Μια γυναίκα έπεισε τον πρώην σύντροφό της ότι είχε γεννήσει δύο παιδιά —τα οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχαν ποτέ— σε μια υπόθεση που δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Βρετανία χαρακτήρισε ως «ασυνήθιστη» και «περίτεχνη εκστρατεία εξαπάτησης».
Ο άνδρας, τα στοιχεία του οποίου δεν δημοσιοποιήθηκαν αλλά αναφερόταν ως «Τζον» κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, προσέφυγε στο Οικογενειακό Δικαστήριο αφού πληροφορήθηκε ότι η γυναίκα είχε πουλήσει τα δύο παιδιά τους έναντι συνολικού ποσού 500 λιρών.
Στο δικαστήριο αναφέρθηκε ότι ο άνδρας λάμβανε μηνύματα και φωτογραφίες των παιδιών και κατέβαλε στη γυναίκα περίπου 30.000 λίρες σε διάστημα δύο ετών.
Ωστόσο, σε ακρόαση που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο, η γυναίκα —η οποία αναφερόταν ως «Τζέινζ»— δήλωσε στον δικαστή ότι είχε πει ψέματα για τις εγκυμοσύνες από εκδίκηση, ισχυριζόμενη ότι ο άνδρας την είχε κακοποιήσει.
Το δικαστήριο ενημερώθηκε ότι ο άνδρας πίστευε πως ήταν ο πατέρας των παιδιών, καθώς στα τέλη του 2022 η σύντροφός του τού είχε πει ότι ήταν έγκυος, του είχε στείλει φωτογραφίες υπερήχου και η κοιλιά της είχε φουσκώσει, δείχνοντας «εμφανώς έγκυος» με την πάροδο του χρόνου.
Τον Μάιο του 2023, λίγο πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία γέννησης του πρώτου μωρού, η γυναίκα κάλεσε την αστυνομία καταγγέλλοντας ότι είχε δεχθεί επίθεση από τον άνδρα. Εκείνος συνελήφθη και στη συνέχεια προφυλακίστηκε για αρκετούς μήνες, όπως ανέφερε στην απόφασή της —η οποία δημοσιεύτηκε την Παρασκευή— η δικαστής Τζουντ.
Στη συνέχεια, η γυναίκα έστειλε μήνυμα στον πατριό του άνδρα ενημερώνοντάς τον ότι το μωρό είχε γεννηθεί, ενώ μοιράστηκε και φωτογραφίες του βρέφους.
Σε κάποια φάση, φέρεται να έστειλε φωνητικά μηνύματα στη μητέρα του πρώην συντρόφου της, μέσα στη νύχτα, στα οποία ακουγόταν στο βάθος το κλάμα ενός μωρού. Αργότερα, είπε στον άνδρα ότι ήταν ξανά έγκυος και ότι το μωρό αναμενόταν να γεννηθεί τον Αύγουστο του 2024. Ωστόσο, πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, το ζευγάρι χώρισε και δεν επανασυνδέθηκε.
Η γυναίκα ενημέρωσε αργότερα τη μητέρα του άνδρα ότι το μωρό είχε γεννηθεί.
Η γυναίκα παραδέχτηκε στο δικαστήριο ότι είχε πει στον άνδρα πως ήταν έγκυος τόσο όσο ήταν μαζί όσο και μετά τον χωρισμό τους, αλλά ομολόγησε ότι είχε πει μια σειρά από περίτεχνα ψέματα και ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχαν παιδιά.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι βρισκόταν σε εμμηνόπαυση εκείνη την περίοδο και δεν θα μπορούσε να είναι έγκυος, ενώ τα παραστατικά της τράπεζας έδειχναν ότι είχε επισκεφθεί κατάστημα τεχνητού μαυρίσματος την ημέρα που ισχυριζόταν ότι είχε γεννήσει, ανέφερε η δικαστής Τζουντ.
Στην απόφασή της, η δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι «παράγοντες που συνηγορούσαν κατά της πραγματικής ύπαρξης των παιδιών ήταν πολύ ισχυροί, ισχυρότεροι από τους παράγοντες που υποδείκνυαν το αντίθετο».
Δήλωσε ότι ο άνδρας έπεσε θύμα μιας «συνεχούς και περίτεχνης εκστρατείας εξαπάτησης», η οποία επηρέασε επίσης τη μητέρα και τον στενότερο φίλο του.
«Επιπλέον, η συμπεριφορά αυτή ήταν σκληρή, καθώς οδήγησε έναν άνδρα και τη μητέρα του να πιστεύουν ότι είχαν παιδιά και εγγόνια αντίστοιχα», επισήμανε η δικαστής και πρόσθεσε ότι δεν μπόρεσε να προσδιορίσει το κίνητρο της γυναίκας για τη συμπεριφορά της, αλλά ανέφερε ότι η οικονομική απάτη αποτελούσε «πιθανότητα» και ότι ενδέχεται να έπαιξαν ρόλο και τα «σύνθετα προβλήματα ψυχικής υγείας» από τα οποία έπασχε.