Έπειτα από σχεδόν 22 χρόνια σε τροχιά, το διαστημικό τηλεσκόπιο Neil Gehrels Swift Observatory της NASA, βάρους περίπου 1.450 κιλών, ολοκλήρωσε την αποστολή του, η οποία αφορούσε τη μελέτη των ισχυρότερων εκρήξεων και άλλων αστροφυσικών φαινομένων του Σύμπαντος, μεταδίδει το CNN.
Το μεγαλύτερο μέρος του σκάφους, που έχει βάρος περίπου 1.450 κιλά, αναμένεται να καταστραφεί από τις υψηλές θερμοκρασίες κατά την επανείσοδό του στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, η NASA εκτιμά ότι ορισμένα τμήματά του ενδέχεται να φτάσουν στην επιφάνεια της Γης.
NASA’s 3,200-pound space telescope hurtles toward Earth with an uncontrolled crash in just hours https://t.co/j4UzHKGB8f
— Daily Mail (@DailyMail) November 4, 2026
Η πιθανότητα να προκληθεί τραυματισμός ή να κινδυνεύσει κάποιος άνθρωπος χαρακτηρίζεται μικρή. Σύμφωνα με ανακοίνωση της NASA τη Δευτέρα, ο κίνδυνος υπολογίζεται περίπου σε μία πιθανότητα στις 2.100.
Πού θα πέσουν τα συντρίμμια
Η πιθανή περιοχή πτώσης των υπολειμμάτων του Swift εκτείνεται μεταξύ 20,6 μοιρών νότιου και 20,6 μοιρών βόρειου γεωγραφικού πλάτους, σχηματίζοντας μια ευρεία ζώνη περίπου 2.285 χιλιομέτρων εκατέρωθεν του Ισημερινού.
Στην περιοχή αυτή περιλαμβάνονται τμήματα της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, της Κεντρικής Αφρικής, της νότιας Ινδίας, της Νοτιοανατολικής Ασίας και της βόρειας Αυστραλίας, καθώς και τεράστιες θαλάσσιες εκτάσεις.
Ο ακριβής χρόνος και το σημείο επανεισόδου παρέμεναν αβέβαια, καθώς τα υπολογιστικά μοντέλα παρουσιάζουν περιθώριο απόκλισης αρκετών ωρών.
Η μη κερδοσκοπική Aerospace Corporation τοποθετούσε την επανείσοδο στις 12:19 το μεσημέρι της Τετάρτης, ώρα Ελλάδας, με περιθώριο σφάλματος δύο ωρών. Νεότερη εκτίμηση της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ (US Space Force) προσδιόριζε ως πιθανότερη ώρα τις 14:42, με αντίστοιχο περιθώριο αβεβαιότητας.
Οι συγκεκριμένες ώρες αποτελούσαν προβλέψεις και όχι επιβεβαιωμένο χρόνο επανεισόδου.
Η αποτυχημένη αποστολή διάσωσης
Η NASA γνώριζε εδώ και χρόνια ότι το Swift θα αντιμετώπιζε τελικά το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης επιστροφής στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, τον Ιούλιο επιχείρησε να παρατείνει τη λειτουργία του μέσω μιας φιλόδοξης αποστολής διάσωσης. Στόχος ήταν ένα ειδικά σχεδιασμένο διαστημικό σκάφος να προσεγγίσει το παρατηρητήριο, να συνδεθεί μαζί του και να το οδηγήσει σε υψηλότερη, σταθερότερη τροχιά, παρατείνοντας ενδεχομένως τη λειτουργία του για μία δεκαετία ή και περισσότερο.
Η προσπάθεια ανατέθηκε στην αμερικανική εταιρεία Katalyst Space Technologies, η οποία κατασκεύασε σε διάστημα μόλις εννέα μηνών το σκάφος LINK. Ωστόσο, η αποστολή απέτυχε λίγες εβδομάδες μετά την εκτόξευσή του, τον Ιούλιο, όταν το LINK άρχισε να περιστρέφεται ανεξέλεγκτα στο Διάστημα, χωρίς να καταφέρει να προσεγγίσει το Swift.
Στο μεταξύ, η ηλιακή δραστηριότητα επιτάχυνε την πτώση του παρατηρητηρίου. Η αυξημένη δραστηριότητα του Ήλιου τα τελευταία χρόνια, καθώς ο 11ετής κύκλος του έφτασε στο μέγιστό του το 2024, προκάλεσε έντονες ηλιακές εκλάμψεις και εκτινάξεις στεμματικής μάζας. Τα φαινόμενα αυτά οδήγησαν σε διαστολή της ατμόσφαιρας της Γης, αυξάνοντας την ατμοσφαιρική αντίσταση που δεχόταν το διαστημικό σκάφος και επιταχύνοντας την απώλεια ύψους.
The 3,200-pound satellite is expected to reenter Earth’s atmosphere later this week with a wide reentry zone covering parts of Africa, Australia, Southeast Asia, and South America. https://t.co/XkKDyphcsy
— WIRED Science (@WIREDScience) November 3, 2026
Το Swift είχε ήδη υποχωρήσει σε ύψος περίπου 275 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της Γης, όταν σταμάτησε να συλλέγει επιστημονικά δεδομένα. Όπως ανακοίνωσε η NASA, το σκάφος δεν μπορούσε πλέον να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις της αυξημένης ατμοσφαιρικής αντίστασης και πέρασε σε λειτουργία ασφαλείας. Στις 20 Οκτωβρίου, ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Penn State, το οποίο συνεργάζεται με τη NASA και φιλοξενεί το κέντρο επιχειρήσεων της αποστολής, έστειλε την τελική εντολή απενεργοποίησης.
Η παρακαταθήκη
Το Neil Gehrels Swift Observatory εκτοξεύθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2004 και είχε αρχικά σχεδιαστεί για αποστολή διάρκειας μόλις δύο ετών.
Πήρε το όνομά του από τα γρήγορα πουλιά, καθώς μπορούσε να στρέφεται μέσα σε πολύ σύντομο χρόνο προς διαφορετικές κατευθύνσεις, παρακολουθώντας αιφνίδια αστρονομικά φαινόμενα.
Βασικός στόχος του ήταν η μελέτη των εκρήξεων ακτίνων γάμμα (Gamma-Ray Bursts), εξαιρετικά ισχυρών εκρήξεων που απελευθερώνουν τεράστια ποσά ενέργειας σε ελάχιστο χρόνο.
Χρησιμοποιώντας τρία τηλεσκόπια και παρατηρώντας διαφορετικά μήκη κύματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, το Swift μπορούσε να εντοπίζει τέτοια φαινόμενα και να ειδοποιεί γρήγορα άλλα παρατηρητήρια για τη διεξαγωγή συμπληρωματικών μετρήσεων.
Στη διάρκεια της λειτουργίας του συνέβαλε στη μελέτη μαύρων τρυπών, αστρικών εκρήξεων, υπερκαινοφανών αστέρων, καθώς και αστεροειδών και κομητών του ηλιακού μας συστήματος.
Παρότι ξεπέρασε κατά πολύ την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής του, η απώλειά του αφήνει σημαντικό κενό στην αστροφυσική έρευνα, καθώς δεν υπάρχει σήμερα άμεσος αντικαταστάτης με το ίδιο σύνολο δυνατοτήτων.
Η αποτυχία διάσωσης του Swift δεν έχει ανακόψει το ενδιαφέρον της NASA για τη χρήση ιδιωτικών διαστημικών σκαφών με σκοπό την παράταση της λειτουργίας πολύτιμων επιστημονικών εγκαταστάσεων.
Στις 29 Οκτωβρίου, η υπηρεσία απηύθυνε επίσημη πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς διαστημικές εταιρείες για πιθανές παρεμβάσεις στο εμβληματικό διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble.
Οι εξεταζόμενες δυνατότητες περιλαμβάνουν την ανύψωσή του σε υψηλότερη τροχιά, τη συντήρηση ή αναβάθμιση των συστημάτων του και, εφόσον απαιτηθεί, την ελεγχόμενη επανείσοδό του στην ατμόσφαιρα μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του.
Σύμφωνα με τεχνική ανάλυση της NASA, υπάρχει πιθανότητα 10% το Hubble να επανεισέλθει στην ατμόσφαιρα έως τον Σεπτέμβριο του 2032, ενώ η πιθανότητα αυξάνεται στο 50% έως τον Δεκέμβριο του 2033, εάν δεν πραγματοποιηθεί κάποια παρέμβαση.
Το Hubble, που εκτοξεύθηκε το 1990, έχει προσφέρει ορισμένες από τις σημαντικότερες αστρονομικές παρατηρήσεις και τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του Σύμπαντος. Η NASA εξετάζει τρόπους παράτασης της λειτουργίας του, καθώς ο διάδοχός του, το Habitable Worlds Observatory, δεν αναμένεται να είναι διαθέσιμος πριν από τη δεκαετία του 2040.