οφείλονταν σε σκόπιμες ενέργειες τρίτων. Οι αρχές υποστήριζαν αρχικά ότι υπήρξε βανδαλισμός, όμως νεότερες επιθεωρήσεις έδειξαν ότι υπήρχαν προβλήματα ακόμη και σε σημεία της δεξαμενής στα οποία δεν ήταν εύκολη η πρόσβαση.
Οι εισαγγελείς σημείωσαν ότι τα στοιχεία πλέον δεν επαρκούν για να στηριχθεί κατηγορία πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Όπως ανέφεραν, εάν οι πληροφορίες για τις κατασκευαστικές αστοχίες ήταν γνωστές από την αρχή, η υπόθεση κατά του Χερν δεν θα είχε ποτέ οδηγηθεί σε παραπομπή.
Ο πρώην αθλητής είχε συλληφθεί στις 19 Ιουνίου και είχε κατηγορηθεί για πρόκληση ζημιών άνω των 1.000 δολαρίων. Ωστόσο, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία, τα πρώτα σημάδια αποκόλλησης της επένδυσης είχαν εμφανιστεί ήδη από τις 11 Ιουνίου, πριν ακόμη από την επίσκεψή του στο μνημείο.
Η ανακαίνιση της πισίνας, κόστους περίπου 14 εκατ. δολαρίων, είχε ξεκινήσει με στόχο να ολοκληρωθεί πριν από τις εκδηλώσεις για την 4η Ιουλίου και την επέτειο των 250 χρόνων από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά τη διάρκεια των εργασιών είχε τοποθετηθεί νέα επένδυση και είχε επιλεγεί έντονο μπλε χρώμα για τον πυθμένα της δεξαμενής.
Οι συνήγοροι του Ντέιβιντ Χερν χαρακτήρισαν την απόφαση δικαίωση, υποστηρίζοντας ότι η υπόθεση δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε φτάσει στη Δικαιοσύνη και ζητώντας επίσημη συγγνώμη από την αμερικανική κυβέρνηση προς τον πελάτη τους.