Η Villa Certosa δεν ήταν ποτέ απλώς ένα εξοχικό. Ήταν σκηνικό εξουσίας, διπλωματίας, χλιδής, σκανδάλων και νυχτερινών ιστοριών που σημάδεψαν την εποχή Μπερλουσκόνι. Σήμερα, οι κληρονόμοι του Ιταλού μεγιστάνα και πρώην πρωθυπουργού αναζητούν αγοραστή για το θρυλικό ακίνητο στη Σαρδηνία. Ένα ιδιωτικό βασίλειο με πισίνες, ξενώνες, τεχνητό ηφαίστειο, πυρηνικό καταφύγιο και μνήμες από τα περιβόητα «bunga bunga» πάρτι.
Η Villa Certosa, η εμβληματική κατοικία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στο Πόρτο Ροτόντο της Σαρδηνίας, επιστρέφει στο προσκήνιο όχι για έναν ακόμη μύθο από το παρελθόν της, αλλά για το μέλλον της: πωλείται.
Σύμφωνα με το ιταλικό μέσο La Nuova Sardegna, που έβγαλε πρώτο την είδηση για την πώληση, η αξία της βίλας μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 500 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το κόστος συντήρησης υπολογίζεται κοντά στο 1 εκατομμύριο ευρώ τον μήνα. Ένα ποσό που από μόνο του δείχνει ότι δεν μιλάμε για μία πολυτελή κατοικία, αλλά για έναν ολόκληρο ιδιωτικό μικρόκοσμο.
Το ακίνητο βρίσκεται σε ένα τεράστιο κτήμα, μεγαλύτερο σε έκταση από το Βατικανό, και υπήρξε για δεκαετίες το καλοκαιρινό στρατηγείο του «Καβαλιέρε». Εκεί όπου ο Μπερλουσκόνι δεχόταν αρχηγούς κρατών, πρωθυπουργούς, μεγιστάνες, σταρ, φίλους, προστατευόμενους και πρόσωπα που αργότερα θα γίνονταν μέρος της πιο εκρηκτικής ιδιωτικής μυθολογίας του.
Η βίλα διαθέτει δεκάδες δωμάτια, ανεξάρτητες κατοικίες φιλοξενίας, πισίνες, γήπεδα, σπα, ελικοδρόμιο, ιδιωτική παραλία, τεχνητές λίμνες, βοτανικούς κήπους, αμφιθέατρο, ακόμη και τεχνητό ηφαίστειο με ειδικά εφέ. Το πιο κινηματογραφικό στοιχείο, όμως, είναι ίσως το πλήρως εξοπλισμένο πυρηνικό καταφύγιο με απευθείας έξοδο προς τη θάλασσα.
Με άλλα λόγια, η Villa Certosa ήταν φτιαγμένη ακριβώς όπως ο ιδιοκτήτης της: υπερβολική, θεατρική, ακριβή, απρόβλεπτη και αδύνατον να περάσει απαρατήρητη.
Το σπίτι που έγινε σύμβολο μιας εποχής
Ο Μπερλουσκόνι απέκτησε το ακίνητο τη δεκαετία του 1980, όταν ακόμη ήταν γνωστό ως Villa Monastero. Σταδιακά το μετέτρεψε σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες ιδιωτικές κατοικίες της Ευρώπης.
Δεν ήταν μόνο τόπος διακοπών. Ήταν χώρος πολιτικών επαφών υψηλού επιπέδου. Από τη Villa Certosa πέρασαν κατά καιρούς ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Τόνι Μπλερ, ο Τζορτζ Μπους, ο Χοσέ Λουίς Θαπατέρο και άλλοι διεθνείς ηγέτες. Το 2004, μάλιστα, η ιταλική κυβέρνηση είχε χαρακτηρίσει τη βίλα ως εναλλακτική έδρα υψηλής ασφαλείας για την προστασία του πρωθυπουργού.
Αυτό ήταν το επίσημο πρόσωπο της Certosa.
Υπήρχε, όμως, και το άλλο.
Το πιο νυχτερινό, το πιο σκανδαλώδες, το πιο «μπερλουσκονικό». Εκείνο που συνδέθηκε με τις φωτογραφίες, τις καταγγελίες, τις νεαρές καλεσμένες, τα πάρτι με στολές και τα τραπέζια όπου η πολιτική εξουσία συναντούσε την ιδιωτική παρακμή.
Τα «bunga bunga» πάρτι και η Ρούμπι που έγινε σύμβολο σκανδάλου
Τα περιβόητα «bunga bunga» πάρτι έγιναν συνώνυμα της τελευταίας και πιο ταραχώδους φάσης της πολιτικής ζωής του Μπερλουσκόνι. Η έκφραση πέρασε στη διεθνή πολιτική αργκό ως κωδικός για βραδιές με νεαρές γυναίκες, προκλητικές εμφανίσεις, χορούς, ακριβά δώρα και ένα σύστημα εξουσίας που έμοιαζε να πιστεύει πως όλα αγοράζονται και όλα συγχωρούνται.
Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε η Καρίμα Ελ Μαχρούγκ, γνωστή ως Ρούμπι Ρουμπακουόρι. «Ruby the Heart Stealer». Ήταν 17 ετών όταν βρέθηκε στο επίκεντρο της υπόθεσης που συγκλόνισε την Ιταλία και εξέθεσε διεθνώς τον τότε πανίσχυρο πρωθυπουργό.
Ο Μπερλουσκόνι κατηγορήθηκε για σχέσεις με ανήλικη και κατάχρηση εξουσίας, αρνήθηκε τις κατηγορίες, καταδικάστηκε αρχικά σε πρώτο βαθμό, αλλά τελικά αθωώθηκε σε δεύτερο βαθμό. Αργότερα βρέθηκε αντιμέτωπος και με υποθέσεις που αφορούσαν φερόμενη δωροδοκία μαρτύρων, επίσης συνδεδεμένες με τα ίδια πάρτι. Η δικαστική διαδρομή υπήρξε μακρά, περίπλοκη και γεμάτη ανατροπές.
Πέρα όμως από τις δικαστικές αποφάσεις, το πολιτικό πλήγμα είχε ήδη γίνει. Τα «bunga bunga» δεν ήταν απλώς ένα σκάνδαλο προσωπικής ζωής. Ήταν η εικόνα μιας εξουσίας που είχε ταυτιστεί με την αλαζονεία, την τηλεοπτική φαντασμαγορία, την ανδρική ματαιοδοξία και την αίσθηση ατιμωρησίας.
Η Villa Certosa έγινε έτσι κάτι περισσότερο από σπίτι. Έγινε σκηνικό ενός πολιτικού θεάτρου όπου ο Μπερλουσκόνι έπαιζε όλους τους ρόλους: οικοδεσπότης, επιχειρηματίας, πρωθυπουργός, τηλεοπτικός σταρ, σκανδαλώδης πατριάρχης.
Σίλβιο Μπερλουσκόνι: Ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Ιταλία σε τηλεοπτικό πλατό
Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 29 Σεπτεμβρίου 1936 και πέθανε στις 12 Ιουνίου 2023, σε ηλικία 86 ετών. Αν κάποιος ήθελε να τον περιγράψει με μία φράση, θα έλεγε ότι υπήρξε ο άνθρωπος που κατάφερε να ενώσει την τηλεόραση, το χρήμα, το ποδόσφαιρο, την πολιτική και το σκάνδαλο σε ένα ενιαίο προσωπικό brand.
Ξεκίνησε ως επιχειρηματίας στον χώρο των ακινήτων. Έχτισε την οικονομική του βάση με το συγκρότημα Milano 2, ένα πρότυπο οικιστικό project έξω από το Μιλάνο. Πολύ γρήγορα, όμως, κατάλαβε ότι η πραγματική εξουσία δεν βρισκόταν μόνο στο τσιμέντο, αλλά στην εικόνα.
Έτσι μπήκε στην τηλεόραση. Δημιούργησε το Canale 5, έσπασε το μονοπώλιο της κρατικής RAI και έστησε σταδιακά την αυτοκρατορία της Mediaset. Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα κανάλια του διαμόρφωσαν την ιταλική καθημερινότητα: σαπουνόπερες, διαφημίσεις, τηλεπαιχνίδια, λαμπερά σώματα, καταναλωτισμός, χρώμα, μουσική και ένα νέο ύφος δημόσιας ζωής.
Ο Μπερλουσκόνι δεν χρησιμοποίησε απλώς την τηλεόραση. Την κατανόησε πριν από τους αντιπάλους του. Και όταν μπήκε στην πολιτική, το 1994, έκανε κάτι που τότε φαινόταν αδιανόητο: μετέτρεψε την προεκλογική εκστρατεία σε τηλεοπτικό προϊόν.
Ίδρυσε τη Forza Italia, πήρε το όνομα από το σύνθημα των γηπέδων, μίλησε απευθείας στους Ιταλούς μέσα από την οθόνη και παρουσίασε τον εαυτό του ως επιτυχημένο επιχειρηματία που θα «έσωζε» τη χώρα από την παλιά πολιτική τάξη.
Έγινε πρωθυπουργός τρεις φορές: το 1994, την περίοδο 2001-2006 και ξανά την περίοδο 2008-2011. Παρέμεινε κεντρικός παίκτης της ιταλικής δεξιάς για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Για τους οπαδούς του ήταν ο άνθρωπος που μιλούσε απλά, χαμογελούσε πλατιά, νικούσε τους «κομμουνιστές» και έφερνε στην πολιτική τη γλώσσα της αγοράς. Για τους επικριτές του ήταν ο πρωθυπουργός της σύγκρουσης συμφερόντων, ο πολιτικός που κυβερνούσε ενώ ταυτόχρονα ήλεγχε ένα τεράστιο μιντιακό σύστημα.
Και βέβαια ήταν ο ιδιοκτήτης της Μίλαν στα χρόνια της απόλυτης δόξας της. Με τον Μπερλουσκόνι στο τιμόνι, η ομάδα έγινε ευρωπαϊκή υπερδύναμη. Για τον ίδιο, το ποδόσφαιρο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από άθλημα. Ήταν λαϊκή απήχηση, κύρος, θέαμα και πολιτικό κεφάλαιο.
Ο Καβαλιέρε της υπερβολής
Ο Μπερλουσκόνι λάτρευε τα σύμβολα. Τίποτα γύρω του δεν ήταν μικρό. Τα σπίτια του, τα χαμόγελά του, οι υποσχέσεις του, οι φιλίες του, οι εχθροί του, οι δίκες του, οι γυναίκες που τον περιέβαλλαν, οι τηλεοπτικές του εμφανίσεις — όλα είχαν μια διάσταση υπερβολής.
Ήταν λαϊκιστής πριν ο λαϊκισμός γίνει η κυρίαρχη γλώσσα της διεθνούς πολιτικής. Ήταν influencer πριν υπάρξει ο όρος. Ήταν επιχειρηματίας που μπήκε στην πολιτική για να υπερασπιστεί, όπως έλεγαν οι αντίπαλοί του, και τα επιχειρηματικά του συμφέροντα. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε την ίδια ημέρα να υποδέχεται έναν αρχηγό κράτους, να τηλεφωνεί σε τηλεοπτικό πάνελ, να κάνει αστεία για γυναίκες και να καταγγέλλει τους δικαστές που τον ερευνούσαν.
Η ζωή του ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Υπήρξε αυτοδημιούργητος αλλά και βαθιά συστημικός. Υπήρξε μοντέρνος αλλά και πατριαρχικός. Υπήρξε λαοπρόβλητος αλλά και βαθύπλουτος. Υπήρξε δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης αλλά και μόνιμος πρωταγωνιστής δικαστικών σκανδάλων.
Αυτό ακριβώς τον έκανε τόσο ισχυρό και τόσο διχαστικό.
Το τέλος μιας εποχής στη Σαρδηνία
Με τον θάνατό του, η Villa Certosa πέρασε στους κληρονόμους του. Για τα παιδιά του Μπερλουσκόνι, το ακίνητο είναι μία τεράστια περιουσία, αλλά και ένα τεράστιο βάρος. Η συντήρησή του κοστίζει υπέρογκα ποσά, ενώ το ίδιο το σπίτι κουβαλάει μνήμες που κανένας νέος ιδιοκτήτης δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η πώλησή του, εάν ολοκληρωθεί κοντά στα ποσά που αναφέρονται στην ιταλική αγορά, θα είναι μία από τις μεγαλύτερες συναλλαγές πολυτελούς ακινήτου στην Ευρώπη. Πιθανοί αγοραστές φέρονται να αναζητούνται ανάμεσα σε Άραβες μεγιστάνες, Αμερικανούς δισεκατομμυριούχους και διεθνή funds που επενδύουν στο υπερπολυτελές real estate.
Όποιος όμως αγοράσει τη Villa Certosa δεν θα αγοράσει απλώς τετραγωνικά, πισίνες και θέα στη Σαρδηνία. Θα αγοράσει ένα κομμάτι της ιταλικής μεταπολεμικής μυθολογίας. Ένα σπίτι που υπήρξε παλάτι εξουσίας. Ένα θέρετρο που έγινε σκηνή σκανδάλων. Ένα ακίνητο που συμπύκνωσε την εποχή ενός ανθρώπου ο οποίος κυβέρνησε, διασκέδασε, προκάλεσε, δίχασε και τελικά άφησε πίσω του μια Ιταλία που ακόμη προσπαθεί να αποφασίσει αν τον θυμάται ως χαρισματικό ηγέτη ή ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης παρακμής.
Η Villa Certosa πωλείται. Αλλά οι ιστορίες της δύσκολα θα αλλάξουν ιδιοκτήτη.