ΤΟ BLOG
25/04/2018 11:37 EEST | Updated 25/04/2018 11:37 EEST

Ένας Ξεχωριστός Άνθρωπος

Stelios Skopelitis

Ένας ξεχωριστός άνθρωπος, ένας σπουδαίος Έλληνας, ένας πολίτης του κόσμου που συνταρασσόταν ολάκερος από τον κλασσικό ελληνικό κόσμο σε μια θαυμαστή σύζευξη αρμονίας και γαλήνης. Ο Άγγελος Δεληβορριάς ταξιδεύει αυτές τις ώρες συντροφιά με τον σεβασμό μιας ολόκληρης χώρας που ακουμπάει πάνω του τους πολιτιστικούς της καημούς, ελπίζοντας να μην γίνει ποτέ μετέωρη μνήμη, ούτε ένα φευγαλέο απείκασμα, αλλά ένα σταθερό πλαίσιο αξιών, παράδειγμα προς μελέτη και μίμηση.

Είναι σχεδόν απαγορευτικό, σχεδόν αδύνατον να κτυπάς στον υπολογιστή σου λέξεις για τον μοναδικό Άγγελο Δεληβορριά, αλλά πολλές φορές χρειάζεται να συντονίζεις τις σκέψεις σου με τέτοιο τρόπο, ώστε ο αναγνώστης, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές να αισθανθεί την ίδια περηφάνεια που και εσύ αισθάνεσαι, έχοντας γνωρίσει τον αρχαιολόγο, τον δάσκαλο, τον πανεπιστημιακό, τον μουσειολόγο, τον ακαδημαϊκό Δεληβορριά.

Τον συνάντησα για τελευταία φορά στις 25 Μαρτίου του 2018, γύρω από ένα τραπέζι με πολλούς φίλους και με μπακαλιάρο με μπόλικη σκορδαλιά. Δίπλα στη γλύπτρια Ναταλία Μελά, δίπλα σε γνωστά ονόματα από το χώρο της τέχνης, όπου ο κάθε ένας είχε αφήσει τα οφίτσιά του και το υπερτροφικό εγώ του έξω από την πόρτα της οικοδέσποινας. Ο Δεληβορριάς ήταν πρόσχαρος, προσηνής, παρακολουθούσε μ’ εκείνο το γλυκό χαμόγελό του ό,τι του έλεγε η ομήγυρις, απαντούσε όσο πιο απλά μπορούσε στις απορίες μας, αστειευόταν, θυμόταν και δεν θυμόταν πράγματα, αλλά ήταν παρών στα 81 του χρόνια, με τη γαλήνη που χαρακτηρίζει τους χορτασμένους ανθρώπους.

 

Ο Άγγελος Δεληβορριάς δεν είχε φραγμούς στις δημιουργικές του ανησυχίες.

 

Φεύγοντας από σπίτι, θα τολμούσα να πω πως πνιγόμουν από ενθουσιασμό, γιατί είχα χρόνια να μιλήσω μαζί του. Κι ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που είπα σχεδόν φωναχτά:Κοίτα, του χρωστάει όλη η Ελλάδα. Της έδωσε τροφή για να ζήσει πολιτιστικά, την έκανε να πιστέψει με τις πράξεις του ότι δεν είναι το χάλι που της καταλογίζουν, αλλά όλοι εμείς αξίζουμε κάτι πολύ καλύτερο. Προχωρώντας προς το αυτοκίνητο κούμπωσα το σακάκι μου ως το λαιμό από το κρύο και τον αισθάνθηκα να περπατάει μπροστά μου, με το κόκκινο πουλόβερ του, αγέρωχος, σχεδιάζοντας, και κρατώντας σημειώσεις για μελλοντικές αρχαιολογικές ή μουσειακές εργασίες. Άνθρωπος σε εγρήγορση και σε ετοιμότητα. 

Ο Άγγελος Δεληβορριάς είχε την τρέλα στα μάτια του, την δημιουργική τρέλα. Ήταν αντισυμβατικός, ήταν πολίτης του κόσμου, μα κι ένας Έλληνας επαναστάτης που όταν κάποια στιγμή είπε ότι το Μουσείο Μπενάκη πρέπει να στηθεί απ’ την αρχή, όλοι τον κοίταζαν άφωνοι, θεωρώντας πρακτικά αδύνατο ένα τόσο βαρύ και τεραστίων απαιτήσεων έργο.

Κι όμως, χρόνια μετά, το 2000, το Μουσείο Μπενάκη άνοιξε και όσοι το επισκεφτήκαμε αρχικά εκπλαγήκαμε με τη ριζική ανάπλαση των κτιριακών εγκαταστάσεων, κυρίως δε με τον αναπροσανατολισμό των μουσειακών στόχων και την εντυπωσιακή αλλαγή του εκθεσιακού πνεύματος. Περπατούσαμε στις διαδρομές που εκείνος μας υποδείκνυε, μας περνούσε από τη μια αίθουσα στην άλλη, από τη μια εκθεσιακή ενότητα στην επόμενη, αβίαστα, ήσυχα - σχεδόν νομοτελειακής συνέχειας έργο. Ο Άγγελος Δεληβορριάς είχε δημιουργήσει το δικό του εύληπτο εσωτερικό ειρμό σε έναν χώρο που υπό κανονικές συνθήκες έφθινε.

Tο Μουσείο Μπενάκη είναι ένα μουσείο με πολυκεντρική δομή. Έκτος από το κεντρικό κτήριο περιλαμβάνει το κτήριο της οδού Πειραιώς, το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης και άλλα μουσεία δορυφόρους. Σε συνέντευξη του έλεγε το εξής : «Το έχω πει satelite system. Είναι ένα βαθύτατα δημοκρατικό, αποκεντρωτικό σύστημα και νομίζω μοναδικό υπόδειγμα ανάπτυξης Μουσείου – μάλιστα δεν το λέω πια μουσείο –, ενός πολιτισμικού χώρου που ενδιαφέρεται εξίσου για το παρελθόν, για το παρόν και για το μέλλον».

Και ναι, έχουμε το κτήριο της οδού Πειραιώς. Ένα εκ πρώτης όψεως δύσκολο και απρόβλεπτο αρχικά εγχείρημα (εννοιολογικά, αισθητικά, αλλά και τοπικιστικά). Η γειτονιά εκείνη στην Πειραιώς ήταν από τις πιο υποβαθμισμένες και χρειαζόταν τεράστια δύναμη ψυχής για έναν αρχαιολόγο του βεληνεκούς του Δεληβορριά να διαρρήξει πάσης φύσεως στεγανά και να προχωρήσει στην ανέγερσή του που ανατέθηκε στο αρχιτεκτονικό γραφείο Ανδρέα και Μαρίας Κούρκουλα. Ένα μουσείο που σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς της πόλης, όχι μόνο γιατί φιλοξενεί εξαιρετικές εκθέσεις, αλλά γιατί ελκύει πλέον τις νέες γενιές που με την ορμή της νιότης τους οικειοποιούνται ό,τι τους συγκινεί και ό,τι τους δυναμώνει πολιτιστικά.

 

Βαθιά μέσα του ήταν χαραγμένος ο ελληνικός χρόνος που μπορούσε να αντέχει το βάρος ενός Περικλή, ενός Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενός Βυζαντίου…

 

Ο Άγγελος Δεληβορριάς δεν είχε φραγμούς στις δημιουργικές του ανησυχίες. Ήταν ασυγκράτητος όταν επρόκειτο για τα μουσεία, τα οποία στη δική του αντίληψη είναι ζώντες οργανισμοί, επιδεχόμενοι κριτική και εντάσεις, μεταλλασσόμενοι ανά περιόδους και ανά σχήματα, κάθε φορά που οι ανάγκες άλλαζαν ή αλλάζουν κατευθύνσεις.

Σε στιγμές περισυλλογής ανέτρεχε στον Ελύτη, στον Σεφέρη, στον Χατζηκυριάκο Γκίκα, τον Κακριδή, τον Καρούζο. Πάλευε για οτιδήποτε μπορούσε να αναδείξει την Ελλάδα. Πίστευε ότι η μνήμη είναι αυτή που χαράσσει πορείες ειδικά σε χώρους, όπως τα μουσεία. Και έδειχνε να αντέχει στο χρόνο. Ήξερε πως για να στηθεί αυτή η μνήμη, όπως την είχε οραματιστεί πχ. ο Μπενάκης θα χρειάζονταν πολύς πραγματικός χρόνος. Αλλά αυτός ο συνήθης φόβος των ανθρώπων, για τον Άγγελο μετατρέπονταν σε δύναμη και δυναμική, από τα ασφυκτικά όρια της οποίας δεν υπήρχε διέξοδος, ούτε επιστροφή. Άλλωστε βαθιά μέσα του ήταν χαραγμένος ο ελληνικός χρόνος που μπορούσε να αντέχει το βάρος ενός Περικλή, ενός Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενός Βυζαντίου….Κι όταν καμιά φορά κουραζόταν από τις καταβυθίσεις στην Ιστορία, αναθαρρούσε, λέγοντας πως κάθε γενιά πρέπει να τα ξαναπιάνει όλα απ’ την αρχή.

 

Ήταν ως το τέλος της ζωής του κυριολεκτικά παθιασμένος με τη Γενιά του ’30 κι ας έδινε την εντύπωση ότι είχε διασχίσει με τόλμη τους επόμενους αιώνες

 

Με τον καιρό αυτονομήθηκε και το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης στον Κεραμεικό, δίπλα στην Αρχαία Αγορά. Το μουσείο στεγάζεται σε μια ανακαινισμένη νεοκλασική έπαυλη. Ιδρύθηκε το 1931 με βάση τη συλλογή του Αντώνη Μπενάκη, μέλους της οικογένειας εμπόρων που ζούσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Σήμερα οι συλλογές του μουσείου καλύπτουν 12 αιώνες ισλαμικής τέχνης. Ένα μουσείο με σημαντική συλλογή, ιδιαίτερα γνωστό στο εξωτερικό, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και πέραν του Ατλαντικού, το οποίο διευρύνει διαρκώς το υλικό του μέσω δωρεών και με συνεργασίες με μεγάλα μουσεία του εξωτερικού, όπως το Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης.

Από το σύνολο του συμπλέγματος του Μουσείου Μπενάκη δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός το μουσειακό παράρτημα, αφιερωμένο στον Νίκο Χατζηκυριάκο –Γκίκα που από τις 20 Μαΐου 2012 έγινε επισκέψιμο. 

Στο μισό του 4ου, στον 5ο και σε ένα μεγάλο μέρος του 6ου ορόφου του κτηρίου, στεγάζονται μόνιμα ορισμένα τμήματα από την κατοικία του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, το γραφείο, τα σαλόνια, η τραπεζαρία, οι προσωπικές του συλλογές, μια έκθεση με έργα του, το εργαστήριο όπου δούλευε και όπου δεχόταν τους φίλους και τους θαυμαστές του. 

Όλες οι ενδιάμεσες αίθουσες καταγράφουν την πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία του ελληνικού Μεσοπολέμου, καλύπτοντας την περίοδο που μεσολαβεί από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 έως τις παραμονές της δικτατορίας του 1967. Εκπροσωπούνται κάποιοι από τους θεωρούμενους ως ανθρωπιστικούς κλάδους του επιστητού: η φιλολογία, η φιλοσοφία και η ιστορία, η αρχαιολογία, η βυζαντινολογία και η αισθητική, η ποίηση, η λογοτεχνία και το θέατρο, η γλυπτική, η ζωγραφική και η χαρακτική, η μουσική, ο χορός, η αρχιτεκτονική και η τέχνη της φωτογραφίας. Αυτοί οι τομείς της νεοελληνικής δημιουργίας παρουσιάζονται σαν ενιαία, ομοούσια και αδιαίρετη ενότητα, σαν τα γλωσσικά ιδιώματα ενός κοινού λόγου. 

Ο Άγγελος Δεληβορριάς ήταν ως το τέλος της ζωής του κυριολεκτικά παθιασμένος με τη Γενιά του ’30 κι ας έδινε την εντύπωση ότι είχε διασχίσει με τόλμη τους επόμενους αιώνες. Μιλώντας με τη συνάδελφο Μαργαρίτα Πουρνάρα για αυτή τη γενιά, είχε πει ότι «Η Γενιά του ΄30 ενισχύει τις εσωτερικές μας αντιστάσεις και τις δικλείδες ασφαλείας που έχουμε για να αντιμετωπίζουμε μια πραγματικότητα καθόλου ενθαρρυντική».

Από χθες ταξιδεύει προς τους ανθρώπους εκείνης της γενιάς, προς τους δασκάλους του, προς όσους εκείνος θεωρούσε τροφοδότες του πολιτισμού και της ελπίδας μιας χώρας που πάντα πελαγοδρομούσε ανάμεσα στην αμφισβήτηση των πάντων και την ανάγκη της για ασφάλεια. Με τον καιρό ο Άγγελος θα επιζήσει της τρέχουσας ποίησης, της δύναμης του μύθου και θα παραμείνει στις καρδιές ο ρομαντικός άνθρωπος των ελληνικών μουσείων, ωραίος ως Έλληνας.

ΥΓ. Για τα νεανικά του χρόνια, τις σπουδές του, τις βραβεύσεις του και τα βιβλία του θα διαβάσετε σε όλο τον ελληνικό και διεθνή Τύπο.