Στην άκρη του Passage Canal, περίπου 100 χιλιόμετρα από το Άνκορατζ, βρίσκεται το Whittier, μια μικρή αλλά εξαιρετικά ιδιόμορφη πόλη της Αλάσκας με πληθυσμό μόλις 272 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2020. Η πόλη έχει γίνει γνωστή διεθνώς για το γεγονός ότι σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της ζει μέσα σε ένα ενιαίο συγκρότημα κατοικιών, το Begich Towers, ένα κτίριο που ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και λειτουργεί ουσιαστικά ως μια αυτάρκης μικροκοινωνία.
Το συγκρότημα αυτό, που αρχικά κατασκευάστηκε το 1957 ως στρατιωτική εγκατάσταση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, διαθέτει περίπου 150 διαμερίσματα και έχει μετατραπεί με τα χρόνια σε έναν πολυλειτουργικό πυρήνα ζωής. Μέσα στους χώρους του στεγάζονται βασικές δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, όπως ταχυδρομείο, μικρό παντοπωλείο, πλυντήρια αυτοεξυπηρέτησης, αστυνομικό τμήμα, εκκλησιαστικός χώρος, αίθουσα συνεδριάσεων, δημοτικά γραφεία αλλά και ξενώνες τύπου bed & breakfast, δημιουργώντας μια σπάνια συνθήκη όπου η καθημερινότητα εκτυλίσσεται σχεδόν εξ ολοκλήρου κάτω από μία στέγη.
Στον τρίτο όροφο του κτιρίου λειτουργεί η Whittier Clinic, μια μικρή ιατρική μονάδα που προσφέρει πρωτοβάθμια φροντίδα και αντιμετώπιση ήπιων περιστατικών, με περιορισμένο μόνιμο προσωπικό. Για πιο σοβαρά περιστατικά, επείγουσες καταστάσεις ή εξειδικευμένες ιατρικές ανάγκες, οι κάτοικοι μεταφέρονται στο Άνκορατζ, όπου λειτουργούν πλήρως εξοπλισμένα νοσοκομεία. Η πρόσβαση γίνεται είτε οδικώς μέσω της σήραγγας είτε, σε περιπτώσεις ανάγκης, με εναέρια μέσα.
Η καθημερινότητα στο Whittier χαρακτηρίζεται από έντονη προσαρμογή στις καιρικές συνθήκες, καθώς η περιοχή δέχεται πολύ υψηλά επίπεδα βροχόπτωσης και χιονιού, ενώ οι άνεμοι συχνά είναι ιδιαίτερα ισχυροί. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εσωτερική ζωή των Begich Towers αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αφού οι κάτοικοι μπορούν να καλύψουν σχεδόν όλες τις βασικές τους ανάγκες χωρίς να βγουν έξω. Τα παιδιά μετακινούνται προς το σχολείο μέσω υπόγειας ή εσωτερικής σήραγγας που συνδέει τα κτίρια της κοινότητας, στοιχείο που εξασφαλίζει λειτουργία ακόμα και στις πιο δύσκολες χειμερινές ημέρες.
Η μορφή της πόλης συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική της ιστορία. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό λιμάνι και βάση, ενώ στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου κατασκευάστηκαν μεγάλα κτίρια για τη στέγαση του προσωπικού. Μετά την αποχώρηση του στρατού στα τέλη της δεκαετίας του 1950, το Whittier εξελίχθηκε σταδιακά σε πολιτική κοινότητα και αναγνωρίστηκε επίσημα ως πόλη το 1969, με τα πρώην στρατιωτικά κτίρια να αποκτούν νέα χρήση ως κατοικίες και δημόσιοι χώροι.
Μέχρι το 2000, η πρόσβαση στην πόλη γινόταν αποκλειστικά μέσω θαλάσσης, σιδηροδρόμου ή αεροπορικά. Η κατάσταση άλλαξε με το άνοιγμα της Anton Anderson Memorial Tunnel, μιας οδικής σήραγγας περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων που εξυπηρετεί τόσο αυτοκίνητα όσο και τρένα σε εναλλασσόμενο πρόγραμμα κυκλοφορίας. Η σήραγγα κλείνει κατά τη διάρκεια της νύχτας, απομονώνοντας προσωρινά την πόλη από το υπόλοιπο οδικό δίκτυο και ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τον χαρακτήρα της απομόνωσης.
Παρά τις ιδιαιτερότητες, το Whittier δεν είναι μια κλειστή ή εσωστρεφής κοινότητα. Αντίθετα, έχει αναπτύξει ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς και μια αίσθηση συλλογικότητας που ενισχύεται από τη συμβίωση στον ίδιο χώρο. Η τοποθεσία του, στην είσοδο του Prince William Sound, το καθιστά επίσης πύλη προς ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά περιβάλλοντα της Αλάσκας, με παγετώνες, θαλάσσια άγρια ζωή όπως φάλαινες και ενυδρίδες, αλλά και δραστηριότητες όπως καγιάκ και ψάρεμα που προσελκύουν επισκέπτες και κρουαζιερόπλοια.
Σήμερα, το Whittier παραμένει ένα από τα πιο ασυνήθιστα παραδείγματα αστικής ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια πόλη που λειτουργεί σχεδόν σαν ένα ενιαίο κτίριο, με ρυθμούς που καθορίζονται από τη φύση, τη γεωγραφία και την ανάγκη για κοινή επιβίωση σε ένα από τα πιο απαιτητικά κλίματα της Βόρειας Αμερικής.