Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει να μιλά σαν να έχει ήδη κερδίσει έναν πόλεμο που, στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να απειλεί να παρασύρει τη Μέση Ανατολή και μαζί της την παγκόσμια οικονομία, σε νέα δίνη. Από το Οβάλ Γραφείο μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, ο πλανήτης παρακολουθεί μια κρίση που δεν έχει τελειώσει, απλώς αλλάζει μορφή.
Το σκοινί στη Μέση Ανατολή παραμένει τεντωμένο. Και ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει αποφασισμένος να το κρατήσει έτσι.
Την ώρα που η Ουάσινγκτον επιμένει ότι η κατάπαυση πυρός με το Ιράν «δεν έχει καταρρεύσει», τα γεγονότα στην περιοχή λένε μια πολύ πιο σκοτεινή ιστορία: ανταλλαγές πυρών στα Στενά του Ορμούζ, αμερικανική επιχείρηση συνοδείας εμπορικών πλοίων, ιρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους κατά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και μια αγορά ενέργειας που παρακολουθεί κάθε κίνηση με κομμένη την ανάσα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, υποδεχόμενος παιδιά στον Λευκό Οίκο για την επαναφορά του Προεδρικού Τεστ Φυσικής Κατάστασης, βρήκε την ευκαιρία να περάσει από τα αθλητικά στην πιο επικίνδυνη γεωπολιτική κρίση των ημερών. Χαρακτήρισε τις εξελίξεις με το Ιράν «μικρή συμπλοκή», υποστήριξε ότι η Τεχεράνη «δεν έχει καμία ελπίδα» και επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να επιτρέψουν στην ιρανική ηγεσία να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
«Πρόκειται για άρρωστους ανθρώπους και δεν θα επιτρέψουμε σε “τρελούς” να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα», είπε, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που περισσότερο μοιάζει με προειδοποίηση πολέμου παρά με διπλωματικό μήνυμα αποκλιμάκωσης.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει το νέο δόγμα Τραμπ απέναντι στο Ιράν: μέγιστη στρατιωτική πίεση, οικονομική ασφυξία, δημόσια ταπείνωση του αντιπάλου και ταυτόχρονα μια διαβεβαίωση ότι όλα βρίσκονται «υπό έλεγχο». Το πρόβλημα είναι ότι ο έλεγχος αυτός μοιάζει όλο και πιο εύθραυστος.
Στα Στενά του Ορμούζ, την πιο κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία της παγκόσμιας ενέργειας, η κρίση έχει ήδη ξεπεράσει το επίπεδο της ρητορικής. Πρόκειται για το πέρασμα από όπου, σε κανονικές συνθήκες, διακινείται έως και το ένα πέμπτο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου διεθνώς. Η ουσιαστική παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας δεν είναι ένα περιφερειακό επεισόδιο. Είναι παγκόσμιος συναγερμός.
Οι ΗΠΑ έχουν ενεργοποιήσει την επιχείρηση «Project Freedom», με στόχο τη συνοδεία εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών. Σύμφωνα με αμερικανικές ανακοινώσεις, οι δυνάμεις τους βύθισαν έξι ιρανικά μικρά σκάφη και αναχαίτισαν πυραύλους cruise και drones, αφού ο Τραμπ διέταξε το αμερικανικό ναυτικό να προστατεύσει τάνκερ και εμπορικά πλοία στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι η αεράμυνά τους αντιμετώπιζε νέες επιθέσεις από το Ιράν με πυραύλους και drones, για δεύτερη ημέρα. Το Άμπου Ντάμπι μίλησε για «σοβαρή κλιμάκωση» και για ευθεία απειλή κατά της ασφάλειας της χώρας, διατηρώντας –όπως ανέφερε– «πλήρες και νόμιμο δικαίωμα» απάντησης.
Και κάπως έτσι, η κατάπαυση πυρός υπάρχει στα χαρτιά, αλλά όχι στην πραγματική αίσθηση ασφάλειας.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, προσπάθησε να κρατήσει ανοιχτό το παράθυρο της αποκλιμάκωσης, λέγοντας ότι η κατάπαυση πυρός «δεν έχει τελειώσει». Ωστόσο, ακόμη και αυτή η διατύπωση μοιάζει με άσκηση ισορροπίας: η Ουάσινγκτον θέλει να εμφανίζεται αποφασιστική χωρίς να παραδέχεται ότι έχει επιστρέψει σε πλήρη πολεμική σύγκρουση.
Το Reuters μεταδίδει ότι η εκεχειρία παραμένει τυπικά σε ισχύ, παρά την ανταλλαγή πυρών και την ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Το ίδιο πρακτορείο σημειώνει πως η αμερικανική πλευρά παρουσιάζει τις επιχειρήσεις ως προσπάθεια προστασίας της εμπορικής ναυσιπλοΐας, ενώ το Ιράν επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο σε ένα πέρασμα με τεράστιο στρατηγικό και οικονομικό βάρος.
Η Washington Post εστιάζει στον προσωρινό χαρακτήρα που θέλει να δώσει το Πεντάγωνο στην αμερικανική αποστολή. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της, ο Χέγκσεθ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ δεν επιδιώκουν μια μόνιμη ναυτική εμπλοκή στα Στενά, αλλά μια επιχείρηση που θα επιτρέψει στα εμπορικά πλοία να κινηθούν με ασφάλεια. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ουάσινγκτον θέλει να δείξει δύναμη, αλλά γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη στρατιωτική παρουσία μπορεί να ανοίξει νέο μέτωπο.
Το Associated Press περιγράφει την κατάσταση ως ασταθή και επισημαίνει ότι μόλις λίγα πλοία έχουν περάσει με ασφάλεια, ενώ οι ΗΠΑ επιμένουν πως η αποστολή είναι προσωρινή και πως στόχος παραμένει η ειρηνική επίλυση. Όμως πίσω από αυτή τη διπλωματική γλώσσα, η πραγματικότητα είναι πως εκατοντάδες ή και περισσότερα εμπορικά πλοία βρίσκονται εγκλωβισμένα ή σε αναμονή γύρω από τον Κόλπο, με το κόστος να μετακυλίεται στις αγορές, στις ασφαλιστικές εταιρείες, στα καύσιμα και τελικά στους καταναλωτές.
Ο Guardian μεταδίδει λεπτό προς λεπτό την κρίση, δίνοντας έμφαση στην πολεμική ρητορική του Τραμπ και στην επιχείρηση «Project Freedom». Το βρετανικό μέσο σημειώνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος υποβάθμισε την ένταση ως «μικρή συμπλοκή», ενώ την ίδια στιγμή προειδοποιούσε το Ιράν να μην κάνει κινήσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραβίαση της εκεχειρίας.
Το Al Jazeera από την πλευρά του εστιάζει στην περιφερειακή διάσταση: οι επιθέσεις κατά των ΗΑΕ, οι φόβοι για παγκόσμια άνοδο στις τιμές πετρελαίου και λιπασμάτων και η πιθανότητα η κρίση στα Στενά του Ορμούζ να μετατραπεί σε οικονομικό σοκ με συνέπειες πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή.
Οι Financial Times βλέπουν την κρίση μέσα από το πρίσμα των αγορών και της ενέργειας. Το βρετανικό οικονομικό μέσο σημειώνει ότι οι νέες επιθέσεις απειλούν την αμερικανοϊρανική εκεχειρία, ενώ η πίεση στις τιμές του αργού και οι ανησυχίες για την τροφοδοσία δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο κάθε στρατιωτικό επεισόδιο μπορεί να μεταφραστεί σε οικονομική αναταραχή. Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα: η κρίση δεν περιορίζεται στο ερώτημα ποιος ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ. Αφορά το ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο σε έναν πόλεμο νεύρων με παγκόσμιο κόστος.
Ο Τραμπ δηλώνει ότι θα «διαλύσει» την ιρανική οικονομία επειδή, όπως είπε, «θέλει να νικήσει». Μιλά για νόμισμα χωρίς αξία, για πληθωρισμό, για στρατιώτες που δεν πληρώνονται. Δεν πρόκειται απλώς για περιγραφή κυρώσεων. Είναι η δημόσια διακήρυξη μιας στρατηγικής οικονομικής εξόντωσης ως μέσου πολεμικής νίκης.
Απέναντί του, η Τεχεράνη επιχειρεί να δείξει ότι δεν υποχωρεί. Προειδοποιεί, χτυπά συμβολικά και επιχειρησιακά, κρατά τα Στενά ως μοχλό πίεσης και μεταφέρει το μήνυμα ότι οποιαδήποτε αμερικανική επέκταση της παρουσίας στην περιοχή θα έχει κόστος.
Το επικίνδυνο είναι ότι και οι δύο πλευρές δείχνουν να θέλουν να αποδείξουν πως δεν μπλοφάρουν.
Η διεθνής κοινότητα, από την Ευρώπη έως τον Κόλπο και από την Ασία έως τις αγορές ενέργειας, βλέπει μια κρίση που μπορεί να ξεφύγει από ένα λάθος υπολογισμό, μια λάθος αναχαίτιση, ένα πλήγμα με θύματα ή μια κίνηση αντιποίνων από τα ΗΑΕ. Η Μέση Ανατολή έχει ζήσει πολλές φορές την ψευδαίσθηση ότι «η κατάσταση ελέγχεται» λίγο πριν η φωτιά περάσει σε νέο μέτωπο.
Αυτή τη φορά, το σκηνικό είναι ακόμη πιο εύφλεκτο. Υπάρχει ο Τραμπ, που επενδύει πολιτικά στη σκληρή εικόνα. Υπάρχει το Ιράν, που δεν μπορεί να εμφανιστεί ταπεινωμένο. Υπάρχουν τα Εμιράτα, που δέχονται επιθέσεις και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο απάντησης. Υπάρχουν εκατοντάδες πλοία, ενεργειακές ροές, ασφαλιστικά κόστη, αγορές και κυβερνήσεις που μετρούν πλέον όχι μόνο βαρέλια πετρελαίου, αλλά και ώρες μέχρι το επόμενο επεισόδιο.
Και υπάρχει, πάνω από όλα, το ερώτημα που επιστρέφει κάθε φορά που ο Τραμπ ανεβάζει τους τόνους: πρόκειται για πίεση ώστε να επιβάλει συμφωνία ή για μια πολιτική που φέρνει τον κόσμο πιο κοντά σε μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση;
Προς το παρόν, η απάντηση είναι ανησυχητικά θολή.
Η κατάπαυση πυρός μπορεί να μην έχει κηρυχθεί νεκρή. Αλλά στα Στενά του Ορμούζ, στον Κόλπο και στα κέντρα λήψης αποφάσεων, μοιάζει περισσότερο με αναπνοή πριν από την επόμενη έκρηξη παρά με πραγματική ειρήνη.