Ο Κιρ Στάρμερ εξελέγη για να επαναφέρει τη σοβαρότητα στη βρετανική πολιτική. Σήμερα, μόλις λίγους μήνες μετά την άνοδό του στην εξουσία, βρίσκεται αντιμέτωπος με το ερώτημα που κατέστρεψε τους προκατόχους του: μπορεί να κυβερνήσει ή απλώς περιμένει τη σειρά του να πέσει;

Το πιο εντυπωσιακό στην κρίση που αντιμετωπίζει ο Κιρ Στάρμερ δεν είναι ότι υπάρχουν βουλευτές των Εργατικών που σκέφτονται την απομάκρυνσή του. Αυτό, στη βρετανική πολιτική των τελευταίων ετών, έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται εξωτικό. Το εντυπωσιακό είναι η ταχύτητα με την οποία η προσδοκία μετατράπηκε σε αμφισβήτηση.

Advertisement
Advertisement

Ο Στάρμερ δεν ήρθε στην εξουσία ως χαρισματικός λαϊκός ηγέτης. Δεν υποσχέθηκε επανάσταση. Δεν έχτισε την εικόνα του πάνω σε μεγάλα συναισθηματικά αφηγήματα. Η υπόσχεσή του ήταν σχεδόν αντιηρωική: επαγγελματισμός, σταθερότητα, θεσμικότητα, επιστροφή στην κανονικότητα μετά τα χρόνια του Μπόρις Τζόνσον, της Λιζ Τρας και του Ρίσι Σούνακ.

Με άλλα λόγια, ο Στάρμερ δεν ζήτησε από τους Βρετανούς να τον αγαπήσουν. Ζήτησε να τον εμπιστευθούν.

Και αυτό ακριβώς είναι σήμερα το πρόβλημά του.

Διότι όταν ένας πολιτικός χτίζει την εξουσία του πάνω στη διαχειριστική αξιοπιστία, δεν έχει μεγάλο περιθώριο για πολιτικό χάος. Δεν διαθέτει την πολυτέλεια του θεάματος, της σύγκρουσης, της προσωπικής γοητείας που συχνά συγχωρεί λάθη. Αντίθετα, κρίνεται αμείλικτα από το αν δείχνει ότι ελέγχει τα πράγματα. Και αυτή τη στιγμή, η εικόνα που εκπέμπει το Λονδίνο είναι ακριβώς η αντίθετη: ένας πρωθυπουργός που αντί να καθορίζει την ατζέντα, προσπαθεί να επιβιώσει από αυτήν.

Η συζήτηση για το αν θα εξαναγκαστεί να ανακοινώσει χρονοδιάγραμμα αποχώρησης, αν θα του δείξει την έξοδο το υπουργικό συμβούλιο ή αν θα εμφανιστεί ένας εσωκομματικός αντίπαλος αρκετά ισχυρός ώστε να τον αμφισβητήσει ανοιχτά, δείχνει κάτι βαθύτερο από μια απλή κρίση ηγεσίας. Δείχνει ότι οι Εργατικοί φοβούνται πως η φθορά ήρθε πριν ακόμη προλάβουν να εγκατασταθούν πραγματικά στην εξουσία.

Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία.

Advertisement

Το κόμμα που επέστρεψε στην κυβέρνηση ως αντίδοτο στην αστάθεια των Συντηρητικών, κινδυνεύει τώρα να αναπαράγει την ίδια παθολογία: εσωκομματικές ίντριγκες, δημόσιες διαρροές, βουλευτές που μετρούν υπογραφές, υπουργούς που ζυγίζουν τη σιωπή τους, δελφίνους που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή. Η Βρετανία, που είδε μέσα σε λίγα χρόνια πρωθυπουργούς να ανεβαίνουν και να πέφτουν με ρυθμό πολιτικού θρίλερ, μοιάζει πάλι παγιδευμένη στο ίδιο έργο.

Μόνο που αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τον ένοικο της Ντάουνινγκ Στριτ. Αφορά την ίδια τη λειτουργία του βρετανικού πολιτικού συστήματος.

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία της Βρετανίας έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αλλάζει ηγέτη χωρίς γενικές εκλογές. Αυτό είναι θεσμικά νόμιμο και ιστορικά όχι ασυνήθιστο. Όμως άλλο η θεσμική δυνατότητα και άλλο η πολιτική κανονικότητα. Όταν η αλλαγή πρωθυπουργού γίνεται σχεδόν συνήθεια, τότε η ευελιξία του συστήματος μετατρέπεται σε σύμπτωμα αστάθειας.

Advertisement

Για τον Στάρμερ, η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι απαραίτητα ένας αντίπαλος. Είναι η εντύπωση ότι όλοι συζητούν τη μετά-Στάρμερ εποχή ενώ ο ίδιος βρίσκεται ακόμη στην αρχή της θητείας του. Στην πολιτική, η εξουσία δεν χάνεται μόνο όταν χαθούν οι ψήφοι. Χάνεται και όταν οι σύμμαχοι αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να έχει ήδη τελειώσει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η πτώση του είναι αναπόφευκτη. Η έλλειψη καθαρού διαδόχου λειτουργεί υπέρ του. Οι εσωκομματικές διαδικασίες δεν είναι απλές. Οι πιθανοί αντικαταστάτες του έχουν ο καθένας τα δικά του όρια. Και πολλοί Εργατικοί γνωρίζουν ότι μια βίαιη αλλαγή ηγεσίας μπορεί να μην λύσει το πρόβλημα, αλλά να το κάνει πιο ορατό.

Ωστόσο, η πολιτική σπάνια λειτουργεί με ψυχρή λογική όταν αρχίζει ο πανικός.

Advertisement

Αν οι δημοσκοπήσεις, οι εκλογικές ήττες και η εσωτερική γκρίνια δημιουργήσουν την αίσθηση ότι ο Στάρμερ δεν μπορεί να ανακάμψει, τότε οι ίδιοι άνθρωποι που σήμερα τον στηρίζουν δημοσίως μπορεί αύριο να ανακαλύψουν ότι «η χώρα χρειάζεται νέα αρχή». Αυτή είναι η κλασική γλώσσα των πολιτικών ανατροπών: κανείς δεν προδίδει, όλοι απλώς «αναλαμβάνουν ευθύνη».

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο πιθανό είναι να φύγει ο Στάρμερ. Είναι αν οι Εργατικοί έχουν καταλάβει τι θα σήμαινε αυτό για τη χώρα.

Διότι μια ακόμη αλλαγή πρωθυπουργού στη Βρετανία δεν θα διαβαστεί ως απλή κομματική διόρθωση. Θα επιβεβαιώσει την εικόνα μιας πολιτικής τάξης που αδυνατεί να παραγάγει διάρκεια. Και σε μια εποχή διεθνών κρίσεων, οικονομικής πίεσης και κοινωνικής κόπωσης, η διάρκεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση διακυβέρνησης.

Advertisement

Ο Στάρμερ, βεβαίως, δεν δικαιούται να ζητά ανοχή μόνο επειδή η χώρα κουράστηκε από την αστάθεια. Πρέπει να αποδείξει ότι έχει σχέδιο, ένστικτο και πολιτικό νεύρο. Πρέπει να δείξει ότι δεν είναι απλώς ένας τεχνοκράτης της ηρεμίας, αλλά ένας πρωθυπουργός ικανός να δώσει κατεύθυνση σε μια κοινωνία που έχει χάσει την υπομονή της.

Advertisement

Αν δεν το κάνει, οι Εργατικοί μπορεί πράγματι να αναζητήσουν άλλον αρχηγό.

Αλλά τότε θα πρέπει να απαντήσουν σε ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα: πόσες φορές μπορεί μια χώρα να αλλάζει πρωθυπουργό πριν οι πολίτες πάψουν να πιστεύουν ότι αλλάζει πραγματικά κάτι;

Advertisement