Η συλλογή έργων τέχνης της βασίλισσας Ελισάβετ: Από Ντα Βίντσι και Ρέμπραντ έως Βερμέερ

Η βρετανική βασιλική οικογένεια έχει στην κατοχή της τη μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή έργων τέχνης στον κόσμο, γνωστή ως Royal Collection Trust.
Η βασίλισσα Ελισάβετ Β' συνοδεύει τη βασίλισσα Μάξιμα και τον βασιλιά Γουλιέλμο-Αλέξανδρο της Ολλανδίας ση Βασιλική Συλλογή στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, 23 Οκτωβρίου 2018, Λονδίνο. (Photo by Chris J Ratcliffe - WPA Pool /Getty Images)
Η βασίλισσα Ελισάβετ Β' συνοδεύει τη βασίλισσα Μάξιμα και τον βασιλιά Γουλιέλμο-Αλέξανδρο της Ολλανδίας ση Βασιλική Συλλογή στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, 23 Οκτωβρίου 2018, Λονδίνο. (Photo by Chris J Ratcliffe - WPA Pool /Getty Images)
WPA Pool via Getty Images

Η βασίλισσα Ελισάβετ Β’, η μακροβιότερη μονάρχης της Βρετανίας, απεβίωσε την Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 96 ετών, αφήνοντας την τελευταία της πνοή στο κάστρο Μπαλμόραλ της Σκωτίας. Το εν λόγω κάστρο είναι μόνο ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της βασίλισσας, η οποία παρέμεινε στον θρόνο εβδομήντα ολόκληρα χρόνια.

Η προσωπική περιουσία της Ελισάβετ -ακίνητα, επενδύσεις, κοσμήματα, έργα τέχνης- αγγίζει τα 500 εκατομμύρια δολάρια σύμφωνα με εκτίμηση του Forbes το 2021, που κατά το μεγαλύτερο μέρος κληρονομεί, πάλι σύμφωνα με το Forbes, ο γιος της, Κάρολος, ο οποίος την διαδέχτηκε αυτομάτως μετά τον θάνατο της. Σημειώνεται ότι η βρετανική μοναρχία αποτιμήθηκε το 2017 από την εταιρεία αξιολόγησης Brand Finance σε περίπου 88 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η βρετανική βασιλική οικογένεια έχει στην κατοχή της εκτός των άλλων τη μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή έργων τέχνης στον κόσμο, γνωστή ως Royal Collection Trust, η οποία σύμφωνα με το ArtNews περιλαμβάνει πάνω από ένα εκατομμύριο αντικείμενα (από πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, ταπισερί, πανοπλίες, πορσελάνες, όπλα και έπιπλα αντίκες έως πολυτελή διακοσμητικά Fabergé), τα οποία είναι διασκορπισμένα στις δεκαπέντε βασιλικές κατοικίες, μερικές από τις οποίες είναι ανοιχτές στο κοινό.

Το 2013, με αφορμή την έκθεση στην Queen’s Gallery του Μπάκιγχαμ «In Fine Style: The Art of Tudor and Stuart Fashion», στην οποία παρουσιάστηκαν 60 έργα ζωγραφικής από τη συλλογή με θέμα το στυλ και τη μόδα των Τυδώρ και των Στιούαρτ, έργα με την υπογραφή κορυφαίων ζωγράφων όπως ο Χανς Χολμπάιν ο Νεότερος και ο Άντονι βαν Ντάικ, η Ελίζαμπεθ Φούλερτον έγραφε στο ArtNews ότι η συλλογή της βασίλισσας περιλαμβάνει πάνω από 7.000 πίνακες και πολλές χιλιάδες λιθογραφίες, χαρακτικά, σχέδια και υδατογραφίες.

Μεταξύ αυτών είναι αριστουργήματα των Καραβάτζιο, Βερμέερ, Ρέμπραντ, Ρούμπενς, Τιτσιάνο, Καναλέτο και Μπρίγκελ του Πρεσβύτερου, της Αρτεμισίας Τζεντιλέσκι, η σειρά του Ιταλού καλλιτέχνη της Αναγέννησης Αντρέα Μαντένια «Οι θρίαμβοι του Καίσαρα» από τον κύκλο των Θριάμβων (εννέα πίνακες, 1490-1506) που βρίσκονται στο Ανάκτορο Χάμπτον Κορτ, επτά προσχέδια των ταπισερί με σκηνές από τις «Πράξεις των Αποστόλων» που φιλοτέχνησε ο Ραφαήλ για την Καπέλα Σιστίνα (1515–16) και περίπου 600 σχέδια του Λεονάρντο ντα Βίντσι τα οποία βρίσκονται στο Κάστρο του Ουίνδσορ.

Η συλλογή κατέληξε στην Ελισάβετ (όχι στο φυσικό πρόσωπο, ως ιδιώτη, αλλά στη μονάρχη) από τις βρετανικές βασιλικές δυναστείες των τελευταίων 500 ετών και πιο συγκεκριμένα από το 1660, και είναι μία από τις ελάχιστες σημαντικές βασιλικές ευρωπαϊκές συλλογές που παραμένουν ακέραιες, όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Royal Collection Trust.

Παρά το γεγονός ότι η συλλογή διαθέτει αφθονία έργων των Old Masters, γεγονός που της επιτρέπει να συναγωνίζεται τις συλλογές του Μουσείου Πράδο στη Μαδρίτη ακόμη και του Λούβρου στο Παρίσι, δεν περιλαμβάνει σχεδόν κανέναν ιμπρεσιονιστή (μόλις έναν Μονέ) και μόνο έναν μικρό αριθμό μοντέρνων και σύγχρονων Βρετανών καλλιτεχνών, απόδειξη, κατά το δημοσίευμα ότι, από πολλές απόψεις, η συλλογή έχει διαμορφωθεί από τις ιδιοτροπίες βασιλέων και βασιλισσών που δεν βρίσκονται στη ζωή εδώ και πολλά χρόνια.

Ο πρώτος βασιλιάς της Αγγλίας ο οποίος υπήρξε προστάτης των τεχνών ήταν ο θρυλικός Ερρίκος Η‘, ο οποίος τη δεκαετία του 1530 διόρισε τον Γερμανό πορτρετίστα Χανς Χολμπάιν αυλικό ζωγράφο. Αντίθετα, το ενδιαφέρον της Ελισάβετ Α’ περιοριζόταν μονάχα στις προσωπογραφίες της. Γνώστης της τέχνης με διαφορά ήταν ο βασιλιάς Κάρολος ο Α’. Είχε παραγγείλει πορτρέτα της οικογένειας και του στενού κύκλου του στον Άντονι βαν Ντάικ, ενώ προμηθευόταν έργα από τη συλλογή του οίκου Γκονζάγα της Μάντοβας, στην υπηρεσία του οποίου βρισκόταν ο ζωγράφος Αντρέα Μαντένια.

Όσο για την Ελισάβετ τη Β’, που σύμφωνα με το The Art Newspaper μεγάλωσε ανάμεσα στα έργα της μεγαλύτερης εκτός μουσείου συλλογής στον κόσμο «οι εικαστικές τέχνες δεν φάνηκε να ήταν ψηλά στη λίστα των ενδιαφερόντων της. Ωστόσο, παραδόξως, έκανε περισσότερα από όλους τους επιφανείς προκατόχους της για να μοιραστεί τους βασιλικούς θησαυρούς της».

Εδώ η ιστορία έχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο, που δεν είναι άλλο από τον ιστορικό τέχνης Άντονι Μπλαντ, υπεύθυνο για τη συλλογή της βασίλισσας, ο οποίος ανέλαβε να τη μυήσει στην τέχνη, από το 1952 οπότε η Ελισάβετ ανέβηκε στον θρόνο έως και το 1972, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο που όπως αποκαλύφθηκε έξι χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση του, ήταν κατάσκοπος των Σοβιετικών. Ωστόσο, η βασiλική συλλογή άνοιξε χάρη στην πρωτοβουλία του Μπλαντ: Η Queen’s Gallery που χτίστηκε δίπλα στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, στη θέση ενός παρεκκλησιού που βομβαρδίστηκε από τη Λουφτβάφε το 1940, έχει παρουσιάσει από τα εγκαίνια της το 1962 μέχρι σήμερα περισσότερες από 80 θεματικές εκθέσεις με έργα από τη συλλογή.

Αλλά η μεγαλύτερη αλλαγή ήρθε μετά την καταστροφική πυρκαγιά στο Κάστρο του Ουίνδσορ το 1992. Μέχρι τότε η συλλογή διαχειριζόταν απευθείας το Royal Household, αλλά το 1993 δημιουργήθηκε καταπίστευμα για τη φροντίδα και χρήση των έργων, το οποίο χρηματοδοτείται από το άνοιγμα των βασιλικών ανακτόρων στους επισκέπτες. Σπάζοντας την παράδοση, τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ άρχισαν να ανοίγουν το καλοκαίρι στο κοινό, σε μια εποχή κατά την οποία η βασίλισσα δεν βρισκόταν συνήθως στην κατοικία, παρέχοντας παράλληλα μια σημαντική νέα πηγή εσόδων.

Από το 1993 μεγάλος μέρος από το πλεόνασμα του καταπιστεύματος δόθηκε σε τρία μεγάλα έργα: την ανακαίνιση του Κάστρου του Ουίνδσορ μετά την πυρκαγιά του 1992, την επέκταση της Queen’s Gallery το 2002 και τη δημιουργία, την ίδια χρονιά, μιας νέας γκαλερί στο Holyroodhouse στο Εδιμβούργο.

Οι βασικές προτεραιότητες της Ελισάβετ όσον αφορά τη συλλογή, μεμονωμένα έργα της οποίας δίνονται κατά περίπτωση υπό μορφή δανείου σε μουσεία για εκθέσεις, ήταν η δημόσια πρόσβαση, η διατήρηση και η πλήρης καταγραφή της.

Μέχρι την πανδημία όλα πήγαιναν καλά για τη Royal Collection. Το οικονομικό έτος 2020-21, ο συνολικός αριθμός επισκεπτών μειώθηκε λόγω των lockdown και των ταξιδιωτικών περιορισμών από 3.285.000 σε 155.000 άτομα και τα έσοδα από 72 εκατομμύρια λίρες σε 7 εκατομμύρια λίρες.

Πέραν της ορθής διαχείρισης πάντως, η σχέση της Ελισάβετ με την τέχνη, δεν δείχνει ιδιαίτερα δυνατή: Σε έρευνα του The Art Newspaper για τα πρώτα 50 χρόνια της βασιλείας της, διαπιστώθηκε ότι είχαν αποκτηθεί μόλις 20 πίνακες, μια μέτρια προσθήκη στους 7.000. Η έρευνα αφορούσε μόνο πίνακες ζωγραφικής (όχι άλλα έργα τέχνης) και όπως προέκυψε, ήταν όλα πορτρέτα: δύο της βασίλισσας, δύο που απεικονίζουν διακεκριμένα πρόσωπα της Αυλής της και 16 ιστορικές προσωπικότητες.

Με πληροφορίες από ArtNews, The Art Newspaper

Δημοφιλή