Η αλλαγή θέσης του ελικοδρομίου στον Λευκό Οίκο, η οποία έγινε λόγω των εκτεταμένων έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη με πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ, φαίνεται πως συνδέεται εν μέρει με ένα περιστατικό στις 4 Αυγούστου, κατά το οποίο το προεδρικό ελικόπτερο βρέθηκε σε μικρή απόσταση από επιβατικό αεροσκάφος.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Guardian, που επικαλείται την προκαταρκτική έκθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας Μεταφορών (NTSB), βασική αιτία του συμβάντος ήταν τα προβλήματα στις επικοινωνίες. Το πλήρωμα του Marine One δεν κατάφερε να ενημερώσει τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, όπως απαιτείται, τρία λεπτά πριν από την απογείωση από τον χώρο του Λευκού Οίκου.
Η εξέλιξη αυτή είχε ως συνέπεια να μην ανασταλούν οι απογειώσεις των εμπορικών αεροσκαφών από το κοντινό εθνικό αεροδρόμιο Ρόναλντ Ρίγκαν της Ουάσινγκτον. Έτσι, δημιουργήθηκε «απώλεια διαχωρισμού» ανάμεσα στο Marine One και ένα Embraer E170, το οποίο εκτελούσε πτήση θυγατρικής της American Airlines με προορισμό τη Φλόριντα.
Τον Μάιο, οι πτήσεις των ελικοπτέρων μεταφέρθηκαν από τον Νότιο Χλοοτάπητα του Λευκού Οίκου στο Ellipse, το μικρό πάρκο που βρίσκεται ακριβώς νότια του προεδρικού μεγάρου. Η αλλαγή κρίθηκε αναγκαία εξαιτίας των εργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η κατασκευή της νέας αίθουσας χορού που έχει προκαλέσει αντιδράσεις και αναμένεται να αντικαταστήσει την ανατολική πτέρυγα, αλλά και η δημιουργία νέου ελικοδρομίου για το Marine One.
Όπως προκύπτει από την έρευνα του NTSB, το πλήρωμα του προεδρικού ελικοπτέρου προσπάθησε τουλάχιστον δύο φορές να ενημερώσει μέσω ασυρμάτου τον πύργο ελέγχου για την επικείμενη απογείωση, όμως οι προσπάθειες επικοινωνίας δεν είχαν αποτέλεσμα.
Μετά το συμβάν, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (FAA) προχώρησε σε αλλαγές. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας, Μπράιαν Μπέντφορντ, δήλωσε ότι μετακινήθηκε μια κεραία και τροποποιήθηκε η διαδικασία επικοινωνίας. Οι έλεγχοι που έγιναν στη συνέχεια, σύμφωνα με το NTSB, δεν εντόπισαν νέα προβλήματα στην επικοινωνία.
Παρά τις παρεμβάσεις, πάντως, ένα νέο περιστατικό καταγράφηκε την Πέμπτη. Το Associated Press μετέδωσε ότι οι ελεγκτές έχασαν για σύντομο χρονικό διάστημα την επαφή με το Marine One, ενώ ο Τραμπ κατευθυνόταν προς το Τέξας για εκδήλωση. Η επικοινωνία αποκαταστάθηκε άμεσα και δεν προέκυψε θέμα ασφάλειας.
Η έκθεση του NTSB αποκαλύπτει επίσης ότι οι δυσκολίες στην επικοινωνία είχαν γίνει αντιληπτές ήδη πριν από το περιστατικό της 4ης Αυγούστου. Στις 30 Ιουλίου, ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν συναντηθεί με μέλη του προσωπικού του Marine One, προκειμένου «να συζητήσουν τις ανησυχίες σχετικά με πρόσφατες αναφορές ότι δεν λάμβαναν την απαιτούμενη ειδοποίηση “τρία λεπτά πριν από την απογείωση”».
Τότε, το πλήρωμα του Marine One είχε αναφέρει ότι οι επικοινωνίες «ήταν κατά διαστήματα προβληματικές». Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικοί τρόποι επικοινωνίας με τον πύργο ελέγχου όταν δεν ήταν δυνατή η απευθείας επαφή.
Η εναλλακτική διαδικασία, ωστόσο, δεν λειτούργησε ούτε στις 4 Αυγούστου. Το Marine One δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τους ελεγκτές ούτε μέσω εγκατάστασης ελικοπτέρων στην Joint Base Anacostia-Bolling, στα νοτιοδυτικά της Ουάσινγκτον. Το αποτέλεσμα ήταν το προεδρικό ελικόπτερο να απογειωθεί ενώ οι εμπορικές πτήσεις από το αεροδρόμιο Ρίγκαν συνέχιζαν κανονικά.
Το Marine One απογειώθηκε στις 14:33, ενώ μόλις ένα λεπτό αργότερα ακολούθησε η απογείωση του Embraer E170. Το επιβατικό αεροσκάφος άλλαξε πορεία «για προληπτικούς λόγους», όπως ανέφερε το NTSB.
Η FAA είχε διευκρινίσει από την πρώτη στιγμή ότι το περιστατικό δεν έδειχνε να αποτελεί επικίνδυνη σύγκλιση των δύο αεροσκαφών. «Δεν φαίνεται να επρόκειτο για επικίνδυνα κοντινό συμβάν και τα αεροσκάφη δεν φαίνεται να συγκλίνονταν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Με βάση τους κανονισμούς της FAA, γύρω από τα αεροδρόμια απαιτείται απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 1,5 μιλίου (2,4 χιλιομέτρων) σε οριζόντιο επίπεδο και 500 ποδιών (152 μέτρων) σε κατακόρυφο επίπεδο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η μικρότερη απόσταση που καταγράφηκε μεταξύ του Marine One και του επιβατικού αεροσκάφους ήταν περίπου 1,5 χιλιόμετρο οριζόντια, ενώ κατακόρυφα τα δύο αεροσκάφη απείχαν περίπου 213 μέτρα.
Πηγή: Guardian