Μια τραγική ιστορία εκτυλίσσεται στις δικαστικές αίθουσες στην Ιρλανδία με δράστη έναν 31χρονο, με σχιζοφρένεια που έπνιξε τον πατέρα του τον Νοέμβριο του 2024, σε πολυτελές ξενοδοχείο γιατί πίστευε ότι δεν ήταν ο πατέρας του αλλά ένας απατεώνας.
Σύμφωνα με την Daily Mail, o 31χρονος Χένρι ΜακΓκόουαν έπνιξε τον 66χρονο πατέρα του Τζον ΜακΓκόουαν βάζοντας ολόκληρη τη γροθιά του στον λαιμό του προκαλώντας του εναν απάνθρωπο πνιγμό.
Ο κατηγορούμενος, πρώην εργαζόμενος σε τεχνολογική εταιρεία στη Νέα Υόρκη, φέρεται να βρισκόταν σε σύγχυση πιστεύοντας ότι το πρόσωπο που σκότωνε δεν ήταν ο πατέρας του αλλά «ένας απατεώνας». Μάλιστα, στη δίκη του που ξεκίνησε χθες, δήλωσε αθώος λόγω ακαταλόγιστου.
Ο ΜακΓκόουαν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας από το 2022, όταν εξαφανίστηκε από τη Νέα Υόρκη, ενώ στη συνέχεια εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική στο Παρίσι.
Το 2023 ακολούθησε θεραπευτικό πλάνο για τη διάγνωση διπολικής διαταραχής, ωστόσο υποτροπίασε και, σύμφωνα με φίλο του, περιφερόταν στο Λονδίνο φορώντας «ένα έντονα ροζ γούνινο μπουφάν» και με «άγριο βλέμμα στα μάτια».
Όταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε ότι θα επισκεπτόταν την Ιρλανδία, προσπάθησε να τον συναντήσει στο αεροδρόμιο του Δουβλίνου. Όμως ο εισαγγελέας της υπόθεσης ανέφερε ότι, παρά την ανησυχία για την κατάστασή του και την ειδοποίηση από τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου, η ιρλανδική αστυνομία δεν κατάφερε να τον εντοπίσει στο αεροδρόμιο.
Κάμερες κλειστού κυκλώματος έδειξαν ότι ο δράστης σε κατάσταση σύγχυσης κινήθηκε για αρκετή ώρα εντός του αεροδρομίου και των χώρων στάθμευσης πριν επιστρέψει στον τερματικό σταθμό όπου πέταξε όλα τα προσωπικά του αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων του διαβατηρίου και του κινητού του τηλεφώνου.
Ερωτήματα για τους γιατρούς της ψυχιατρικής κλινικής
Ο άτυχος πατέρας, επιτυχημένος επιχειρηματίας που εργαζόταν στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, έφτασε στο αεροδρόμιο του Δουβλίνου από τη Νέα Υόρκη στις 12 Νοεμβρίου για να βοηθήσει τον γιο του και τον αναζήτησε στο νοσοκομείο Mater, όπου εκείνος λάμβανε συνταγή φαρμάκων.
Στη συνέχεια πατέρας και γιος πήγαν στο πολυτελές θέρετρο Ballyfin Demesne στην κομητεία Λις, πατά τις ανησυχίες του πατέρα ότι ο 31χρονος δεν ήταν καλά.
Κάτι που επιβεβαιώθηκε όταν ο νεαρός άρχησε να περπατά γυμνός στους χώροςυ του ξενοδοχείου και να αρνείται ότι ήρθε με τον πατέρα του. Λίγο αργότερα, το θύμα βρέθηκε στον χώρο της πισίνας μέσα σε λίμνη αίματος και καλυμμένος με μπουρνούζι.
Η νεκροψία έδειξε ότι πέθανε από ασφυξία λόγω χειροκίνητου στραγγαλισμού και απόφραξης του στόματος. Ο δράστης εντοπίστηκε καθισμένος στη βιβλιοθήκη του ξενοδοχείου, κοιτάζοντας τη φωτιά, ενώ στο σημείο βρίσκονταν ήδη οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Σε κατάθεσή του στην ιρλανδική αστυνομία, δήλωσε ότι στραγγάλισε τον πατέρα του μέχρι θανάτου λέγοντας «τον σκότωσα, τον στραγγάλισα, του είπα ότι θα τον αγαπώ για πάντα ό,τι κι αν γίνει καθώς έπαιρνε την τελευταία του ανάσα», ανέφερε.
Είπε επίσης ότι μετρούσε μέχρι το 49 ενώ έπνιγε τον πατέρα του, αλλά εκείνος συνέχιζε να αναπνέει, οπότε συνέχισε να μετρά για ακόμη 20 δευτερόλεπτα πριν σταματήσει, προσθέτοντας ότι ήταν «σοκαριστικό πόσο χρόνο χρειάστηκε».
Ανέφερε στους αστυνομικούς ότι ο πατέρας του είχε εξοργιστεί μαζί του επειδή ήταν γυμνός στην πισίνα. «Θύμωσε πάρα πολύ, η συμφωνία ήταν να δειπνήσουμε και μετά να πάρω τα φάρμακα. Μετά ένιωσα μια αίσθηση γαλήνης στην πισίνα».
Η απάνθρωπη δολοφονία εγείρει πολλά ερωτηματικά γιατί οι γιατροί της ψυχιατρικής κλινικής στην οποία νοσηλεύτηκε ο δράστης του επέτρεψαν να φύγει καθώς ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ότι υπήρχε οικογενειακό ιστορικό διπολικής συναισθηματικής διαταραχής και ότι στο παρελθόν είχε εντοπιστεί να κάνει χρήση κάνναβης.