Πριν από μερικά χρόνια ο φιλόσοφος Φρανκ Φουρέντι είχε γράψει σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία «η αλυσίδα των γεγονότων που διαδέχθηκε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο συνεχίζει να επηρεάζει την ζωή στον 21ο αιώνα».
Και έχει απόλυτο δίκιο. Μια από τις μείζονες επιπτώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και η αποδιάρθρωση των αυτοκρατοριών. Εξέλιξη που αντικατοπτρίζεται στην αρχή της «αυτοδιάθεσης των λαών», η οποία περιλαμβάνεται στα 14 σημεία του τότε Αμερικανού προέδρου Χάρολντ Γουΐλσον. Θέσεις με τις οποίες ο Βλαδίμηρος Λένιν αισθάνθηκε την ανάγκη να αναμετρηθεί με τις δικές του θέσεις περί «εθνικής αυτοδιάθεσης».
Ο Λένιν όμως με την ευρύτερη ιμπεριαλιστική του θεωρία, παρέλειπε, και μάλιστα όχι ακούσια, να αναγνωρίσει το εξής: δεν ήταν το τέλος των αυτοκρατοριών εν γένει, καθώς δύο από αυτές κατάφεραν να διασωθούν μετασχηματιζόμενες: η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε τον πυρήνα της μετασχηματιζόμενη σε κεμαλική Τουρκία, κάτι που απαίτησε όπως πολύ καλά γνωρίζουμε την γενοκτονία των αλλόδοξων Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων στον Πόντο και την Μικρά Ασία, κι έπειτα την καταπίεση των Κούρδων.
Η δε Ρωσική Αυτοκρατορία μετασχηματίστηκε σε «Σοβιετική» και παρ’ όλο το ιδεολογικό της προπέτασμα, πολύ σύντομα ακόμα και φωνές προερχόμενες από τους ίδιους τους μαρξιστές, την κατηγορούσαν για «σοσιαλ-ιμπεριαλισμό», ήδη από την δεκαετία του 1920. Το τίμημα για την επιβίωση της αυτοκρατορικής της δομής, φυσικά, ήταν η καταπίεση των εθνών στο εσωτερικό της σοβιετικής ομοσπονδίας, η κατάπνιξη της αυτοδιάθεσης των Βαλτικών λαών, των Λευκορώσων και της Ουκρανίας –με τον λιμό του Γολοντομόρ να την επισφραγίζει. Και από το 1945 ως το 1989, η κατοχή ολόκληρης της Ανατολικής Ευρώπης.
Πως όλα αυτά συνεχίζουν να επιδρούν σήμερα; Το βλέπουμε στην ανακύκλωση των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών της Άγκυρας –το εγχείρημα για έναν «τουρκικό 21ο αιώνα». Και φυσικά με την επιθετικότητα της Ρωσίας εναντίον της Ευρώπης, δια της εισβολής της Μόσχας στην Ουκρανία πρωτίστως –και αύριο ενδεχομένως στις Βαλτικές χώρες.
Οι «εκκρεμότητες» λοιπόν αυτές παράγουν γεωπολιτικό αποτύπωμα τώρα.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, όμως, ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Και ότι θα πρέπει να θεωρήσουμε τις αυτοκρατορικές τάσεις αυτές στην Ρωσία και την Τουρκία δίχως τέλος. Να αποδεχθούμε τον «εξαιρετισμό» τους, δηλαδή.
Ήδη ορισμένοι το ισχυρίζονται –ο πρώην πρόεδρος της Ουγγαρίας, Βικτώρ Ορμπάν είχε αυτή την αντίληψη και για την Ρωσία και για την Τουρκία. Αρκετοί στις ευρωπαϊκές ηγεσίες, και ιδίως την Ανατολική Ευρώπη φαίνεται ότι το σκέφτονται τώρα και για την Τουρκία. Αναλογίζονται αποκλειστικά τα προσωρινά πλεονεκτήματα που μπορεί να αποφέρει εκείνη στην Ευρώπη από την σκοπιά της αμυντικής βιομηχανίας, ευρύτερα των εφοδιαστικών αλυσίδων, του ελέγχου των μεταναστευτικών ροών ή επειδή η ίδια είναι διαθέσιμη να αναμειχθεί εδώ και τώρα στις θερμές ζώνες του πλανήτη. Για δικό της όφελος, βέβαια, αλλά αυτό οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν ακόμα να το δουν.
Το πρόβλημα απέναντι σε όλες αυτές τις απόψεις, είναι πως ξεχνούν ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί ένα ιστορικά καινοτόμο εγχείρημα. Επομένως δεν μπορούμε να μείνουμε στο επίπεδο του «ως συνήθως». Η επίτευξή του, λοιπόν, προϋποθέτει την ακεραιότητα της Ευρώπης, κάτι που καταφανώς προσκρούει στα ανανεωμένα αυτοκρατορικά εγχειρήματα της Ρωσίας και της Τουρκίας.
Καταπώς φαίνεται, η Ιστορία έχει την δική της λογική. Και για να υπάρξουν οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» που συζητούσαν ήδη μετά την συνθηκολόγηση που έφερε την λήξη του Μεγάλου Πολέμου, θα πρέπει πρώτα να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της αυτοδιάθεσης των εθνών. Κάτι που συνεπάγεται την εγκατάλειψη των ηγεμονικών ονείρων της Άγκυρας και της Μόσχας.
Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με πρωτοπόρο την Ουκρανία, αλλά και τις Βαλτικές χώρες αναδείκνυαν πεισματικά αυτήν την διάσταση καθ’ όλη την διάρκεια των προηγούμενων ετών και δεκαετιών σε ό,τι αφορά στην Ρωσία. Το έκαναν αυτό καθώς η επιθετικότητα της Μόσχας είναι γι’ αυτούς ιστορικό βίωμα και απτή πραγματικότητα.
Η υπόλοιπη Ευρώπη κώφευε πεισματικά. Και σε αυτό βοηθούσαν και τα ρούβλια που έπεφταν σωρηδόν για αγορές ακινήτων και λοιπών αγαθών πολυτελείας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αλλά και το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο. Γι’ αυτό και έπρεπε να έλθει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία για να συνειδητοποιήσουν και οι υπόλοιπες δυνάμεις αυτήν την διάσταση. Και πάλι δεν το κάνουν εξ ολοκλήρου.
Για την Τουρκία, ωστόσο, η Ανατολική Ευρώπη παραμένει στην συνείδηση του δικού της μέρους, και όχι του ευρωπαϊκού όλου. Παρ’ όλο που το πέρασμα αυτό, από την συνείδηση την μαχόμενη του ρωσικού επεκτατισμού, στην συνείδηση της Ευρώπης εν γένει είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να λύσει και το δικό της ιστορικό πρόβλημα.
Όσο για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις, φαίνονται εγκλωβισμένες σε μια στρατηγική τύφλωση, και στην αποκλειστική προσήλωση στο βραχυπρόθεσμο συμφέρον.
Όμως εν τέλει όλα αυτά τα στοιχεία είναι αδυναμίες που κοστίζουν και υπονομεύουν το ίδιο το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Εδώ έγκειται, τα επόμενα χρόνια, η δυνατότητα και η προοπτική ώστε να συνεισφέρει καίρια και αποφασιστικά η Ελλάδα και η Κύπρος στο κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα. Μπορεί να αναδείξει την διάσταση της Τουρκίας· ότι πρέπει δηλαδή, οι αυτοκρατορικές της αξιώσεις επιτέλους να εγκαταλειφθούν, όχι μόνον για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη την ίδια.
Ο Ελληνισμός, άρα, καλείται να συμβάλει στο να βοηθήσει την Ευρώπη να ανακτήσει την στρατηγική της αντίληψη. Εκείνην που έχασε όταν στην αλλαγή του αιώνα πίστεψε ότι ζούμε το «τέλος της ιστορίας» και ότι η πολιτική με το μεγάλο Π είναι περιττή, και ότι θα βυθιστούμε από εδώ και πέρα στις μικρές (καταναλωτικές) ιστορίες.
Με κάποιον, λοιπόν, οι ανοιχτοί λογαριασμοί του Α΄ΠΠ, που επανέρχονται ξανά και ξανά ζητούν στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, την λύση τους.