Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Την 1η Σεπτεμβρίου 1930, οι Γάλλοι αεροπόροι Ντιεντονέ Κοστ (Dieudonné Costes) και Μορίς Μπελόντ (Maurice Bellonte) απογειώθηκαν από το Λε Μπουρζέ του Παρισιού για ένα ταξίδι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο.

Προορισμός τους ήταν η Νέα Υόρκη.

Advertisement
Advertisement

Το αεροσκάφος τους ήταν ένα ειδικά τροποποιημένο Breguet 19 TF Super Bidon, βαμμένο κόκκινο και με ένα μεγάλο λευκό ερωτηματικό στην άτρακτο. Γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία ως «Point dInterrogation» – «Ερωτηματικό».

Μετά από 37 ώρες και 18 λεπτά συνεχούς πτήσης, έφτασαν στις 2 Σεπτεμβρίου στο Curtiss Field της Νέας Υόρκης.

Ήταν η πρώτη επιτυχής χωρίς στάση πτήση Παρίσι–Νέα Υόρκη.

Γιατί χρειάστηκαν 37 ώρες;

Πρώτα απ’ όλα λόγω της ταχύτητας.

Το Breguet ήταν ένα μονοκινητήριο ελικοφόρο αεροσκάφος, με κινητήρα Hispano-Suiza περίπου 600 ίππων. Οι ταχύτητες με τις οποίες μπορούσε να πραγματοποιήσει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι ήταν ασύγκριτα μικρότερες από εκείνες των σημερινών jet.

Advertisement

Ένα σύγχρονο Boeing ή Airbus διασχίζει τον Ατλαντικό με ταχύτητα πλεύσης περίπου 850–900 χλμ./ώρα. Το Breguet κινούνταν σε τάξη μεγέθους περίπου 200 χλμ./ώρα, με την πραγματική πρόοδο προς τον προορισμό να εξαρτάται σημαντικά από τους ανέμους.

Και οι δύο Γάλλοι είχαν επιλέξει τη δύσκολη κατεύθυνση.

Κόντρα στους ανέμους του Ατλαντικού

Advertisement

Η πτήση γινόταν από ανατολή προς δύση.

Οι επικρατούντες άνεμοι στα γεωγραφικά πλάτη του Βόρειου Ατλαντικού είναι κατά κανόνα δυτικοί. Αυτό ευνοεί γενικά τις πτήσεις από την Αμερική προς την Ευρώπη, αλλά δυσκολεύει την αντίθετη κατεύθυνση.

Οι Κοστ και Μπελόντ λοιπόν δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο την τεράστια απόσταση. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν και ανέμους που μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά την ταχύτητα του αεροσκάφους ως προς το έδαφος.

Advertisement

Γι’ αυτό το κατόρθωμά τους θεωρήθηκε τόσο σημαντικό.

Τρία χρόνια νωρίτερα, το 1927, ο Τσαρλς Λίντμπεργκ είχε πραγματοποιήσει την περίφημη μοναχική πτήση Νέα Υόρκη–Παρίσι σε περίπου 33 ώρες και 30 λεπτά.

Οι δύο Γάλλοι έκαναν τώρα την αντίστροφη, δυσκολότερη διαδρομή.

Advertisement

Πού σταμάτησαν για καύσιμα; Πουθενά

Advertisement

Εδώ βρίσκεται ίσως το εντυπωσιακότερο στοιχείο της ιστορίας.

Δεν έγινε κανένας ανεφοδιασμός.

Ούτε προσγειώθηκαν κάπου για να γεμίσουν τις δεξαμενές ούτε φυσικά πραγματοποιήθηκε εναέριος ανεφοδιασμός.

Advertisement

Το Breguet είχε μετατραπεί ουσιαστικά σε μια ιπτάμενη δεξαμενή καυσίμων.

Η έκδοση Super Bidon είχε κατασκευαστεί ειδικά για πτήσεις πολύ μεγάλης εμβέλειας και μπορούσε να μεταφέρει περίπου 5.000 λίτρα καυσίμου, σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές των τεχνικών χαρακτηριστικών του.

Όλα αυτά έπρεπε να βρίσκονται μέσα στο αεροπλάνο πριν απογειωθεί από το Παρίσι.

Αυτό δημιουργούσε άλλο πρόβλημα: το βάρος.

Στην αρχή της πτήσης το Breguet ήταν εξαιρετικά βαρύ. Η απογείωση ενός μονοκινητήριου αεροσκάφους φορτωμένου με καύσιμα για περισσότερο από μιάμιση ημέρα πτήσης αποτελούσε από μόνη της ένα από τα επικίνδυνα στάδια της αποστολής.

Όσο περνούσαν οι ώρες, το καύσιμο καταναλωνόταν και το αεροσκάφος γινόταν ελαφρύτερο.

Και αν τελείωναν τα καύσιμα;

Αυτός ήταν ο μεγάλος εφιάλτης.

Ο κινητήρας συνέχιζε να καταναλώνει καύσιμο ανεξάρτητα από το πόσο γρήγορα προχωρούσε το αεροσκάφος προς την Αμερική.

Ένας ισχυρός αντίθετος άνεμος μπορούσε επομένως να δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα: να καίνε καύσιμα αλλά να καλύπτουν πολύ λιγότερα χιλιόμετρα προς τη Νέα Υόρκη από όσα είχαν υπολογίσει.

Και στη μέση του Ατλαντικού δεν υπήρχε αεροδρόμιο ανάγκης.

Η διαχείριση των καυσίμων ήταν επομένως τόσο σημαντική όσο η ίδια η πλοήγηση.

Πώς ήξεραν πού βρίσκονταν χωρίς GPS;

Το 1930 δεν υπήρχαν GPS, δορυφορική πλοήγηση και τα ηλεκτρονικά συστήματα ενός σύγχρονου cockpit.

Ο Μπελόντ ήταν ο navigator της αποστολής και έπρεπε να προσδιορίζει τη θέση και την πορεία χρησιμοποιώντας πυξίδα, χάρτες, όργανα και αστρονομικές μεθόδους ναυτιλίας, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν.

Σήμερα ένα αεροσκάφος γνωρίζει με εκπληκτική ακρίβεια πού βρίσκεται κάθε στιγμή.

Τότε, πάνω από έναν ωκεανό χωρίς ορατά σημεία αναφοράς, ένα σημαντικό σφάλμα στους υπολογισμούς μπορούσε να οδηγήσει το αεροπλάνο δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την προβλεπόμενη πορεία.

Και 37 ώρες χωρίς ύπνο;

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.

Δεν πρέπει να φανταστούμε ότι οι δύο άνδρες κάθονταν 37 ώρες και 18 λεπτά απολύτως άγρυπνοι ταυτόχρονα.

Ήταν δύο και μπορούσαν να εναλλάσσονται στα καθήκοντα και να κλέβουν μικρά διαστήματα ανάπαυσης όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν.

Αλλά η λέξη «ύπνος» δεν είχε καμία σχέση με αυτό που γνωρίζουμε σήμερα στα αεροσκάφη μεγάλων αποστάσεων.

Δεν υπήρχαν κρεβάτια ή ειδικός χώρος ανάπαυσης πληρώματος. Βρίσκονταν μέσα σε ένα στενό αεροσκάφος, με τον συνεχή εκκωφαντικό θόρυβο και τις δονήσεις ενός μεγάλου εμβολοφόρου κινητήρα, ενώ κάποιος έπρεπε διαρκώς να παρακολουθεί την πτήση, την πορεία, τον καιρό και τα καύσιμα.

Πέρασαν έτσι μία ολόκληρη νύχτα, ολόκληρη την επόμενη ημέρα και πολλές ακόμη ώρες μέσα στο αεροσκάφος.

Η σωματική και πνευματική κόπωση ήταν ένας ακόμη αντίπαλος.

Η Νέα Υόρκη επιτέλους μπροστά τους

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1930, έπειτα από 37 ώρες και 18 λεπτά στον αέρα, το κόκκινο «Ερωτηματικό» προσγειώθηκε στο Curtiss Field.

Χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για να τους υποδεχθούν.

Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο άνθρωπος που γνώριζε καλύτερα από πολλούς τι είχαν μόλις πετύχει: ο Τσαρλς Λίντμπεργκ.

Ο Ατλαντικός είχε πλέον κατακτηθεί χωρίς στάση και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Σήμερα περίπου οκτώ ώρες

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Μια σημερινή απευθείας πτήση Παρίσι–Νέα Υόρκη διαρκεί περίπου οκτώ ώρες, ανάλογα με τη διαδρομή, το αεροσκάφος και κυρίως τις μετεωρολογικές συνθήκες.

Τα σύγχρονα αεροσκάφη ταξιδεύουν κοντά στα 900 χλμ./ώρα, διαθέτουν πολλαπλά συστήματα πλοήγησης και επικοινωνίας και μεταφέρουν εκατοντάδες επιβάτες με ασφάλεια και άνεση που οι πρωτοπόροι του 1930 δεν θα μπορούσαν να φανταστούν.

Και μετά υπήρξε το Concorde

Υπήρξε μάλιστα μια περίοδος κατά την οποία ο Ατλαντικός έγινε ακόμη «μικρότερος».

Το Concorde πετούσε με περισσότερο από Mach 2, δηλαδή πάνω από δύο φορές την ταχύτητα του ήχου, και πραγματοποιούσε το Λονδίνο–Νέα Υόρκη συνήθως σε λιγότερο από τρεισήμισι ώρες.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1996, Concorde της British Airways πραγματοποίησε το Νέα Υόρκη–Λονδίνο σε μόλις:

2 ώρες, 52 λεπτά και 59 δευτερόλεπτα.

Ένα ιστορικό ρεκόρ για εμπορικό επιβατικό αεροσκάφος.

Το Concorde αποσύρθηκε το 2003 και οι εμπορικές υπερατλαντικές πτήσεις επέστρεψαν στις υποηχητικές ταχύτητες.

Η σύγκριση παραμένει εκπληκτική:

1930: 37 ώρες και 18 λεπτά.
Σήμερα: περίπου 8 ώρες.
Concorde: περίπου 3,5 ώρες – και 2:52:59 στο ιστορικό ρεκόρ.

Και όλα ξεκίνησαν σε μια εποχή όπου δύο άνθρωποι μπήκαν σε ένα κόκκινο μονοκινητήριο αεροπλάνο φορτωμένο με χιλιάδες λίτρα καυσίμου, πέταξαν μέσα στη νύχτα πάνω από τον Ατλαντικό, χωρίς GPS και χωρίς δυνατότητα ανεφοδιασμού, και 37 ώρες αργότερα είδαν επιτέλους μπροστά τους τη Νέα Υόρκη.