«Ο Φεριντούν Σινιρλίογλου διέλυσε τον ΟΑΣΕ με αυτά που έκανε και είναι ικανός να διαλύσει και τον ΟΗΕ».
Η φράση μπορεί να ακούγεται απαξιωτική για τον Τούρκο διπλωμάτη, αλλά είναι 100% αλήθεια. Αποκτά και ξεχωριστή βαρύτητα επειδή προέρχεται από διπλωματικές πηγές του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, με την οποία συνομίλησε η HuffPost, όταν ανακοινώθηκε η υποψηφιότητα του Τούρκου διπλωμάτη για τη θέση του επόμενου Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
Δεν πρόκειται απλώς για μια αρνητική εκτίμηση απέναντι σε έναν εκπρόσωπο της τουρκικής διπλωματίας. Είναι μια συνολική, ιδιαίτερα επικριτική αξιολόγηση της ικανότητάς του να διαχειρίζεται διεθνείς κρίσεις και να ηγείται πολυμερών οργανισμών.
Και το σημαντικότερο: Ελληνικές διπλωματικές πηγές, δεν απέφυγαν την αυτοκριτική για την απόφαση της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας να συναινέσουν, τον Δεκέμβριο του 2024, στην ανάδειξη του Σινιρλίογλου στη Γενική Γραμματεία του ΟΑΣΕ.
Μήπως τελικά Αθήνα και Λευκωσία έβγαλαν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια, προσφέροντας στον εκλεκτό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το διεθνές αξίωμα που θα μπορούσε να αποτελέσει το σημαντικότερο σκαλοπάτι για την κορυφή του ΟΗΕ;
Η Αθήνα γνώριζε εδώ και μήνες
Σύμφωνα με τις αποκλειστικές πληροφορίες της HuffPost, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών παρακολουθούσε εδώ και μήνες τις κινήσεις της Άγκυρας για την προώθηση του Σινιρλίογλου.
Η επισημοποίηση της υποψηφιότητας στις 30 Οκτωβρίου, με επιστολή του Τούρκου προέδρου προς τον ΟΗΕ, δεν αποτέλεσε αιφνιδιασμό.
Ο Ερντογάν επιδιώκει να τοποθετήσει στην κορυφή του σημαντικότερου διεθνούς οργανισμού έναν διπλωμάτη που έχει υπηρετήσει επί δεκαετίες τις βασικές επιλογές της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Σινιρλίογλου διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας το 2015 και μόνιμος αντιπρόσωπός της στα Ηνωμένα Έθνη από το 2016 έως το 2023.
Η θητεία του αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί από την Αθήνα και τη Λευκωσία. Ως εκπρόσωπος της Άγκυρας υποστήριξε τις τουρκικές θέσεις για την Ανατολική Μεσόγειο και τις θαλάσσιες ζώνες, θέσεις που η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία αμφισβητούν ως αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο.
Το ερώτημα, συνεπώς, είναι κατά πόσον ένας διπλωμάτης με τόσο ισχυρή ταύτιση με τις εθνικές επιδιώξεις της Τουρκίας, υπερψηφίστηκε από Αθήνα και Λευκωσία για γενικός γραμματέας του ΟΑΣΕ και αν θα μπορέσει, εφόσον εκλεγεί, να λειτουργήσει με την απαιτούμενη ανεξαρτησία.
«Ανίκανος στη διαχείριση κρίσεων»
Η πλέον αποκαλυπτική παράμετρος του ρεπορτάζ αφορά τη θητεία του Σινιρλίογλου στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.
Η εκτίμηση που μου μεταφέρει ελληνική διπλωματική πηγή με γνώση του ΟΑΣΕ (και στον οποία υπήρξα επί τρία χρόνια μέλος του κοινοβουλευτικού συμβουλίου, άρα γνωρίζω από μέσα πρόσωπα και πράγματα), είναι καταπέλτης.
Κατά την αξιολόγησή της, ο Τούρκος διπλωμάτης δεν κατόρθωσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις σοβαρές κρίσεις που αντιμετωπίζει ο ΟΑΣΕ, με κορυφαία τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τη σύγκρουση Ρωσίας και Δύσης και τις επιμέρους διακρατικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών.
«Ανίκανος στη διαχείριση κρίσεων», είναι η ουσία της αποτίμησης που μου μεταφέρθηκε.
Βεβαίως, ο ΟΑΣΕ αντιμετώπιζε σοβαρά θεσμικά προβλήματα πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του Σινιρλίογλου. Η λειτουργία του στηρίζεται στη συναίνεση και οι αντιπαραθέσεις των κρατών είχαν ήδη δημιουργήσει αδιέξοδα.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη ελληνική πηγή θεωρεί ότι ο Σινιρλίογλου όχι μόνο δεν κατόρθωσε να αναστρέψει αυτή την κατάσταση, αλλά άφησε ένα ιδιαίτερα αρνητικό προσωπικό αποτύπωμα. Της ανικανότητας.
Και εδώ ανακύπτει το μεγαλύτερο ερώτημα: εάν δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις κρίσεις ενός περιφερειακού οργανισμού, πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές και συχνά εκρηκτικές κρίσεις των Ηνωμένων Εθνών;
Η διατύπωση περί «διάλυσης του ΟΑΣΕ» αποτελεί τελικά, μια σκληρή, αλλά αντικειμενική πολιτική και διπλωματική κρίση. Και αποτυπώνει το μέγεθος της εκ των υστέρων δυσπιστίας της Ελλάδας και της Κύπρου απέναντι στον Τούρκο υποψήφιο.
Το μεγάλο λάθος Αθήνας και Λευκωσίας;
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αποκάλυψη.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία είχαν συναινέσει στην εκλογή του Σινιρλίογλου στη Γενική Γραμματεία του ΟΑΣΕ τον Δεκέμβριο του 2024.
Η επιλογή έγινε στο πλαίσιο της συμφωνίας των 57 συμμετεχόντων κρατών του οργανισμού.
Σήμερα, όμως, ελληνικη πηγή που σχετίζεται με τον ΟΑΣΕ,και με την οποία συνομίλησα, δεν κρύβει τον προβληματισμό της για εκείνη την απόφαση.
Κατά την εκτίμησή της, η συναίνεση Αθήνας και Λευκωσίας αποδείχθηκε λανθασμένη, καθώς προσέφερε στον Τούρκο διπλωμάτη ένα σημαντικό διεθνές αξίωμα, το οποίο μπορούσε στη συνέχεια να αξιοποιήσει ως εφαλτήριο για τη διεκδίκηση της Γενικής Γραμματείας του ΟΗΕ.
Πρόκειται για μια μορφή αυτοκριτικής με ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Μήπως η Αθήνα και η Λευκωσία, επιδιώκοντας τότε μια διπλωματική συναίνεση, διευκόλυναν άθελά τους τη σημερινή στρατηγική του Ερντογάν;
Αυτό είναι πλέον ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί.
Μπορεί ο ΟΗΕ να έχει επικεφαλής διπλωμάτη μιας κατοχικής δύναμης;
Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος, με ιδιαίτερη βαρύτητα για τον Ελληνισμό.
Η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών.
Πρόκειται για μια πραγματικότητα που συνδέεται με την τουρκική εισβολή του 1974 και με δεκαετίες παραβίασης της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Και τίθεται το σοβαρό πολιτικό και ηθικό ερώτημα:
Πώς είναι δυνατόν να αναλάβει τη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ ένας πρώην υπουργός Εξωτερικών και επί χρόνια ανώτατος εκπρόσωπος κράτους που εξακολουθεί να κατέχει έδαφος άλλου κράτους-μέλους του Οργανισμού;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ουσιαστικό επειδή ο ΟΗΕ διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο Κυπριακό.
Οι καλές υπηρεσίες του Γενικού Γραμματέα, οι πρωτοβουλίες για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, οι εκθέσεις για την κατάσταση στην Κύπρο και το ζήτημα της Αμμοχώστου αποτελούν πεδία στα οποία ο επικεφαλής του Οργανισμού διαθέτει ουσιαστική διπλωματική επιρροή.
Η εθνικότητα ενός υποψηφίου δεν αποτελεί από μόνη της νομικό κώλυμα για την εκλογή του. Ούτε ο Γενικός Γραμματέας μπορεί να ανατρέψει μονομερώς αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Αυτό, όμως, δεν εξαφανίζει το ζήτημα της πολιτικής αξιοπιστίας και της αναγκαίας αμεροληψίας.
Ιδίως όταν πρόκειται για διπλωμάτη που έχει προσωπικά υπηρετήσει τις τουρκικές θέσεις στον ίδιο τον Οργανισμό.
Οι εννέα ψήφοι και ο κίνδυνος του βέτο
Παρά την έντονη κριτική, η ελληνική διπλωματική πηγή δεν αποκλείει καθόλου το ενδεχόμενο εκλογής του Σινιρλίογλου.
Αντιθέτως, εκτιμά ότι μπορεί να συγκεντρώσει την αναγκαία υποστήριξη στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Η διαδικασία απαιτεί σύσταση του 15μελούς Συμβουλίου Ασφαλείας προς τη Γενική Συνέλευση. Για την ουσιαστική απόφαση απαιτούνται τουλάχιστον εννέα θετικές ψήφοι, χωρίς αρνητική ψήφο από κάποιο από τα πέντε μόνιμα μέλη: ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία και Βρετανία.
Η αποχή μόνιμου μέλους δεν ισοδυναμεί με βέτο.
Η Ελλάδα, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας για την περίοδο 2025-2026, συμμετέχει στη διαδικασία με δικαίωμα ψήφου.
Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα δεν είναι απλός παρατηρητής των εξελίξεων.
Η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση των πέντε μονίμων μελών και από τις διεθνείς ισορροπίες που θα διαμορφωθούν μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Το σενάριο Όρμπαν και η Ουάσιγκτον
Στη συνομιλία μου με άλλη υψηλόβαθμη πηγή του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών έθεσα και το ζήτημα των πληροφοριών που διακινούνται σχετικά με πιθανή υποψηφιότητα του Βίκτορ Όρμπαν, η οποία συνδέεται σε σχετικά δημοσιεύματα και διαρροές με κύκλους της Ουάσιγκτον.
Η απάντηση ήταν σαφής: δεν υπάρχει επισημοποιημένη υποψηφιότητα και το συγκεκριμένο σενάριο παραμένει στο επίπεδο των πληροφοριών και των διαρροών.
Η ελληνική διπλωματία δεν προτίθεται να στηρίξει τη στρατηγική της σε ανεπιβεβαίωτα σενάρια.
Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, πάντως, θα έχει καθοριστική σημασία, τόσο για την τουρκική υποψηφιότητα όσο και για τη συνολική έκβαση της διαδικασίας.
«Ψυχραιμία και υπομονή για πέντε χρόνια»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η απάντηση που έλαβα όταν έθεσα το ερώτημα τι θα πράξει η ελληνική διπλωματία εφόσον ο Σινιρλίογλου εκλεγεί.
Το μήνυμα που μου μεταφέρθηκε συνοψίζεται στις λέξεις «ψυχραιμία και υπομονή για πέντε χρόνια».
Η Αθήνα γνωρίζει ότι δεν θα μπορεί να αντιμετωπίσει μια τέτοια εξέλιξη με διαρκείς δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Θα χρειαστεί συστηματική διπλωματική παρακολούθηση, στενός συντονισμός με τη Λευκωσία και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και διεθνών συμμαχιών.
Κυρίως, θα απαιτηθεί συνεχής προσπάθεια ώστε ο ενδεχόμενος νέος Γενικός Γραμματέας να μην επιτρέψει στην Άγκυρα να χρησιμοποιήσει την εθνικότητά του και τις προηγούμενες πολιτικές του σχέσεις για να επηρεάσει τις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες του Οργανισμού.
Το άρθρο 100 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ορίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας και το προσωπικό του δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση.
Αυτή η υποχρέωση ανεξαρτησίας θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά κριτήρια με τα οποία θα αξιολογηθεί η στάση του Σινιρλίογλου, εφόσον αναλάβει το αξίωμα.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η προτεραιότητα θα είναι να μη μεταφερθούν οι τουρκικές εθνικές διεκδικήσεις στη λειτουργία των Ηνωμένων Εθνών.
Το σκαλοπάτι που μπορεί να αποδειχθεί ιστορικό λάθος
Ο Αντόνιο Γκουτέρες ολοκληρώνει τη θητεία του στις 31 Δεκεμβρίου 2026 και ο διάδοχός του αναμένεται να αναλάβει την 1η Ιανουαρίου 2027, για πενταετή θητεία.
Η υποψηφιότητα Σινιρλίογλου δεν είναι απλώς μια ακόμη διπλωματική πρωτοβουλία της Άγκυρας.
Αποτελεί δοκιμασία για την ελληνική εξωτερική πολιτική, για τον συντονισμό Αθήνας και Λευκωσίας και για την ίδια τη θεσμική ανεξαρτησία των Ηνωμένων Εθνών.
Μήπως, τελικά, Αθήνα και Λευκωσία, δίνοντάς του το σκαλοπάτι του ΟΑΣΕ, συνέβαλαν άθελά τους στην άνοδό του προς την κορυφή του ΟΗΕ;