Υπάρχουν εγκλήματα που δεν χωρούν εύκολα σε λέξεις. Η υπόθεση του Μαρκ Ντιτρού είναι μία από αυτές.
Το καλοκαίρι του 1996 το Βέλγιο ανακάλυπτε σταδιακά τι κρυβόταν πίσω από εξαφανίσεις κοριτσιών που είχαν συγκλονίσει τη χώρα. Ο Ντιτρού συνελήφθη στις 13 Αυγούστου και δύο ημέρες αργότερα οι αστυνομικοί απελευθέρωσαν από κρυφό χώρο στο σπίτι του τη 12χρονη τότε Σαμπίν Νταρντέν και τη 14χρονη Λετίσια Ντελέζ.
Ήταν ζωντανές. Άλλα παιδιά δεν είχαν την ίδια τύχη. Οι οκτάχρονες Ζιλί Λεζέν και Μελίσα Ρουσό βρέθηκαν νεκρές. Οι Αν Μαρσάλ, 17 ετών, και Εφί Λάμπρεκς, 19 ετών, επίσης δεν επέστρεψαν ποτέ στις οικογένειές τους. Συνολικά η υπόθεση για την οποία δικάστηκε ο Ντιτρού αφορούσε έξι κορίτσια και νεαρές γυναίκες, τέσσερις από τις οποίες πέθαναν.
Το ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο
Η φρίκη όμως δεν σταμάτησε στα εγκλήματα.
Άρχισαν να αποκαλύπτονται σοβαρότατες αστοχίες των αρχών. Υπήρχαν πληροφορίες για τον Ντιτρού χρόνια νωρίτερα, ενώ είχε ήδη καταδικαστεί για απαγωγές και βιασμούς ανήλικων κοριτσιών και είχε αποφυλακιστεί πρόωρα. Έρευνες έχουν καταγράψει προβλήματα συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αστυνομικών υπηρεσιών, ακόμη και επισκέψεις αστυνομικών σε ακίνητό του χωρίς να εντοπιστούν τα παιδιά που κρατούνταν εκεί.
Πάντως οι καταγγελίες που κυκλοφόρησαν τότε περί οργανωμένου κυκλώματος με προστασία υψηλόβαθμων πολιτικών και κρατικών παραγόντων δεν αποδείχθηκαν δικαστικά όπως παρουσιάστηκαν σε ορισμένα δημοσιεύματα. Ο ίδιος ο Ντιτρού ισχυριζόταν ότι αποτελούσε μέρος μεγαλύτερου δικτύου, όμως ο Μισέλ Νιχούλ, που κατηγορήθηκε ως κεντρικό πρόσωπο ενός τέτοιου κυκλώματος, αθωώθηκε για συμμετοχή στις απαγωγές.
Αυτό που αποδείχθηκε πέρα από αμφισβήτηση ήταν η τραγική ανεπάρκεια του συστήματος.
Τον Οκτώβριο του 1996 το βελγικό Κοινοβούλιο συγκρότησε ειδική εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο αστυνομία και Δικαιοσύνη είχαν χειριστεί την υπόθεση Ντιτρού.
Το 2004 ο Ντιτρού καταδικάστηκε σε ισόβια. Η πρώην σύζυγός του Μισέλ Μαρτέν καταδικάστηκε σε 30 χρόνια και ο συνεργός του Μισέλ Λελιέβρ σε 25.
Δεν ήταν η μοναδική ευρωπαϊκή φρίκη
Δυστυχώς, η Ευρώπη γνώρισε και άλλες υποθέσεις που παρουσιάζουν ανατριχιαστικές ομοιότητες.
Η πιο κοντινή ίσως είναι εκείνη του Γάλλου Μισέλ Φουρνιρέ, του αποκαλούμενου «Δράκου των Αρδεννών». Μαζί με τη σύζυγό του Μονίκ Ολιβιέ δρούσε επί χρόνια στη Γαλλία και το Βέλγιο. Το 2008 καταδικάστηκε σε ισόβια για βιασμούς και δολοφονίες επτά κοριτσιών και νεαρών γυναικών ηλικίας 12 έως 21 ετών. Και σε αυτή την υπόθεση τέθηκαν σοβαρά ερωτήματα για το πώς οι αρχές δεν συνέδεσαν εγκαίρως τις εξαφανίσεις και τα εγκλήματα.
Αργότερα ο Φουρνιρέ παραδέχθηκε και άλλους φόνους. Μεταξύ των θυμάτων που συνδέθηκαν μαζί του ήταν η Βρετανίδα φοιτήτρια Τζοάνα Πάρις και η εννιάχρονη Εστέλ Μουζέν. Πέθανε το 2021 προτού δικαστεί για ορισμένα από αυτά τα εγκλήματα.
Και εδώ εμφανίζεται το ίδιο βασανιστικό ερώτημα: πόσα εγκλήματα θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί εάν οι υπηρεσίες είχαν ενώσει εγκαίρως τα κομμάτια του παζλ;
Η υπόθεση που άλλαξε το Βέλγιο
Η υπόθεση Ντιτρού δεν έμεινε στην ιστορία μόνο εξαιτίας της ακραίας αγριότητας των εγκλημάτων. Μετατράπηκε σε κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος, την αστυνομία και τη Δικαιοσύνη και οδήγησε σε βαθιές αλλαγές στο βελγικό σύστημα.
Και άφησε πίσω της ένα μάθημα που παραμένει επίκαιρο τριάντα χρόνια αργότερα.
Όταν πρόκειται για την εξαφάνιση και την κακοποίηση ενός παιδιού, δεν υπάρχει χώρος για γραφειοκρατία, ανταγωνισμούς υπηρεσιών, αδιαφορία ή το «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα».
Γιατί πίσω από κάθε χαμένη πληροφορία μπορεί να βρίσκεται ένα παιδί που περιμένει κάποιον να ανοίξει εγκαίρως την πόρτα.