Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Μετά από σχεδόν 9 μήνες, ανοίγει ξανά από αύριο 22/7 η Πινακοθήκη Apollo του Μουσείου του Λούβρου στο Παρίσι, έπειτα από τη μεγάλη ληστεία που σημειώθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2025.

Και μπορεί η Πινακοθήκη να ανοίγει ξανά, ωστόσο αυτή τη φορά δε θα φιλοξενεί κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά θα λειτουργεί πλέον ως κρατική πινακοθήκη του 17ου αιώνα, σύμφωνα με πηγές του Γαλλικού Πρακτορείου.

Advertisement
Advertisement

Η επαναλειτουργία θα πραγματοποιηθεί παρουσία της υπουργού Πολιτισμού της Γαλλίας, Κατρίν Πεγκάρ. Παράλληλα, ο πρόεδρος του Λούβρου, Κριστόφ Λεριμπό, γνωστοποίησε ότι όλες οι συλλογές και τα πολύτιμα εκθέματα που φιλοξενούνταν στην αίθουσα έχουν ήδη μεταφερθεί, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την επανέναρξη της λειτουργίας της.

Το χρονικό της ληστείας

Η ληστεία στο Λούβρο πραγματοποιήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2025, όταν άγνωστοι, μεταμφιεσμένοι σε εργάτες οικοδομής, κατάφεραν να εισέλθουν στην Πινακοθήκη Apollo χρησιμοποιώντας ανελκυστήρα που ήταν προσαρμοσμένος σε φορτηγό. Από τον χώρο αφαίρεσαν οκτώ κοσμήματα του γαλλικού στέμματος, αξίας περίπου 88 εκατομμυρίων, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί.

Όσον αφορά τα κοσμήματα που διασώθηκαν, ο πρόεδρος του μουσείου ανακοίνωσε ότι σχεδιάζεται η κατασκευή ενός νέου, υψηλής ασφάλειας θησαυροφυλακίου, χωρίς παράθυρα και σε διαφορετική τοποθεσία εντός του μουσείου. Ωστόσο, η υλοποίηση του έργου προϋποθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους και αρκετό χρόνο.

Η ληστεία προκάλεσε έντονο διεθνές ενδιαφέρον και ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες στα μέτρα ασφαλείας του Λούβρου, του δημοφιλέστερου μουσείου παγκοσμίως, το οποίο υποδέχεται περίπου εννέα εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως.

Οι εξελίξεις είχαν αντίκτυπο και στη διοίκηση του μουσείου, καθώς ο Λοράνς ντε Καρ αντικαταστάθηκε στην προεδρία από τον Κριστόφ Λεριμπό.

Ταυτόχρονα, κοινοβουλευτική επιτροπή της Γαλλίας υπενθύμισε ότι είχε ήδη επισημάνει την υποβάθμιση των ζητημάτων ασφαλείας στα μουσεία τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που αναζωπύρωσε τη δημόσια συζήτηση για την ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.