ο κλίμα φόβου που άφησαν πίσω τους οι βίαιες επιχειρήσεις της ICE δεν περιορίζεται πλέον στους μετανάστες ή στις κοινότητες που βρίσκονται παραδοσιακά στο στόχαστρο της καταστολής. Επεκτείνεται πλέον και σε Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι δηλώνουν ότι αισθάνονται απειλούμενοι από την ίδια τους την κυβέρνηση, στρέφονται στην αγορά όπλων και γεμίζουν μαθήματα εκπαίδευσης στη χρήση πυροβόλων, σε μια ένδειξη ότι η κρίση έχει περάσει από το πολιτικό επίπεδο στο πεδίο της κοινωνικής ανασφάλειας.

Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με την επιχείρηση «Operation Metro Surge» στη Μινεάπολη, που είχε παρουσιαστεί από την κυβέρνηση Τραμπ ως μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις μεταναστευτικής επιβολής των τελευταίων ετών. Το σημείο καμπής, ωστόσο, ήταν οι θάνατοι της Renée Good και του Alex Pretti, δύο Αμερικανών πολιτών που σκοτώθηκαν τον Ιανουάριο σε ξεχωριστά περιστατικά με εμπλοκή ομοσπονδιακών δυνάμεων μετανάστευσης, πυροδοτώντας μαζικές αντιδράσεις, πολιτική σύγκρουση και κύμα δημόσιας οργής.

Advertisement
Advertisement

Από εκείνο το σημείο και μετά, η υπόθεση δεν έμεινε μόνο στο πεδίο της αστυνομικής ή πολιτικής διαμάχης. Άρχισε να μεταφράζεται σε προσωπικό φόβο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Γαλλικού Πρακτορείου, πολίτες που μέχρι πρότινος δεν είχαν σχέση με τα όπλα δηλώνουν ότι αποφάσισαν να αγοράσουν το πρώτο τους πιστόλι και να γραφτούν σε μαθήματα σκοποβολής και αυτοπροστασίας, ακριβώς επειδή θεωρούν ότι η κρατική ισχύς ασκείται πλέον με τρόπους που τους απειλούν άμεσα. Οι κρατήσεις σε σχετικά μαθήματα, ιδιαίτερα για ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και μειονότητες, εμφανίζονται αυξημένες μετά την επανεκλογή Τραμπ και κυρίως μετά τα αιματηρά περιστατικά στη Μινεάπολη.

Το ίδιο ρεπορτάζ καταγράφει και μια εντυπωσιακή μετατόπιση στην αμερικανική κουλτούρα της οπλοκατοχής: οργανώσεις όπως το Liberal Gun Club αναφέρουν ότι μέσα στους δύο πρώτους μήνες του 2026 έλαβαν σχεδόν 3.000 αιτήσεις, περισσότερες από όσες είχαν δεχθεί συνολικά όλο το 2025. Το ενδιαφέρον, μάλιστα, δεν προέρχεται πλέον μόνο από μειονότητες ή ομάδες που αισθάνονται παραδοσιακά πιο εκτεθειμένες, αλλά από πολύ ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, κάτι που δείχνει ότι ο φόβος έχει απλωθεί σε οριζόντιο επίπεδο μέσα στην αμερικανική κοινωνία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ήρθε και η αποχώρηση του υπηρεσιακού διευθυντή της ICE, Todd Lyons, ο οποίος ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τη θέση του, ενώ η υπηρεσία βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με σφοδρή κριτική για τις επιχειρήσεις της, τα θανατηφόρα περιστατικά και τις πολιτικές συνέπειες που προκάλεσαν. Παράλληλα, ο Gregory Bovino, υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Border Patrol με ενεργό ρόλο στην επιχείρηση της Μινεσότα, απομακρύνθηκε από τη θέση του “commander at large” και επέστρεψε στην προηγούμενη τοποθέτησή του, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρούσε αναδιάταξη μετά τον δεύτερο θανατηφόρο πυροβολισμό.

Η πίεση προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν σταμάτησε εκεί. Το Reuters έχει μεταδώσει επίσης ότι υπήρξαν παραιτήσεις και αποχωρήσεις στελεχών του υπουργείου Δικαιοσύνης και της ομοσπονδιακής διοίκησης που συνδέθηκαν με τον χειρισμό των ερευνών για τους πυροβολισμούς, ενώ μόλις αυτή την εβδομάδα ασκήθηκε και ποινική δίωξη σε βάρος πράκτορα της ICE στη Μινεσότα για ξεχωριστό περιστατικό ένοπλης επίθεσης. Η υπόθεση, συνεπώς, έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας «σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής» και εξελίσσεται σε ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους ομοσπονδιακούς μηχανισμούς ασφαλείας.

Αυτό είναι και το πιο κρίσιμο στοιχείο της ιστορίας: η ICE δεν τρομάζει πλέον μόνο όσους φοβούνται σύλληψη ή απέλαση. Τρομάζει και Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι πιστεύουν ότι η κρατική βία μπορεί να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε. Γι’ αυτό και η εικόνα πολιτών που αγοράζουν όπλα, εκπαιδεύονται στη σκοποβολή και μιλούν ανοιχτά για αυτοπροστασία δεν είναι μια περιφερειακή λεπτομέρεια του ρεπορτάζ, αλλά ίσως η πιο καθαρή απόδειξη ότι το κλίμα που διαμορφώνεται στις ΗΠΑ είναι πλέον βαθιά φοβικό, εκρηκτικό και πολιτικά τοξικό