Λύση βρέθηκε την Πέμπτη μέσω εξαίρεσης ενός έτους με αυτόματη ανανέωση για τη μεταφορά ρωσικού αερίου σε τρίτες χώρες, ενώ το πλαφόν στο ρωσικό αργό παγώνει για δώδεκα μήνες. Το ζήτημα των ναυτιλιακών συμφερόντων και η αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων είχαν αναδειχθεί από διπλωματικές πηγές ήδη από τον Φεβρουάριο.
Συμφωνία για το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας πέτυχαν την Πέμπτη τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ύστερα από εβδομάδες αδιεξόδου και μια αποτυχημένη διαπραγμάτευση το βράδυ της Τετάρτης. Το τελευταίο σημείο τριβής — η προτεινόμενη απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού αερίου προς τρίτες χώρες, που είχε αναδείξει την Ελλάδα σε βασικό ανασταλτικό παράγοντα — ξεπεράστηκε με τη θέσπιση εξαίρεσης διάρκειας ενός έτους, η οποία θα ανανεώνεται αυτόματα, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές της Ένωσης.
Παράλληλα, οι «27» συμφώνησαν να «παγώσουν» για δώδεκα μήνες το ανώτατο όριο τιμής (price cap) στο ρωσικό αργό. Το πλαφόν παραμένει στα 44,10 δολάρια το βαρέλι και επρόκειτο να αυξηθεί αυτόματα, λόγω του εξαμηνιαίου μηχανισμού επαναϋπολογισμού και της ανόδου των διεθνών τιμών εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν — εξέλιξη που θα απέφερε στη Μόσχα έκτακτα κέρδη.
Το πακέτο, που είχε προταθεί από την Κομισιόν τον Ιούνιο, στοχεύει κατά προτεραιότητα τον τραπεζικό τομέα της Ρωσίας, σε μια προσπάθεια της ΕΕ να ασκήσει πίεση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Μόσχας σε μια στιγμή που η Ένωση θεωρεί ευάλωτη. Στοχεύει επίσης τα δίκτυα κρυπτονομισμάτων, την παραγωγή drones, καθώς και εμπόρους και διυλιστήρια ρωσικού πετρελαίου. Στην αρχική του μορφή προέβλεπε ακόμη περιορισμούς μετακίνησης για πρώην μαχητές των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, κυρώσεις σε δεκάδες επιπλέον τράπεζες και απαγόρευση εισόδου στην Ένωση για άλλα 250 άτομα.
Πώς έφτασαν στη λύση
Η διαπραγμάτευση είχε ναυαγήσει το βράδυ της Τετάρτης, με τις συζητήσεις να ολοκληρώνονται μετά τις 7.30 μ.μ. χωρίς αποτέλεσμα και τους πρέσβεις να συγκαλούνται εκ νέου το πρωί της Πέμπτης. Η Ιρλανδία, που ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία του Συμβουλίου, είχε καταθέσει πρόταση συμβιβασμού που επέτρεπε στα ευρωπαϊκά δεξαμενόπλοια να εξάγουν ρωσικό LNG προς τρίτες χώρες μέχρι τον Ιανουάριο του 2029, με ταυτόχρονο πλαφόν στις εξαγωγές και απαγόρευση σύναψης νέων συμβολαίων. Η Αθήνα είχε απορρίψει αρχικά τον συμβιβασμό, ζητώντας εξαίρεση χωρίς χρονικό ορίζοντα.
Η τελική λύση κινήθηκε σε μια ενδιάμεση λογική, πιο κοντά όμως στο ελληνικό αίτημα: αντί για μεταβατική περίοδο με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, θεσπίστηκε εξαίρεση ενός έτους με αυτόματη ανανέωση. Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει τη συνέχιση της δραστηριότητας χωρίς την ανάγκη νέας διαπραγμάτευσης σε κάθε κύκλο, προσεγγίζοντας στην πράξη —χωρίς να την ονομάζει— τη μόνιμη εξαίρεση που είχε ζητήσει αρχικά η Αθήνα.
Το ελληνικό επιχείρημα
Η Αθήνα, που διαθέτει τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο —πάνω από 5.000 πλοία που μεταφέρουν περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου φορτίου κατά βάρος— και κυριαρχεί στην παγκόσμια αγορά μεταφοράς LNG, υποστήριζε ότι το προτεινόμενο μέτρο θα αποδεικνυόταν αναποτελεσματικό. Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, μια απαγόρευση στους ευρωπαϊκούς φορείς να μεταφέρουν ρωσικό LNG προς τρίτες χώρες θα οδηγούσε απλώς τα πλοία να νηολογηθούν εκτός ΕΕ, με την πρακτική να συνεχίζεται ούτως ή άλλως — αυτή τη φορά όμως εκτός ευρωπαϊκής εποπτείας — χωρίς να πλήττονται ουσιαστικά τα ρωσικά έσοδα. Η Αθήνα υποστήριζε, επιπλέον, ότι το μέτρο υπερέβαινε όσα είχαν συμφωνήσει προηγουμένως οι ηγέτες. Το επιχείρημα αυτό, που αξιωματούχοι δήλωναν στη HuffPost ήδη από τον Φεβρουάριο, επαναλήφθηκε στη συνέχεια και στα διεθνή μέσα: η Ευρώπη δεν πρέπει να καταλήξει να παραδίδει ολόκληρους τομείς οικονομικής δραστηριότητας ή μερίδια αγοράς σε μη ενωσιακούς παίκτες ως ακούσια συνέπεια της ίδιας της πολιτικής κυρώσεων.
Το price cap: μια θέση που η Αθήνα διατύπωνε από τον Φεβρουάριο
Η απόφαση για δωδεκάμηνο «πάγωμα» του πλαφόν αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιβεβαιώνει μια θέση που η ελληνική πλευρά υποστήριζε από νωρίς. Όπως μετέδιδε εδώ και μήνες η HuffPost, διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες είχαν επισημάνει ήδη από τον Φεβρουάριο — με αφορμή τη διαπραγμάτευση του 20ού πακέτου κυρώσεων — ότι η Αθήνα, μαζί με τη Μάλτα, θα εξέφραζε σοβαρές επιφυλάξεις για μέτρα που πλήττουν την ευρωπαϊκή ναυτιλία. Τότε, το επίμαχο σημείο ήταν η πρόταση για πλήρη απαγόρευση θαλάσσιων υπηρεσιών (ασφάλιση, ναυτιλία, τεχνική υποστήριξη) που ουσιαστικά αντικαθιστούσε το καθεστώς του price cap στο ρωσικό πετρέλαιο.
Στον πυρήνα της ελληνικής θέσης βρισκόταν —και παραμένει— η υπεράσπιση του ίδιου του μηχανισμού του πλαφόν. Η Αθήνα εκτιμούσε ότι το ισχύον καθεστώς του price cap είχε αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό από μια ολική απαγόρευση, καθώς περιόριζε τα ρωσικά έσοδα διατηρώντας παράλληλα τη σχετική ισορροπία στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Αντίθετα, η πλήρης απαγόρευση χαρακτηριζόταν από τις ίδιες πηγές ως μέτρο «επικοινωνιακά ελκυστικό», που όμως στην πράξη δεν αναμενόταν να αποδώσει — με τον κίνδυνο η μεταφορά του ρωσικού πετρελαίου να περνούσε σε πλοία κινεζικών και ινδικών συμφερόντων ή στον «σκιώδη στόλο», αυξάνοντας ενδεχομένως τα ρωσικά έσοδα αντί να τα μειώνει.
Την επιφύλαξη αυτή είχε αποτυπώσει δημόσια και ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, ο οποίος τον Φεβρουάριο, προσερχόμενος στη σύνοδο των ΥΠΕΞ της ΕΕ, είχε ζητήσει «στοχευμένες κυρώσεις» με «ωφέλιμο αποτέλεσμα» — διατύπωση που συμπύκνωνε ακριβώς τη διάκριση ανάμεσα στο συμβολικό και το ουσιαστικό μέτρο. Πέντε μήνες αργότερα, το επιχείρημα περί αποτελεσματικότητας του πλαφόν, που η Αθήνα διατύπωνε πρώτη, αποτυπώνεται πλέον στην ίδια την απόφαση των «27».
Στο «παρά πέντε» των διακοπών
Η συμφωνία ήρθε κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Η Τετάρτη ήταν αρχικά προγραμματισμένη ως η τελευταία συνεδρίαση των πρέσβεων πριν από τις θερινές διακοπές, με τους περισσότερους να μην επιστρέφουν παρά τον Σεπτέμβριο — γεγονός που είχε ωθήσει τις συζητήσεις πέρα από το αναμενόμενο όριο για τη νομοθετική δραστηριότητα.
Επειδή οι κυρώσεις απαιτούν ομοφωνία μεταξύ των 27 πρωτευουσών, κάθε εθνική κυβέρνηση μπορεί να «τιμολογήσει» τη συναίνεσή της ζητώντας αντισταθμίσματα σε άλλα πεδία όπως και έπραξαν αρκετά κράτη μέλη.