Υπάρχουν στιγμές που μια εικόνα λέει περισσότερα από χίλιες πολιτικές δηλώσεις και αναρτήσεις που κυνηγούν απλώς το clickbait, χωρίς να αποτυπώνουν την πραγματική διάσταση των γεγονότων.
Στη φωτογραφία που έχω μπροστά μου βλέπω ένα παιδί να βγαίνει εξαντλημένο από τη θάλασσα. Στο βάθος, ένας πατέρας κρατά σφιχτά το χέρι του παιδιού του, καθώς και οι δύο παλεύουν να φτάσουν σε μια ακτή που για εκείνους δεν είναι απλώς ένα κομμάτι γης, αλλά η τελευταία ελπίδα για μια νέα αρχή.
Πίσω από αυτή την εικόνα βρίσκεται η ιστορία ενός ανθρώπου που άφησε πίσω του το σπίτι του, τους ανθρώπους που αγαπά και ολόκληρη τη ζωή που γνώριζε. Όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή έφτασε στο σημείο να πιστεύει πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Μια διαδρομή γεμάτη φόβο, αβεβαιότητα και κίνδυνο, με μοναδικό προορισμό την αναζήτηση μιας ασφαλέστερης ζωής.
Αυτές είναι οι εικόνες της Θέουτα.
Η Θέουτα δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη. Είναι μια ισπανική αυτόνομη πόλη στη βόρεια ακτή της Αφρικής, στην ανατολική πλευρά του στενού του Γιβραλτάρ, σε μια μικρή χερσόνησο που συνορεύει χερσαία με το Μαρόκο. Μαζί με τη Μελίγια είναι οι δύο ισπανικές περιοχές στην ηπειρωτική Αφρική και αποτελούν τα μοναδικά χερσαία σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την αφρικανική ήπειρο.
Η στρατηγική της θέση την έχει καταστήσει εδώ και αιώνες σημείο τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας. Βρίσκεται δίπλα σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου, το στενό του Γιβραλτάρ, από όπου περνούν πλοία που συνδέουν τη Μεσόγειο με τον Ατλαντικό.
Για την Ευρώπη, όμως, η Θέουτα είναι κάτι περισσότερο από ένας γεωγραφικός τόπος. Είναι το σημείο όπου συναντώνται δύο διαφορετικοί κόσμοι. Από τη μία η Ευρώπη της ασφάλειας, της σταθερότητας και των θεσμών. Από την άλλη άνθρωποι που φτάνουν εξαντλημένοι, κουβαλώντας πίσω τους ιστορίες φτώχειας, πολέμων, φόβου και μιας ζωής χωρίς προοπτική.
Σήμερα η Θέουτα βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για το μεταναστευτικό, καθώς αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα σημεία εισόδου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από την Αφρική. Άνθρωποι από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής προσπαθούν να φτάσουν εκεί, περνώντας τον φράχτη στα σύνορα με το Μαρόκο ή διασχίζοντας τη θάλασσα, αναζητώντας άσυλο ή μια καλύτερη ζωή.
Η Ισπανία θεωρεί τη Θέουτα αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της, ενώ το Μαρόκο έχει κατά καιρούς αμφισβητήσει την ισπανική κυριαρχία στην περιοχή, θεωρώντας τα εδάφη αυτά κατάλοιπο της αποικιακής περιόδου.
Και όμως, λίγες ώρες μετά τις εικόνες από τις ακτές, η συζήτηση σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης μεταφέρθηκε αλλού. Όχι στο γιατί άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να ρισκάρουν τη ζωή τους στη θάλασσα. Όχι στο τι τους αναγκάζει να εγκαταλείψουν τα πάντα. Αλλά στο ποιος θα πληρώσει το πολιτικό κόστος.
Ο Πέδρο Σάντσεθ – ο πρωθυπουργός που έχει έρθει πολλές φορές σε αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ και με ευρωπαϊκές δυνάμεις που υποστηρίζουν μια πιο εθνικιστική και σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό, με έμφαση στην αποτροπή και στους αυστηρούς ελέγχους των συνόρων – έγινε για ακόμη μία φορά ο εύκολος στόχος.
Ένας ηγέτης πάνω στον οποίο πολλοί επιχείρησαν να φορτώσουν ένα πρόβλημα που δεν γεννήθηκε στη Μαδρίτη και δεν μπορεί να λυθεί από μία μόνο κυβέρνηση.
Η εικόνα ήταν σχεδόν αναμενόμενη. Πρωτοσέλιδα, πολιτικές δηλώσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις επικεντρώθηκαν στο αν η Ισπανία απέτυχε να προστατεύσει τα σύνορά της. Σπάνια όμως η ίδια ένταση αφιερώθηκε στην ερώτηση που θα έπρεπε να προηγείται όλων των άλλων: τι οδηγεί έναν άνθρωπο να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να περάσει μερικά χιλιόμετρα θάλασσας;
Κανείς δεν εγκαταλείπει το σπίτι του για μια περιπέτεια.
Κανείς δεν μπαίνει σε μια επικίνδυνη βάρκα, γνωρίζοντας ότι μπορεί να μην φτάσει ποτέ στον προορισμό του, αν δεν πιστεύει ότι η ζωή που αφήνει πίσω είναι ακόμη πιο δύσκολη.
Οι άνθρωποι που φτάνουν στη Θέουτα δεν βλέπουν απλώς έναν χάρτη. Δεν βλέπουν γραμμές συνόρων που σχεδιάστηκαν πριν από δεκαετίες. Βλέπουν μια πιθανότητα να ξεφύγουν από μια ζωή χωρίς ευκαιρίες. Βλέπουν την Ευρώπη ως σύμβολο ασφάλειας, εργασίας και μιας δεύτερης ευκαιρίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν έχει δικαίωμα να προστατεύει τα σύνορά της. Καμία δημοκρατική χώρα δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς κανόνες. Η ασφάλεια και ο έλεγχος των συνόρων αποτελούν βασική υποχρέωση κάθε κυβέρνησης.
Όμως η προστασία των συνόρων δεν μπορεί να σημαίνει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπαίνει στο περιθώριο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά της προσέγγισης του Πέδρο Σάντσεθ.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι το μεταναστευτικό δεν είναι μόνο ζήτημα αστυνομίας, περιπολιών και αποτροπής. Είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που απαιτεί συνεργασία με άλλες χώρες, επενδύσεις στις χώρες προέλευσης, συμφωνίες με τις χώρες διέλευσης και μια πολιτική που να συνδυάζει την ασφάλεια με τον ανθρωπισμό.
Αυτή η θέση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Οι δεξιές και συντηρητικές δυνάμεις στην Ευρώπη κατηγορούν τον Σάντσεθ ότι η πιο ανθρωποκεντρική προσέγγισή του στέλνει, όπως υποστηρίζουν, λάθος μήνυμα σε όσους επιχειρούν να περάσουν παράτυπα τα ευρωπαϊκά σύνορα.
Υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί περισσότερο στη λογική της αποτροπής: ισχυρότερα σύνορα, αυστηρότερη φύλαξη και ταχύτερες επιστροφές όσων δεν δικαιούνται άσυλο.
Σε αυτή τη γραμμή βρίσκεται και η πολιτική της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία έχει ζητήσει αυστηρότερους ελέγχους, συμφωνίες με τρίτες χώρες και μεγαλύτερη έμφαση στην προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης, όμως, υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατρέψει το μεταναστευτικό σε μια ατελείωτη μάχη φραγμών και αποκλεισμών.
Ότι μπορεί να υψώσει περισσότερους φράχτες και να ενισχύσει περισσότερες περιπολίες, αλλά δεν μπορεί να εξαφανίσει τις αιτίες που οδηγούν ανθρώπους σε αυτό το ταξίδι.
Γιατί οι βάρκες δεν σταματούν επειδή κάποιοι πολιτικοί ύψωσαν τον τόνο της φωνής τους.
Οι διακινητές δεν εξαφανίζονται επειδή έγιναν αυστηρότερες δηλώσεις στα τηλεοπτικά πάνελ.
Και η απόγνωση δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος την ονόμασε «απειλή».
Η μεγάλη ευρωπαϊκή αντίφαση βρίσκεται ακριβώς εδώ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε πάνω στην ιδέα ότι τα σύνορα θα έπαυαν να είναι τείχη ανάμεσα στους λαούς της. Η συνθήκη Σένγκεν έγινε το σύμβολο μιας Ευρώπης χωρίς εσωτερικά εμπόδια.
Όμως κάθε νέα μεταναστευτική κρίση επαναφέρει τη συζήτηση για κλειστά σύνορα, ελέγχους και επιστροφή σε μια Ευρώπη όπου κάθε χώρα κοιτάζει πρώτα τον εαυτό της.
Το ερώτημα είναι αν έτσι λύνεται το πρόβλημα ή αν απλώς μεταφέρεται από τη μία χώρα στην άλλη.
Η Θέουτα όμως δεν είναι απλώς ένας αριθμός.
Είναι ο άνθρωπος που περπάτησε για μήνες για να φτάσει μέχρι εκεί.
Είναι η μητέρα που φοβάται για το μέλλον των παιδιών της.
Είναι ο νέος που μεγάλωσε χωρίς ευκαιρίες και πιστεύει ότι η Ευρώπη είναι η μοναδική του πιθανότητα.
Αυτό το ανθρώπινο στοιχείο χάνεται συχνά μέσα στη φασαρία της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη αδικία απέναντι στον Σάντσεθ: ότι του ζητούν να απαντήσει μόνος του σε ένα πρόβλημα που είναι αποτέλεσμα δεκαετιών ευρωπαϊκών αποτυχιών.
Μια Ευρώπη που δεν κατάφερε να συμφωνήσει σε μια πραγματικά κοινή μεταναστευτική πολιτική. Μια Ευρώπη που άφησε τις χώρες πρώτης γραμμής να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος. Μια Ευρώπη που θυμάται το πρόβλημα μόνο όταν φτάνει στις τηλεοπτικές οθόνες.
Η κριτική σε μια κυβέρνηση είναι απαραίτητη. Η δημοκρατία χρειάζεται έλεγχο και λογοδοσία.
Όμως η εύκολη καταδίκη ενός ηγέτη χωρίς να εξετάζεται η συνολική εικόνα δεν είναι λύση. Είναι ένας τρόπος να αποφύγουμε τη δύσκολη συζήτηση.
Η Θέουτα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερους φράχτες.
Χρειάζεται πολιτική σοβαρότητα.
Χρειάζεται μια Ευρώπη που να μπορεί να προστατεύει τα σύνορά της χωρίς να ξεχνά τις αξίες της.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, πριν από κάθε πολιτική συζήτηση, υπάρχει μια απλή αλήθεια:
Πίσω από κάθε μεταναστευτική κρίση υπάρχουν άνθρωποι.
Και μια Ευρώπη που ξεχνά τους ανθρώπους για να κερδίσει μια πολιτική μάχη, κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εκλογική αναμέτρηση.
Κινδυνεύει να χάσει τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε.