Ο Ντόναλντ Τραμπ έφτασε στο Πεκίνο για διήμερες συνομιλίες με τον Σι Τζινπίνγκ, σε μια επίσημη επίσκεψη που τα μεγάλα ξένα μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν όχι ως απλή διπλωματική τελετή, αλλά ως δοκιμασία ισορροπίας ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει συμφωνία. Είναι ποιος θα καταφέρει να δείξει ότι υπαγόρευσε τους όρους του παιχνιδιού, σε μια επίσκεψη που συνοδεύεται από κόκκινο χαλί, υψηλό συμβολισμό και μια βαριά ατζέντα: εμπορική ανακωχή, τεχνητή νοημοσύνη, σπάνιες γαίες, Ταϊβάν, αμερικανικές εξαγωγές, αλλά και ο πόλεμος με το Ιράν, που έχει πλέον γίνει παράγοντας παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας. Το Associated Press μεταδίδει ότι η επίσκεψη ξεκινά σε μια στιγμή διεθνούς ανησυχίας για πόλεμο, εμπόριο και AI, ενώ ο Τραμπ έχει ήδη προεξοφλήσει ότι «καλά πράγματα» μπορούν να συμβούν. 

Το Reuters δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σύνθεση της αμερικανικής αποστολής: μαζί με τον Τραμπ ταξιδεύουν κορυφαίοι επιχειρηματίες και τεχνολογικοί παράγοντες, με στόχο να πιέσουν για μεγαλύτερη πρόσβαση στην κινεζική αγορά. Στο επίκεντρο βρίσκεται η τεχνητή νοημοσύνη και τα chips, ένας τομέας όπου η Ουάσιγκτον θέλει να διατηρήσει τεχνολογικό προβάδισμα, αλλά οι αμερικανικές εταιρείες θέλουν ταυτόχρονα να μη χάσουν την Κίνα ως αγορά. 

Advertisement
Advertisement

Οι Financial Times παρουσιάζουν την επίσκεψη ως απόπειρα του Τραμπ να αποσπάσει από τον Σι ένα άνοιγμα της κινεζικής αγοράς προς τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Το μήνυμα, όπως το μεταδίδει η βρετανική οικονομική εφημερίδα, είναι σαφές: ο Τραμπ θέλει εμπορικά αποτελέσματα που να μπορούν να παρουσιαστούν στην Ουάσιγκτον ως χειροπιαστή επιτυχία. Πιθανές συμφωνίες σε Boeing, αγροτικά προϊόντα, ενέργεια ή τεχνολογία θα μπορούσαν να του δώσουν μια πολιτική ανάσα. 

Ωστόσο, η ίδια εικόνα έχει και δεύτερη ανάγνωση. Ο Τραμπ δεν πηγαίνει στο Πεκίνο μόνο ως πρόεδρος που διεκδικεί. Πηγαίνει και ως ηγέτης που χρειάζεται αποτέλεσμα. Τα διεθνή μέσα σημειώνουν ότι αντιμετωπίζει εσωτερική πίεση λόγω πληθωρισμού, ενεργειακού κόστους και της σύγκρουσης με το Ιράν. Αυτό σημαίνει ότι μια εμπορική ανακοίνωση, ακόμη και περιορισμένη, θα μπορούσε να παρουσιαστεί από τον Λευκό Οίκο ως «νίκη». Αλλά ακριβώς επειδή ο Τραμπ έχει ανάγκη τη νίκη, ο Σι φαίνεται να έχει περισσότερο χώρο να περιμένει.

Η αμερικανική ανάγνωση, όπως αποτυπώνεται κυρίως από AP και Reuters, είναι ότι πρόκειται για μια υψηλού ρίσκου σύνοδο με πιθανότητα επιμέρους συμφωνιών, όχι όμως απαραίτητα μεγάλης στρατηγικής επανεκκίνησης. Τα θέματα είναι πολλά και δύσκολα: η Κίνα θέλει χαλάρωση των περιορισμών στην τεχνολογία και στις εξαγωγές chips, οι ΗΠΑ ζητούν πρόσβαση στην κινεζική αγορά και μεγαλύτερες αγορές αμερικανικών προϊόντων, ενώ το Ταϊβάν παραμένει το πιο ευαίσθητο γεωπολιτικό πεδίο. 

Στην Ευρώπη, ο τόνος είναι πιο σκεπτικιστικός. Ο Guardian μεταδίδει εικόνα αυξημένης ασφάλειας, επιφυλακτικότητας και κινεζικής αυτοπεποίθησης στο Πεκίνο. Η βρετανική εφημερίδα υπογραμμίζει ότι η Κίνα του 2026 δεν είναι η Κίνα που υποδεχόταν Αμερικανούς προέδρους με διάθεση να αποδείξει κάτι. Είναι μια δύναμη που θεωρεί πως έχει ήδη αντέξει τους εμπορικούς πολέμους, τις τεχνολογικές πιέσεις και την αμερικανική πολιτική αστάθεια. 

Το μήνυμα από την ευρωπαϊκή σκοπιά είναι ότι η συνάντηση μπορεί να μειώσει την ένταση, αλλά δύσκολα θα λύσει τα βαθύτερα προβλήματα. Το εμπόριο, η Ταϊβάν και η AI δεν είναι ζητήματα που κλείνουν με μια φωτογραφία και ένα δείπνο. Είναι πεδία μακροχρόνιου ανταγωνισμού. Γι’ αυτό και αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι μια ελεγχόμενη αποκλιμάκωση, όχι μια ιστορική συμφωνία.

Στην Ασία, η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η South China Morning Post δίνει έμφαση στο τελετουργικό της υποδοχής, αλλά και στο γεγονός ότι η επίσκεψη παρακολουθείται με τεράστιο ενδιαφέρον λόγω Ιράν, ενεργειακών τιμών και τεχνολογικού ανταγωνισμού ΗΠΑ – Κίνας. Το Πεκίνο εμφανίζεται να θέλει σταθερότητα, αλλά όχι υποχώρηση. Θέλει να δείξει ότι μπορεί να συνομιλεί με την Ουάσιγκτον ως ισότιμος, όχι ως πλευρά που δέχεται πιέσεις. 

Advertisement

Το Ταϊβάν είναι ίσως το πιο επικίνδυνο θέμα της συνόδου. Οι Financial Times σημειώνουν ότι η πρόθεση του Τραμπ να συζητήσει τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν έχει προκαλέσει ανησυχία στην Ταϊπέι και σε συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή. Για τον Σι, οποιαδήποτε αλλαγή στη γλώσσα της Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως σημαντική κινεζική επιτυχία. Για τον Τραμπ, όμως, μια υπερβολική υποχώρηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως μήνυμα εγκατάλειψης συμμάχων. 

Το Ιράν προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Η Ουάσιγκτον θα ήθελε από την Κίνα να βοηθήσει, έστω έμμεσα, στην αποκλιμάκωση και στην αποκατάσταση της σταθερότητας στις ενεργειακές ροές. Όμως αναλυτές επισημαίνουν ότι το Πεκίνο δύσκολα θα θελήσει να εμφανιστεί ότι πιέζει την Τεχεράνη για λογαριασμό των ΗΠΑ. Η Κίνα έχει συμφέρον να πέσουν οι ενεργειακές τιμές, αλλά δεν έχει συμφέρον να χαρίσει στον Τραμπ μια καθαρή διπλωματική νίκη χωρίς αντάλλαγμα. 

Στο εμπορικό πεδίο, οι προσδοκίες είναι πιο συγκεκριμένες αλλά περιορισμένες. Το Barrons γράφει ότι οι αμερικανικές αγροτικές εξαγωγές προς την Κίνα θα μπορούσαν να βρεθούν ξανά στο τραπέζι, όμως προειδοποιεί να μην υπάρξει υπερβολική αισιοδοξία. Η Κίνα έχει ήδη στραφεί σε άλλους προμηθευτές, όπως η Βραζιλία, και οι προηγούμενες εμπορικές υποσχέσεις δεν μεταφράστηκαν πάντα σε σταθερές αγορές. 

Advertisement

Άρα, ποιος μπαίνει στη συνάντηση ως φαβορί; Με βάση τη μέχρι τώρα διεθνή κάλυψη, ο Σι φαίνεται να έχει το πλεονέκτημα της έδρας, του χρόνου και της στρατηγικής υπομονής. Υποδέχεται τον Τραμπ στο Πεκίνο, επιλέγει το σκηνικό, γνωρίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται ανακοινώσιμα αποτελέσματα και έχει στα χέρια του κρίσιμους μοχλούς: αγορά, σπάνιες γαίες, τεχνολογία, Ταϊβάν, Ιράν.

Ο Τραμπ, από την άλλη, έχει το πλεονέκτημα της πίεσης και του θεάματος. Αν αποσπάσει μεγάλες αγορές αμερικανικών προϊόντων, μια δέσμευση για άνοιγμα της κινεζικής αγοράς ή μια εικόνα συνεργασίας στο Ιράν, μπορεί να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον δηλώνοντας νικητής. Δεν χρειάζεται απαραίτητα ιστορική συμφωνία. Χρειάζεται μια εικόνα επιτυχίας.

Το πιθανότερο, όμως, σύμφωνα με το κλίμα που μεταδίδουν τα μεγάλα μέσα, είναι ότι δεν θα υπάρξει ένας καθαρός νικητής. Θα υπάρξει μάλλον μια προσεκτικά σκηνοθετημένη ανακωχή: αρκετή για να ηρεμήσουν οι αγορές, όχι αρκετή για να αλλάξει η μεγάλη εικόνα του ανταγωνισμού. Ο Τραμπ μπορεί να κερδίσει τίτλους. Ο Σι μπορεί να κερδίσει χρόνο. Και ο υπόλοιπος κόσμος θα μείνει να παρακολουθεί αν η νέα αυτή ισορροπία είναι σταθερότητα ή απλώς η παύση πριν από την επόμενη κρίση.

Advertisement