ΤΟ BLOG
08/09/2018 09:57 EEST | Updated 08/09/2018 10:01 EEST

ΔΕΘ 2018: Προτεραιότητα η παραγωγή πλούτου και όχι η διανομή φτώχειας

SOOC

Είθισται η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης να είναι περισσότερο ένα πολιτικό παρά ένα οικονομικό γεγονός. Ανεβαίνει η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα και κάνουν τις προαναγγελίες τους για την ερχόμενη χρονιά. Ειδικά φέτος που ξεκινάει η προεκλογική χρονιά αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Βέβαια, η έκθεση λόγω της παρουσίας των ΗΠΑ ως τιμώμενη χώρα θα έχει και οικονομικό (και γεωπολιτικό) ενδιαφέρον και μακάρι να είναι η απαρχή ώστε η Δ.Ε.Θ. να μην είναι για να παρουσιάζουν τα Υπουργεία τη δουλειά τους, αλλά να πρωταγωνιστεί ο ιδιωτικός τομέας και ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις έντασης γνώσης με καινοτόμα προϊόντα να εκθέτουν τη δραστηριότητά τους. Αυτός θα πρέπει να είναι ο πραγματικός σκοπός της Δ.Ε.Θ. και όχι μια επίδειξη «κρατικοδίαιτης ανάπτυξης».

Ο κ. Τσίπρας προφανώς θα στηρίξει το αφήγημά του στην έξοδο από τα μνημόνια και στην ανάκτηση του ελέγχου της οικονομίας. Ενός ελέγχου όμως με λίγους βαθμούς ελευθερίας, σε ένα ήδη καθορισμένο στενό πλαίσιο και με αυστηρότερους πλέον κριτές της πορείας, τις αγορές και όχι τους θεσμούς. Η «ποινή» για πισωγυρίσματα θα είναι τα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού. Αν λοιπόν η προεκλογική παροχολογία ξεφύγει από τα ανεκτά πλαίσια τότε θα έχουμε χύσει την καρδάρα με το γάλα. Αντίθετα αν η κυβέρνηση εμφανιστεί «μετρημένη» (όπως επανειλημμένα συνιστούν οι κ. Τσακαλώτος, Χουλιαράκης κ.ά.) τότε θα αποφύγουμε τα χειρότερα.

Το δίλημμα λοιπόν για τον κ. Τσίπρα είναι αν θα επιδιώξει τα βραχυπρόθεσμα κομματικά οφέλη ή τα μακροπρόθεσμα οφέλη για την οικονομία. Διακινδυνεύω να προβλέψω ότι θα επιλέξει το πρώτο.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, που όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις θα είναι ο νικητής των επόμενων εκλογών, μπορεί να υποκύψει στον πειρασμό του να ακολουθήσει τον κ. Τσίπρα στην παροχολογία λόγω των εκλογών που έρχονται, μπορεί όμως και να εμφανίσει μια πιο υπεύθυνη στάση εστιάζοντας στις δομικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος. Όπως π.χ. η προσέλκυση επενδύσεων, η στροφή σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους, ο εκσυγχρονισμός των διαδικασιών του Δημοσίου με την πάταξη της γραφειοκρατίας, ο εξορθολογισμός της φορολογίας κλπ. Το σίγουρο είναι πάντως ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση πρέπει να βάλουν την οικονομία σε πρώτο πλάνο, όχι ανταγωνιζόμενες σε προεκλογικές παροχολογίες αλλά σε προτάσεις για αναπτυξιακές πολιτικές. Άλλωστε, χωρίς να μεγαλώσει η «πίτα» του Α.Ε.Π., τι επιπλέον μπορεί να μοιραστεί;

Μπαίνοντας λοιπόν στην προεκλογική περίοδο, το μεγάλο θέμα που πρέπει να καθορίσει την ατζέντα κατά τη γνώμη μου δεν είναι το κουκλοθέατρο της πόλωσης που βλέπουμε να παίζεται από ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ γιατί τους συμφέρει και τους δύο. Το μεγάλο θέμα είναι πώς θα αναστραφεί η αποεπένδυση στη χώρα. Αποεπένδυση σε παραγωγικό κεφάλαιο (κατά εκτιμήσεις χρειαζόμαστε 100 δις τα επόμενα 4-5 χρόνια) και αποεπένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο (450, 000 Έλληνες κυρίως νέοι επιστήμονες έχουν μεταναστεύσει). Χωρίς επενδύσεις δεν υπάρχει παραγωγή, δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας, δεν υπάρχει ασφαλιστικό σύστημα. Και όσοι χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τις συντάξεις που κόβονται, όταν έχουμε 1,3 εργαζομένους για κάθε έναν συνταξιούχο είναι φανερό το αδιέξοδο. Αυτή λοιπόν πρέπει να είναι η Νο 1 προτεραιότητα: να έρθουν επενδύσεις για να δημιουργηθεί παραγωγή και θέσεις εργασίας.

Και για να αναστραφεί κάπως το brain drain το μεγάλο ζητούμενο είναι αφενός να πάρει μπροστά η παραγωγή ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας καλά αμειβόμενες αλλά επίσης να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη σε ένα αξιοκρατικό σύστημα επιλογής κυρίως σε διαδικασίες του δημοσίου. Εκτός από την οικονομία, η αναξιοκρατία και η ημετεροκρατία έχει διώξει πολύ κόσμο στο εξωτερικό.

Αφήνοντας λοιπόν πίσω τα μνημόνια θα πρέπει να αποτινάξουμε και τις παιδικές ασθένειες της στρεβλής, παρασιτικής ανάπτυξης όπου οι κλειστοί θεσμοί και η πελατοκρατία κυριαρχούσαν. Οι ανοικτοί θεσμοί, οι ίσες ευκαιρίες, η διαφάνεια πρέπει να γίνουν πλέον συνείδηση στη χώρα μας αν θέλουμε να ακολουθήσουμε την Ευρωπαϊκή προοπτική. Και δεν μιλάω για ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο (που είναι ουσιαστικά ψευδοφιλελεύθερο καθότι υποτάσσεται στις αγορές), αλλά για ένα μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης που έχει τρεις πυλώνες: την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τον σεβασμό στο περιβάλλον. Αν δεν παντρεύονται αρμονικά τα τρία αυτά κριτήρια οι όποιες λύσεις είναι θνησιγενείς.

Με την Ευρώπη να βρίσκεται κι αυτή σε ένα μεταβατικό στάδιο προσπαθώντας να ισορροπήσει στους τρεις πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης, ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων στη χώρα μας, είναι να μιλήσουν για το δικό τους όραμα, βάζοντας αντίστοιχα τους δικούς τους συντελεστές βαρύτητας στα τρία αυτά κριτήρια. Αν το κάνουν θα δούμε ότι δεν είναι αγεφύρωτες οι διαφορές μεταξύ όσων πιστεύουν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας. Όμως αυτό που είναι αγεφύρωτο είναι το χάσμα στη ρητορική και στο δημόσιο λόγο προκειμένου να πολώσουν το κλίμα, ειδικά εν όψει των εκλογών. Αυτό δυστυχώς είναι που μας έχει κρατήσει 8 χρόνια μέσα στα μνημόνια: η έλλειψη στοιχειώδους συναίνεσης, που μόνο τον Αύγουστο του 2015 κάπως επετεύχθη προ του κινδύνου αυτοκτονίας της χώρας, για να χαθεί αμέσως μετά μέσα σε καιροσκοπικούς υπολογισμούς της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.