Η HuffPost προτείνει δέκα δυνατά βιβλία για τον Ιούνιο

Δέκα ιστορίες σκοτεινές, παράξενες, αστείες και άλλα τόσα ταξίδια από την Αφρική στις ελβετικές Άλπεις κι από τους δρόμους της Μαδρίτης στην Κρήτη.
Maria Korneeva via Getty Images

«Η Κόκκινη Βασίλισσα» του Χουάν Γκόμεθ-Χουράδο με την Αντόνια Σκοτ, που από πολλούς συγκρίνεται με τη διάσημη ηρωίδα του Στιγκ Λάρσον, Λίζμπεθ Σαλάντερ, το «Βλέμμα από γαλάζιο» του Λούι Μπέιαρντ, η κινηματογραφική μεταφορά του οποίου αναμένεται στο Netflix, «Το αίνιγμα του δωματίου 622» του Ζοέλ Ντικέρ που απέσπασε, µεταξύ άλλων, το Βραβείο Μυθιστορήµατος της Γαλλικής Ακαδηµίας και µεταφράστηκε σε περισσότερες από 35 γλώσσες και «O Χρονοσεισμός», το τελευταίο μυθιστόρημα του Κερτ Βόννεγκατ, κατά κάποιον τρόπο η αυτοβιογραφία και ο αποχαιρετισμός ενός από τους ευφυέστερους και πιο σαρκαστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα.

Και ακόμη, δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο Αμπντουλραζάκ Γκούρνα και η Άλις Μονρό, το νέο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα, Φάμπιο Στάσι, «Οι Προφήτες» του Ρόμπερτ Τζόους Τζ. και για φινάλε, το δροσερό «Άνθρωποι που συναντάμε στις διακοπές».

Η HuffPost προτείνει δέκα δυνατά βιβλία για τον Ιούνιο.

«Άλλες Ζωές» του Αμπντουλραζάκ Γκούρνα (μετάφραση Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Ψυχογιός)

Δραπετεύοντας από το χωριό όπου γεννήθηκε, μια περιοχή ταλανισμένη από τη φτώχεια, την πείνα και τους λοιμούς, ο νεαρός Ιλιάς φτάνει σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη όπου έκθαμβος παρακολουθεί την παρέλαση των Δυνάμεων Ασφαλείας στη Γερμανική Ανατολική Αφρική. Χρόνια αργότερα, το 1914, ενώ επίκειται ο μεγάλος πόλεμος μεταξύ των Βρετανών και των Γερμανών, στην Τάνγκα της Τανζανίας, o Ιλιάς αποφασίζει να καταταγεί στον γερμανικό στρατό, που αποτελείται κυρίως από Αφρικανούς μισθοφόρους, υποσχόμενος στη μικρή του αδελφή πως σύντομα θα επιστρέψει. Η υπόσχεσή του δε θα εκπληρωθεί ποτέ και το μυστήριο για το τι απέγινε ο Ιλιάς θα σκιάζει τη ζωή της Αφίγια ώσπου να γνωρίσει τον Χάμζα, έναν γενναιόδωρο και ονειροπόλο λιποτάκτη ο οποίος κατάφερε να διαφύγει από τη φρίκη του πολέμου. Οι δυο τους θα ζήσουν μια αναπάντεχη ιστορία αγάπης που θα ενώσει δυο οικογένειες αλλά και δυο ηπείρους, την Αφρική με την Ευρώπη.

Συνδυάζοντας ιστορικά στοιχεία σε μια συγκινητική μυθοπλασία, ο Αμπντουλραζάκ Γκούρνα (Νομπέλ Λογοτεχνίας 2021) μάς προσφέρει ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο για την Αφρική, την κληρονομιά της αποικιοκρατίας, τις φρικαλεότητες του πολέμου, καθώς και για τις απροσμέτρητες αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης.

«Βλέμμα από γαλάζιο» του Λούι Μπέιαρντ (μετάφραση Μαρία Φακίνου, εκδόσεις Μίνωας)

Τι κοινό έχει ο Έντγκαρ Άλαν Πόε με τον συγγραφέα Λούι Μπέιαρντ; Είναι βασικός ήρωας του βιβλίου του Μπέιαρντ, ο οποίος μαζί με τον πρωταγωνιστή Ογκάστους Λάντορ καλείται να βρει την άκρη του νήματος και να αποκαλύψει τον στυγνό δολοφόνο. Στις σελίδες του βιβλίου περιδιαβαίνουν κι άλλα ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Θέιερ, ο Χίτσκοκ, ο Κεμπλ.

Στη Στρατιωτική Ακαδημία του Ουέστ Πόιντ, τη γαλήνη μιας βραδιάς του Οκτώβρη του 1830 έρχεται να διαταράξει η ανακάλυψη της σορού ενός νεαρού δοκίμου, η οποία κρέμεται από ένα σκοινί λίγο έξω από τις εγκαταστάσεις του στρατοπέδου. Το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας δεν φαίνεται απίθανο, όμως το επόμενο πρωί ένα ακόμα αποτρόπαιο στοιχείο έρχεται στο φως: κάποιος έχει αφαιρέσει την καρδιά από το πτώμα.

Ανήμπορη να δώσει απαντήσεις και θέλοντας απεγνωσμένα να αποφύγει κάθε αρνητική δημοσιότητα, η Ακαδημία απευθύνεται στον Ογκάστους Λάντορ, έναν πρώην αστυνομικό, φημισμένο για τις αποτελεσματικές πρακτικές του τον καιρό που δούλευε στη Νέα Υόρκη. Καθώς ο Λάντορ αρχίζει να ανακρίνει τους σπουδαστές που γνώριζαν τον νεκρό, ανακαλύπτει έναν πρόθυμο βοηθό στο πρόσωπο ενός κυκλοθυμικού και ενδιαφέροντα νεαρού δοκίμου. Το όνομά του; Έντγκαρ Άλαν Πόε. Οι δύο άντρες, διαφορετικής ηλικίας αλλά παρόμοιας ευφυΐας, συνεργάζονται στενά και αναπτύσσουν μια βαθιά σχέση, καθώς οι έρευνες τους οδηγούν σε έναν κρυφό κόσμο με μυστικές λέσχες, τελετουργικές θυσίες και ακόμα περισσότερα πτώματα.

«Συγκλονιστικά ευφυές, το Βλέμμα από γαλάζιο διαβάζεται σαν ένα κλασικό έργο. Ο Μπέιαρντ δίνει νέα πνοή στο αστυνομικό μυθιστόρημα». New York Book Review.

H κινηματογραφική μεταφορά του «The Pale Blue Eye» (πρωτότυπος τίτλος) σε σκηνοθεσία Σκοτ Κούπερ, με πρωταγωνιστές τους Κρίστιαν Μπέιλ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Γκίλιαν Άντερσον, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, θα προβληθεί στο Netflix το 2022.

«Η Κόκκινη Βασίλισσα» του Χουάν Γκόμεθ-Χουράδο (μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Κλειδάριθμος)

«Η Αντόνια Σκοτ επιτρέπει στον εαυτό της να σκέφτεται την αυτοκτονία τρία μόνο λεπτά τη μέρα. Για άλλους ανθρώπους, τα τρία λεπτά μπορεί να είναι απειροελάχιστος χρόνος. Όχι για την Αντόνια. Θα λέγαμε ότι το μυαλό της έχει πολλά άλογα στο καπό, το μυαλό όμως της Αντόνια δεν θυμίζει μηχανή σπορ αυτοκινήτου. Θα λέγαμε ότι είναι ικανή για πολλούς κύκλους επεξεργασίας δεδομένων, το μυαλό όμως της Αντόνια δεν θυμίζει υπολογιστή. Το μυαλό της Αντόνια Σκοτ μάλλον με ζούγκλα μοιάζει, μια ζούγκλα γεμάτη μαϊμούδες που πηδούν ξέφρενα από κλαδί σε κλαδί μεταφέροντας διάφορα. Πολλές μαϊμούδες και πολλά πράγματα, που διασταυρώνονται στον αέρα, δείχνοντας τους κυνόδοντες τους.

Γι’ αυτό σε τρία λεπτά-με τα μάτια κλειστά, ξυπόλητη και καθισμένη σε στάση λωτού στο πάτωμα-η Αντόνια είναι ικανή να υπολογίσει:

-την ταχύτητα με την οποία θα προσέκρουε το σώμα της στο έδαφος αν πηδούσε από το παράθυρο

-πόσα μιλιγκράμ προποφόλης απαιτούνται για έναν αιώνιο ύπνο

-τη θερμοκρασία και τον χρόνο που θα έπρεπε να παραμείνει βυθισμένη σε μία παγωμένη λίμνη ώσπου η καρδιά της να πάψει να χτυπάει λόγω υποθερμίας...»

Με αυτή την εικόνα (με «Μια διακοπή») αρχίζει το ατμοσφαιρικό θρίλερ του Χουάν Γκόμεθ-Χουράδο που διαδραματίζεται στις γειτονιές της Μαδρίτης με ηρωίδα την ξεχωριστή Αντόνια Σκοτ, που δεν είναι αστυνομικός, ούτε εγκληματολόγος, δεν έχει κρατήσει ποτέ όπλο, ούτε έχει φορέσει σήμα, αλλά έχει διερευνήσει, εξαιτίας της μοναδικής της ευφυίας, δεκάδες εγκλήματα. Εδώ και τρία χρόνια ζει αποτραβηγμένη στη σοφίτα της στο Λαβαπιές. Αυτά που έχει χάσει είναι πολύ πιο σημαντικά από αυτά που την περιμένουν εκεί έξω. Η Αντόνια Σκοτ δεν δέχεται επισκέψεις. Γι’ αυτό δεν της αρέσει καθόλου, μα καθόλου, όταν ακούει άγνωστα βήματα να ανεβαίνουν τις σκάλες μέχρι τον τελευταίο όροφο. Όποιος και να είναι, η Αντόνια είναι σίγουρη ότι έρχεται γι’ αυτήν.

Τα βιβλία του Ισπανού συγγραφέα με την Αντόνια Σκοτ -που συγκρίνεται από πολλούς με τη διάσημη ηρωίδα του Στιγκ Λάρσον, Λίζμπεθ Σαλάντερ- έχουν ξεπεράσει τα 2 εκατομμύρια πωλήσεις σε 42 χώρες, ενώ για την Κόκκινη Βασίλισσα έχουν γραφτεί περισσότερες από 25.000 κριτικές στο goodreads.

«Να είχα, λέει, μια τρομπέτα» της Μάρως Δούκα (εκδόσεις Πατάκη)

«Αν και γραμμένη Αικατερίνη στα επίσημα χαρτιά, θα τη φωνάζανε Κατίνα-Κατερίνα-Κατινάκι τις καθημερνές, Κάτια-Κατιούλα τις Κυριακές, Κατίγκω στη ροή του ποταμού που με τα χρόνια ήταν στο γραμμένο του να γίνει χείμαρρος θολός με μουχλιασμένα, γλιτσερά νερά τον χειμώνα, ξεροπόταμος με σκουπίδια απ’ αυτά τα πλαστικά και τις κονσέρβες το καλοκαίρι. Αλλά αυτή με τη δική της και μόνο θέληση, μ’ ένα παγκάκι ορμητήριο που θα το υπεράσπιζε όσο και όπως μπορούσε μέχρι τέλους, θα γινόταν η αμετανόητη Κάκια, κι ας είχαν όλοι αντιδράσει, εφόσον το βαφτιστικό που της δώσανε ήταν προς τιμήν της μητέρας του νονού της, είχε βουρκώσει, της έλεγαν χρόνια πολλά αργότερα, η γιαγιά απ’ τη μεριά της μάνας της, γιατί η πρώτη εγγόνα της, χωρίς καθόλου να το έχει προσπαθήσει ή απαιτήσει η οικογένεια, βαφτίστηκε στο όνομα της αδικοχαμένης Κατίγκως, της δεκαπεντάχρονης, πεντάμορφης κεντήστρας. Πέρα απ’ τη θέληση όμως, τις διαθήκες, τις τροχοπέδες, τις παρακαταθήκες και τις μάταιες επιθυμίες των μεγάλων, τις αξίες και τα φαινόμενα, η Κάκια (της έδειχνε από τότε ότι είχε κάτι το ανάποδο στον χαρακτήρα, κάτι το αγύριστο, το τσουχτερό, το επίμονο, το υστερικό) παρέμεινε ανυποχώρητη, αδύνατον να τη φωνάζουν με το όνομα της νεκρής, Κατίγκω, κι αν επιμένουν να τη φωνάζουν, αυτή δεν θα τους ακούει, θα απουσιάζει, θα κλείνει με βουλοκέρι τ’ αυτιά της. Θα την τιμάει την αδικοχαμένη θεία της, θα αφήνει λουλουδάκια στο μνήμα της, αλλά το όνομά της δεν το θέλει, ούτε τη μοίρα της. Ούτε και τα άλλα υποκοριστικά ή επίσημα θέλει. Ο λόγος όμως τώρα για τη γιαγιά της, απ’ τη μεριά της μάνας της...»

Από το εδώ στο εκεί, από την Αθήνα του σήµερα στην Κρήτη των παιδικών της χρόνων. Ασφαλής µέσα στις φαντασιώσεις της, βέβαιη ότι η ζωή της εξαρτάται από τα µικρά και τα ταπεινά, παίρνει τους δρόµους µε τις τρεις πεθαµένες γιαγιάδες της για συντροφιά: την όµορφη Αφροδίτη, µε τα παραµύθια και τις γητειές, τη Σφακιανή Εργινιά, τη βουνίσια αρχόντισσα µε τα δώρα, την περίλυπη Φιλαρέτη, τη σπουδαγµένη, µε τα ιταλικά και το µαντολίνο της.

Εικόνες, σκέψεις, εµµονές, περιπλανήσεις, στόµατα πεινασµένα για ιστορίες, καθείς και το παγκάκι του. Έρωτες, γάµοι, φονικά, πανηγύρια και γεννητούρια, η ορµή του χρόνου, το βουητό της Ιστορίας, πόλεµοι, κακουχίες, ο µόχθος των ανθρώπων.

Κατίνα-Κάτια-Κατίγκω, η αµετανόητη Κάκια που ονειρευόταν ότι τρέχει µε το έλκηθρο στο χιονισµένο άγνωστο. Από ένα δυάρι στην Πατησίων, µ’ ένα παγκάκι ορµητήριο, γεννήθηκε ή δεν γεννήθηκε ακόµη, όλα έχει την τέχνη να τα επινοεί.

Μετά την Αφεντούλα Μπακάλογλου στην «Πύλη εισόδου» (εκδόσεις Πατάκη, 2019), η Μάρω Δούκα μάς χαρίζει άλλη μια αξέχαστη ηρωίδα.

«Μ′ αγαπάει δεν μ′ αγαπάει» της Άλις Μονρό (μετάφραση Σοφία Σκουλικάρη, εκδόσεις Μεταίχμιο)

«Πριν από πολλά χρόνια, τότε που τα τρένα δεν είχαν σταματήσει ακόμη τα δρομολόγιά τους σε τόσες πολλές από τις μικρές επαρχιακές πόλεις, μια γυναίκα με πλατύ, γεμάτο φακίδες μέτωπο και σγουρά κοκκινωπά μαλλιά μπήκε στον σιδηροδρομικό σταθμό και ζήτησε πληροφορίες για το πώς μπορούσε να στείλει οδικώς κάποια έπιπλα.

Ο υπάλληλος του σταθμού είχε τη συνήθεια να πειράζει τις γυναίκες, ειδικά τις άσχημες, που φαίνονταν να το εκτιμούν.

Έπιπλα;” είπε λες και αναρωτιόταν πώς στο καλό τής ήρθε μια τέτοια ιδέα. “Τέλος πάντων. Λοιπόν, για τι είδους έπιπλα μιλάμε;”

Μια τραπεζαρία και έξι καρέκλες. Ένα πλήρες σετ κρεβατοκάμαρας, ένα ντιβάνι, ένα τρπεζάκι σαλονιού, πλαϊνά τραπεζάκια, ένα φωτιστικό δαπέδου. Και μια βιτρίνα για τα γυαλικά κι ένας μπουφές”. […]

Ο υπάλληλος του σταθμού θα ισχυριζόταν, χωρίς δεύτερη σκέψη, πως ήξερε τους πάντες στην πόλη. Που σημαίνει ότι ήξερε περίπου τους μισούς. Και οι περισσότεροι από εκείνους που ήξερε ήταν οι βασικοί, αυτοί που ήταν πραγματικά άνθρωποι “της πόλης” με την έννοια ότι δεν είχαν φτάσει χτες και δεν σχεδίαζαν να φύγουν. Τη γυναίκα που πήγαινε στο Σασκατσιουάν, δεν την ήξερε, γιατί η γυναίκα αυτή δεν πήγαινε στην εκκλησία του, ούτε δούλευε σε κάποιο κατάστημα, εστιατόριο ή γραφείο από αυτά που πήγαινε εκείνος. Ούτε ήταν παντρεμένη με κάποιον άντρα από αυτούς που ήξερε από τις λέσχες, το Ελκς, το Όντφελος, το Λάιονς Κλαμπ ή την Ομοσπονδία. Μια ματιά στο αριστερό της χέρι την ώρα που έβγαζε τα λεφτά τού είχε μαρτυρήσει-κι εκείνος δεν απόρησε- πως δεν ήταν παντρεμένη με κανέναν...»

Εννιά ιστορίες -ο τίτλος του βιβλίου οφείλεται στην πρώτη από αυτές- ξετυλίγονται από την πένα της κορυφαίας διηγηματογράφου, βραβευμένης με Νόμπελ Λογοτεχνίας (2013) Άλις Μονρό.

Η μοίρα μιας ανύπαντρης οικονόμου αλλάζει απροσδόκητα από μια φάρσα. Μια φοιτήτρια ανακαλύπτει κατά την επίσκεψή της σε μια θεία της ένα μυστικό του παρελθόντος. Μια γυναίκα αναπολεί τη σύντομη ερωτική της συνάντηση με έναν άγνωστο και πώς αυτή η ανάμνηση την έχει στηρίξει σε όλη της τη ζωή. Η συγγραφέας μάς μεταφέρει σ’ έναν κόσμο όπου ένα απροσδόκητο γεγονός ή μια ξανακερδισμένη ανάμνηση μπορεί να φωτίσει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής.

«Σκοτώνω όποιον θέλω» του Φάμπιο Στάσι (Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ίκαρος)

Στη ζωή του Βίντσε Κόρσο, άνεργου φιλόλογου που αναγκάζεται να βγάζει τα προς το ζην ασκώντας το επάγγελμα του βιβλιοθεραπευτή, τα πάντα ανατρέπονται από τη μια μέρα στην άλλη. Άγνωστοι εισβάλλουν στο σπίτι του, καταστρέφουν τα βινύλια και τα βιβλία του και δηλητηριάζουν τον αγαπημένο του σκύλο, τον Ντζάνγκο. Ο Βίντσε θα βρεθεί σε μια ιλιγγιώδη δίνη μυστηρίου και δολοφονιών, μέσα σ’ ένα σκοτεινό σχέδιο που κινεί τα νήματα, τις σκέψεις του αλλά και τη ζωή του, οδηγώντας τον σε μια κουρασμένη, παρακμιακή Ρώμη να κυνηγά φαντάσματα, και ανάμεσά τους και την ίδια του τη σκιά.

Η τρίτη ιστορία του βιβλιοθεραπευτή Βίντσε Κόρσο τον βρίσκει αντιμέτωπο με την πιο σκοτεινή, μέχρι σήμερα, περιπέτειά του. Ένα αίνιγμα που μέσα από σκοτεινές ατραπούς τον ωθεί να αναρωτηθεί πόσο απειλητική αλλά και πόσο σωτήρια μπορεί να είναι η δύναμη των λέξεων.

Ο Φάμπιο Στάσι πρωτοεμφανίστηκε το 2006. Έχει γράψει έντεκα μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια αλλά και βιβλία για παιδιά. Το 2013 γνώρισε μεγάλη επιτυχία χάρη στο μυθιστόρημά του Ο τελευταίος χορός του Σαρλό, το οποίο μεταφράστηκε σε 19 χώρες, ενώ στην Ιταλία τιμήθηκε με έξι βραβεία μεταξύ των οποίων και το Premio Selezione Campiello. Το 2016 κέρδισε το βραβείο Scerbanenco για το καλύτερο νουάρ μυθιστόρημα της χρονιάς με το βιβλίο του Η χαμένη αναγνώστρια (Ίκαρος, 2018), που αγαπήθηκε πολύ και από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, όπως και το δεύτερο βιβλίο της σειράς με πρωταγωνιστή τον βιβλιοθεραπευτή Βίντσε Κόρσο Κάθε σύμπτωση έχει ψυχή (Ίκαρος, 2019).

«Το αίνιγμα του δωματίου 622» του Ζοέλ Ντικέρ (μετάφραση Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Πατάκη)

Μια νύχτα του Δεκέµβρη, ένας φόνος διαπράττεται στο Παλάς ντε Βερµπιέ, ένα πολυτελές ξενοδοχείο των ελβετικών Άλπεων. Η αστυνοµική έρευνα που διεξάγεται δεν καταλήγει πουθενά. Πολλά χρόνια αργότερα, στις αρχές του καλοκαιριού του 2018, ένας διάσηµος συγγραφέας, που καταφτάνει στο ίδιο ξενοδοχείο για να περάσει τις διακοπές του, θα βρεθεί χωρίς να το καταλάβει στον πυρήνα αυτής της υπόθεσης. Όµως, τι ακριβώς συνέβη στο δωµάτιο 622;

Με την ακρίβεια Ελβετού ωρολογοποιού, ο Ζοέλ Ντικέρ, που έγινε γνωστός µε την «Αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέµπερτ» (εκδ. Πατάκη, 2014), µάς ταξιδεύει στην καρδιά της Γενεύης, της γενέτειράς του, µέσα από ένα σκοτεινό µυθιστόρηµα.

Ένα ερωτικό τρίγωνο, παιχνίδια εξουσίας και χτυπήµατα κάτω από τη µέση, προδοσίες και ζηλοφθονίες που µας αποκαλύπτουν µια Ελβετία κάθε άλλο παρά ήσυχη και ειδυλλιακή.

Το βιβλίο αυτό, το δεύτερο µυθιστόρηµά του, πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία τον Σεπτέµβριο του 2012, µε πρωτοφανή επιτυχία, απέσπασε, µεταξύ άλλων, το Βραβείο Μυθιστορήµατος της Γαλλικής Ακαδηµίας και µεταφράστηκε σε περισσότερες από 35 γλώσσες.

«Οι Προφήτες» του Ρόμπερτ Τζόους Τζ. (μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου, εκδόσεις Διόπτρα)

Ο Αϊζάια ήταν του Σάμιουελ και ο Σάμιουελ του Αϊζάια. Έτσι ήταν από την αρχή κι έτσι θα ήταν ως το τέλος. Στον στάβλο φρόντιζαν τα ζώα αλλά κι ο ένας τον άλλο, κάνοντας την άδεια καλύβα καταφύγιο της ανθρωπιάς, της τρυφερότητας και της ελπίδας σε έναν κόσμο που τον όριζαν σκληροί αφέντες. Αλλά, όταν ένας μεγαλύτερος άντρας -σκλάβος κι αυτός- προσπάθησε να κερδίσει την εύνοια του αφέντη κηρύττοντας τη θρησκεία του στη φυτεία, οι σκλάβοι στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου. Και η αγάπη του Αϊζάια και του Σάμιουελ, κάποτε τόσο απλή, έγινε ξαφνικά αμαρτία και απειλή για την αρμονία της φυτείας.

Με έναν λυρισμό που θυμίζει Τόνι Μόρισον, ο Ρόμπερτ Τζόουνς Τζ. δίνει φωνή σε σκλάβους και αφέντες μιας φυτείας του αμερικανικού Νότου, από τον Αϊζάια και τον Σάμιουελ έως τον άκαρδο κύριό τους και τις γυναίκες που τους πλαισιώνουν, γυναίκες που κουβαλούν στους ώμους τους την ψυχή της φυτείας.

Καθώς το βάρος αιώνων -το βάρος των προγόνων αλλά και των γενεών που θα έρθουν- συσσωρεύεται και η ένταση αυξάνεται προς μια σαρωτική κορύφωση, το βιβλίο αποκαλύπτει την κληρονομιά της οδύνης και των βασάνων, αλλά ταυτόχρονα δονείται από ομορφιά, αλήθεια και την τεράστια, ηρωική δύναμη της αγάπης.

«Η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι η προσπάθειά του να αποδώσει τον συναισθηματικό, εσωτερικό κόσμο των σκλαβωμένων, που πάρα πολύ συχνά παρουσιάζονται είτε ως απλά αντικείμενα σαδιστικής βίας είτε ως ευγενείς, υπεράνθρωποι μαχητές της απελευθέρωσης… Το ντεμπούτο του Τζόουνς είναι μια σημαντική συμβολή στα αμερικανικά γράμματα, στη μελέτη της ιστορίας των μαύρων ομοφυλόφιλων και στη σημερινή συγκυρία, όπου είμαστε αντιμέτωποι με την κληρονομιά της ρατσιστικής βίας στην Αμερική». The Washington Post.

Ο Νεοϋορκέζος Ρόμπερτ Τζόουνς Τζ.σπούδασε δημιουργική γραφή και λογοτεχνία στο Brooklyn College. Έχει αρθρογραφήσει για τους New York Times, τα Essence και The Paris Review, και πολλά ακόμα έντυπα. Είναι ο ιδρυτής της διαδικτυακής κοινότητας για την κοινωνική δικαιοσύνη Son of Baldwin, που έχει πάνω από 275.000 μέλη σε όλες τις πλατφόρμες.

Οι Προφήτες, το πρώτο του μυθιστόρημα, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και ήταν φιναλίστ για το National Book Award, το Prix Medicis ξενόγλωσσου μυθιστορήματος, το Grand Prix de Litterature Americaine, καθώς και υποψήφιο για το Prix Femina, ενώ έχει εκδοθεί σε 15 χώρες.

«Χρονοσεισμός» του Κερτ Βόννεγκατ (μετάφραση Χριστόδουλος Λιθαρής, εκδόσεις Πατάκη)

Γίνεται χρονοσεισμός. Στις 13 Φεβρουαρίου 2001 η ζωή γυρίζει πίσω κατά δέκα ολόκληρα χρόνια και οι άνθρωποι πρέπει να ζήσουν ξανά μια ολόκληρη δεκαετία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, λεπτό το λεπτό, ώρα την ώρα, χρόνο τον χρόνο.

Να επαναλάβουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, να κάνουν τα ίδια ακριβώς λάθη. Να δουν να ξετυλίγονται οι ίδιες τραγωδίες σαν φάρσες. Δέκα χρόνια déjà-vu! Ο χρονοσεισμός τούς έχει αφαιρέσει πλήρως την ελεύθερη βούληση. Κι όλα αυτά γιατί; Διότι έτσι το θέλησε ο Κίλγκορ Τράουτ, ένας γέρος συγγραφέας βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που δεν κυκλοφορούν πια, το alter ego του Βόννεγκατ. Όταν κάποτε η ισορροπία του σύμπαντος θα αποκατασταθεί, όλοι θα ζήσουν ξανά τη ζωή τους σε πρώτη προβολή, κάτι που προϋποθέτει να τεθεί ξανά σε λειτουργία το μυαλό τους. Και τότε τα πράγματα θα αρχίσουν κι άλλο να μπερδεύονται.

O Χρονοσεισμός (1997), το τελευταίο μυθιστόρημα του Κερτ Βόννεγκατ, είναι κατά κάποιον τρόπο η αυτοβιογραφία και ο αποχαιρετισμός ενός από τους ευφυέστερους και πιο σαρκαστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ένα μυθιστόρημα, απόσταγμα σοφίας και μαζί εγκώμιο της μωρίας, για την αγάπη της ζωής αλλά και τη γελοιότητά της, με ήρωα έναν συγγραφέα που ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο.

«Άνθρωποι που συναντάμε στις διακοπές» της Έμιλι Χένρι (μετάφραση Μιχάλης Δελέγκος, εκδόσεις Διόπτρα)

Δύο αχώριστοι φίλοι. Η Πόπι και ο Άλεξ δεν έχουν τίποτα κοινό. Εκείνη αγαπάει την περιπέτεια και δουλεύει ως ταξιδιωτική συντάκτρια με έδρα τη Νέα Υόρκη. Εκείνος προτιμάει να κάθεται σπίτι με συντροφιά ένα καλό βιβλίο και είναι καθηγητής στο λύκειο της μικρής πόλης όπου μεγάλωσαν.
Και όμως, αυτοί οι δύο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι καταλαβαίνουν απόλυτα ο ένας τον άλλον. Δέκα καλοκαιρινά ταξίδια. Όλα ξεκίνησαν την πρώτη τους χρονιά στο πανεπιστήμιο, όταν τυχαία έκαναν μαζί το ταξίδι της επιστροφής στο σπίτι για τις καλοκαιρινές διακοπές. Έκτοτε και για μια δεκαετία, έχουν την παράδοση να περνούν μαζί μια περιπετειώδη εβδομάδα διακοπών.
Μέχρι που πριν από δύο χρόνια καταστράφηκαν τα πάντα. Από τότε δεν έχουν ξαναμιλήσει.

Μία τελευταία ευκαιρία να ερωτευτούν. Η Πόπι έχει όλα όσα είχε ποτέ θελήσει, αλλά παρ’ όλα αυτά νιώθει ένα κενό. Η τελευταία φορά που ένιωσε αληθινά ευτυχισμένη ήταν δύο καλοκαίρια πριν, σε εκείνο το μοιραίο ταξίδι με τον Άλεξ. Και ας πήγαν στο τέλος όλα στραβά. Με αυτή την αφορμή αποφασίζει να παρακινήσει τον κολλητό της να κάνουν ένα ακόμα ταξίδι μαζί. Ως εκ θαύματος, εκείνος συμφωνεί.

Έχει μία εβδομάδα για να διορθώσει τα πάντα. Όμως πρώτα θα πρέπει να παραδεχθεί την αλήθεια στον ίδιο της τον εαυτό. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Mια ιστορία που αποτίει φόρο τιμής στις κλασικές ρομαντικές κομεντί, αλλά έχει τη δική της άποψη, κάτι σαν update της αγαπημένης κωμωδίας «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι».

Η Έμιλι Χένρι γράφει νεανικές ιστορίες για την οικογένεια, τη φιλία και τον έρωτα. Τα βιβλία της έχουν βρεθεί στην κορυφή της λίστας των New York Times. Έχει σπουδάσει δημιουργική γραφή στο Hope College. Ζει και γράφει στο Σινσινάτι.