H «ειδική σχέση» μεταξύ ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασιλείου είναι εδώ και καιρό τεταμμένη και δεν διαφαίνεται κανένα περιθώριο να εξομαλυνθεί. Η άρνηση του Κιρ Στάρμερ να συνδράμει τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν, απαγορεύοντας στα αμερικανικά βομβαρδιστικά να χρησιμοποιήσουν βρετανικές στρατιωτικές βάσεις (συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου και του Ντιέγκο Γκαρσία) για επιθετικά πλήγματα της Τεχεράνης και το δημόσιο «κατηγορώ» του Τραμπ ότι ο Βρετανός ομόλογός του απέτυχε σε θέματα μετανάστευσης και ενέργειας, αποκαλύπτουν το ρήγμα μίας σχέσης που ενώ είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες προοπτικές, τελικά δεν ευόδωσε.
Το επεισοδιακό «διαζύγιο» Λονδίνου – Ουάσιγκτον
Η προσωπική πρόσκληση του βασιλιά Καρόλου για επίσημη κρατική επίσκεψη, η εμπορική συμφωνία Λονδίνου – Ουάσιγκτον και οι συχνές επαφές των δύο ανδρών έδιναν την εικόνα μιας ασυνήθιστα στενής σχέσης. Αλλά αυτό αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μία ψευδαίσθηση.
Η αρχή έγινε με μια προσπάθεια προσέγγισης στα τέλη του 2024, όταν οι δύο ηγέτες είχαν ένα θετικό δείπνο στο Trump Tower, το οποίο οδήγησε σε εμπορικές συμφωνίες και σε μια επίσημη πρόσκληση για κρατική επίσκεψη του Τραμπ στη Βρετανία. Μάλιστα, υπό την πίεση της εγχώριας δεξιάς αντιπολίτευσης, ο Στάρμερ υιοθέτησε προσωρινά σκληρότερη ρητορική στο μεταναστευτικό και χρησιμοποίησε συνθήματα που θύμιζαν την ατζέντα του Τραμπ για την ανάπτυξη και την ενέργεια.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε ένα από τα πιο ευαίσθητα εθνικά ζητήματα της Βρετανίας ως μοχλό πίεσης. Ο Λευκός Οίκος άφησε ανοιχτά να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αποσύρουν την ιστορική διπλωματική και στρατιωτική τους στήριξη προς το Ηνωμένο Βασίλειο αναφορικά με την κυριαρχία των Νησιών Φώκλαντ, γεγονός που προκάλεσε έντονο συναγερμό στο Λονδίνο, καθώς μια τέτοια κίνηση θα άνοιγε ξανά την πόρτα στις διεκδικήσεις της Αργεντινής.
Στο οικονομικό μέτωπο, η κυβέρνηση του Στάρμερ βρέθηκε αντιμέτωπη με την άμεση απειλή καταστροφικών εμπορικών δασμών. Ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι θα επέβαλλε βαριές κυρώσεις στα βρετανικά προϊόντα, αν το Λονδίνο δεν απέσυρε άμεσα τον Φόρο Ψηφιακών Υπηρεσιών (Digital Services Tax), έναν φόρο που στόχευε τα τεράστια κέρδη των αμερικανικών κολοσσών της τεχνολογίας (όπως η Google, η Amazon και η Meta) εντός της βρετανικής αγοράς.
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά την άνοιξη του 2026, όταν ο Στάρμερ αρνήθηκε να επιτρέψει στις ΗΠΑ τη χρήση βρετανικών στρατιωτικών βάσεων για επιθέσεις εναντίον του Ιράν, δηλώνοντας ότι η Βρετανία δεν υποστηρίζει την αλλαγή καθεστώτων μέσω αεροπορικών πληγμάτων. Ο ίδιος πιέζεται από την εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας, αλλά και τον ολοένα αυξανόμενο μουσουλμανικό πληθυσμό του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η άρνηση αυτή εξόργισε τον Τραμπ, ο οποίος δήλωσε δημόσια ότι ο Στάρμερ «δεν είναι Ουίνστον Τσόρτσιλ» και ότι η «ειδική σχέση» μεταξύ των δύο κρατών τελείωσε, υποτιμώντας παράλληλα τη στρατιωτική ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η κρίση κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 2026, με τον Τραμπ να παρεμβαίνει ανοιχτά στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της Βρετανίας, κάνοντας αναφορά για την παραίτηση του Στάρμερ λόγω αποτυχίας στην ενεργειακή και μεταναστευτική πολιτική.
«Του εύχομαι καλή τύχη», κατέληγε το μήνυμα του Αμερικανού προέδρου στο Truth Social.
Συνεπώς, η βρετανική κυβέρνηση έχει αρχίσει να απομακρύνεται από την εξάρτηση των ΗΠΑ, στρέφοντας την εξωτερική της πολιτική προς τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής συμμαχίας ασφαλείας. Είναι μία τεράστια πρόκληση που αποδεικνύει ότι ακόμη και οι πιο προσωπικές σχέσεις με τον Αμερικανό πρόεδρο παραμένουν εύθραυστες όταν τα στρατηγικά συμφέροντα των δύο πλευρών παύουν να ταυτίζονται.