Έρευνα Kaspersky: 83% των Ελλήνων θα ήθελαν να διαγράψουν κάποια ανάρτησή τους στα social media για πάντα

Τι ισχύει για το κάθε ηλικιακό γκρουπ.
NicolasMcComber via Getty Images

Το 83% των Ελλήνων θα επιθυμούσε να διαγράψει για πάντα κάποια δημοσίευση του από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως προκύπτει από πρόσφατη έρευνα της Kaspersky στην οποία συμμετείχαν 8.500 χρήστες από 11 ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσα τους και 549 Έλληνες.

Οι νεαρότερης ηλικίας χρήστες είναι πιθανότερο να επιθυμούν να διαγράψουν κάποια δημοσίευσή τους, με το 85% της ηλικιακής ομάδας 16-21 και το 88% της ηλικιακής ομάδας 22-34 να δηλώνει ότι σκοπεύει να προχωρήσει στη διαγραφή κάποιας δημοσίευσης από την περασμένη χρονιά, ποσοστά αισθητά μεγαλύτερα σε σύγκριση με το 74% των συμμετεχόντων άνω των 35 ετών.

Στόχος της ευρωπαϊκής έρευνας της εταιρείας ήταν να διερευνήσει το επίπεδο ευαισθητοποίησης και τις στάσεις των χρηστών σχετικά με τα προσωπικά τους δεδομένα στο διαδίκτυο και τη σημασία του ψηφιακού τους αποτυπώματος. Μέσω της έρευνας διαφαίνονται οι διαφορετικές αντιλήψεις για την ιδιωτική ζωή στο διαδίκτυο ανάλογα με τη χώρα και τη γενιά, με αυτούς που ανήκουν στην Gen Z (η γενιά που έπεται των millennials και αφορά άτομα που έχουν γεννηθεί από το 1998 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000) να αναδεικνύονται ως οι πιο απερίσκεπτοι όσον αφορά τον έλεγχο επί των δεδομένων που δημοσιεύουν, καθώς πολλοί επιθυμούν να διαγράψουν οριστικά μια προηγούμενη διαδικτυακή τους ανάρτηση. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ένα καθολικά διαδεδομένο ζήτημα, με τους περισσότερους συμμετέχοντες να αγνοούν ή να μην είναι σίγουροι για τις δυνατότητες ελέγχου της ψηφιακής τους παρουσίας ή για τους τρόπους διαχείρισης διαφορετικών της πτυχών.

Πού να μην κάνετε like

Οι αναρτήσεις που μας «αρέσουν» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να έχουν βαθιά επίδραση στο πώς μας αντιλαμβάνονται οι υπόλοιποι. Οι χρήστες από όλη την Ευρώπη αναγνωρίζουν ότι οι ενέργειές τους στο διαδίκτυο ενδέχεται να έχουν συνέπειες, αναφέροντας ορισμένα θέματα ως πιο επικίνδυνα και εμπρηστικά από άλλα, καθώς υφίσταται η πιθανότητα να επηρεάσουν τις αντιλήψεις αλλά ακόμη και τις προοπτικές εργασίας ενός χρήστη.

Οι αναρτήσεις που θεωρούνται υποτιμητικές για άτομα με αναπηρία είναι δυνητικά οι πιο επιβλαβείς για τις εργασιακές προοπτικές ή τις κοινωνικές σχέσεις κάποιου, σύμφωνα με το 38% του συνόλου των συμμετεχόντων, άποψη την οποία ασπάζονται και οι Έλληνες χρήστες σε ποσοστό 42%.

Εν τω μεταξύ, περίπου ένας στους τρεις (34%) ερωτηθέντες παγκοσμίως δηλώνει ότι η κοινοποίηση αναρτήσεων κατά του εμβολιασμού για τη Covid-19 ή η χρήση τρανσφοβικής ρητορικής (32%), θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τις ευκαιρίες σταδιοδρομίας. Αντίστοιχα, το 43% των Ελλήνων χρηστών θεωρεί την κοινοποίηση δημοσιεύσεων ενάντια στον εμβολιασμό ως πιθανά επιζήμια πράξη για τις εργασιακές προοπτικές ενός προσώπου, ενώ αντίστοιχα το 35% δηλώνει πως οι τρανσφοβικές αναφορές θα μπορούσαν να επηρεάσουν έναν χρήστη αρνητικά στο μέλλον.

Όχι και ό,τι καλύτερο για τη δουλειά

Σχεδόν τα μισά διευθυντικά στελέχη που συμμετείχαν στην έρευνα παραδέχθηκαν ότι, μετά την ένταξή τους στο δυναμικό μιας καινούργιας εταιρείας, έψαξαν κάποιον συνάδελφό τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εντοπίζοντας αναρτήσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλήψιμες. Παράλληλα, πάνω από το 40% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι γνωρίζει κάποιον του οποίου η θέση εργασίας ή η καριέρα επηρεάστηκε αρνητικά λόγω μιας παλαιότερης ανάρτησης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 42% των Ελλήνων χρηστών ανησυχεί για τις δημόσια κοινοποιημένες αναρτήσεις του όταν αποστέλλει ψηφιακά αιτήσεις για μια θέση εργασίας, ενώ άξιο αναφοράς είναι το ότι σχεδόν τρεις στους πέντε (57%) χρήστες της ηλικιακής ομάδας 16-21 θεωρούν πως θα επηρεάζονταν αρνητικά η άποψη ενός υποψήφιου εργοδότη αν είχε πρόσβαση στο σύνολο της ψηφιακής τους δραστηριότητας. Παρόλα αυτά, σχεδόν το ένα τρίτο των ερωτηθέντων, τόσο από τη χώρα μας όσο και συνολικά, δεν έχουν ελέγξει ή διαγράψει ποτέ τις παλιές τους αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Πέραν όμως της εργασίας, η αντίληψη που σχηματίζεται από το αποτύπωμα ενός χρήστη στο διαδίκτυο ενδέχεται να επηρεάσει και την κοινωνική του ζωή. Συνολικά, το 42% των ερωτηθέντων ισχυρίζεται ότι τα προφίλ τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν τους αντιπροσωπεύουν ουσιαστικά, ενώ για το 48% είναι πιθανό να διαμορφωθεί λανθασμένη αντίληψη για κάποιον από το ιστορικό αναζήτησής του στο διαδίκτυο.

Παρόμοια θέση υιοθετούν και οι Έλληνες χρήστες, με τους μισούς συμμετέχοντες από την ομάδα 16-21 (48%) να μην πιστεύουν πως τα διαδικτυακά τους προφίλ αποτελούν αντανάκλαση της αυθεντικής τους προσωπικότητας και σχεδόν έξι στους 10 (56%) και το 49% των Ελλήνων συνολικά να δηλώνουν ότι το ιστορικό αναζήτησής τους θα μπορούσε να διαμορφώσει λανθασμένη εικόνα για τους ίδιους.

Ενώ, λοιπόν, αρκετοί συμμετέχοντες αποδέχονται ότι η διαδικτυακή παρουσία θα μπορούσε να επηρεάσει με αρνητικό τρόπο την εργασιακή ή κοινωνική ζωή ενός χρήστη, η συντριπτική πλειονότητα των Gen Z (81%) από το συνολικό δείγμα και το 77% των Ελλήνων χρηστών της ηλικιακής ομάδας 16-21 πιστεύει λανθασμένα ότι διαθέτει τη δυνατότητα να διαγράψει οριστικά κάτι από την παρουσία του στο διαδίκτυο, ενδεικτικό των λανθασμένων αντιλήψεων που φέρει η πιο tech-savvy γενιά της εποχής μας.

Η παροχή αδειών χρήσης μετά θάνατον

Εκατομμύρια άνθρωποι που πεθαίνουν αφήνουν πίσω τους προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ιστορικά αναζήτησης στο διαδίκτυο. Πολλοί, φυσικά, δεν έχουν την ευκαιρία να ελέγξουν πρώτα το ψηφιακό τους αποτύπωμα. Αυτή η έρευνα εντόπισε μια ανησυχητική έλλειψη ευαισθητοποίησης, με έναν στους τρεις (30%) χρήστες από το συνολικό δείγμα και πάνω από το ένα τρίτο (35%) των Ελλήνων χρηστών να μην έχουν σκεφτεί τι θα γίνει με το ψηφιακό τους αποτύπωμα μόλις πεθάνουν, ενώ πάνω από ένας στους τέσσερις Έλληνες χρήστες (26%) υποθέτουν λανθασμένα ότι όλοι οι λογαριασμοί τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα διαγραφούν οριστικά αυτομάτως.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 41% των Ελλήνων, ποσοστό ελαφρώς μεγαλύτερο από εκείνο του συνολικού δείγματος (37%), δηλώνει ότι θα επιδίωκε να αποκτήσει πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενός γονέα που έχει φύγει από τη ζωή και συμπεριέλαβε τα στοιχεία σύνδεσης στη διαθήκη του. Ωστόσο, αντίστοιχο ποσοστό του δείγματος από την Ελλάδα (40%) θα αισθανόταν αμηχανία στην περίπτωση που οι απόγονοι αποκτούσαν πρόσβαση στο πλήρες ιστορικό του στο διαδίκτυο (αναζητήσεις, αγορές, αναρτήσεις σε social media, ιδιωτικές συνομιλίες κ.λπ.).

«Τα δεδομένα μας ακολουθούν όπου κι αν πάμε, γίνονται μέρος του εαυτού μας και παραμένουν μαζί μας σε όλη μας τη ζωή. Συχνά, τα δεδομένα που μοιραζόμαστε σήμερα δεν αντικατοπτρίζουν το ίδιο πρόσωπο που θα είμαστε αύριο», σχολιάζει ο Βασίλης Βλάχος, Channel Manager της Kaspersky για Ελλάδα και Κύπρο. «Πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τον αντίκτυπο των διαμοιραζόμενων δεδομένων μας με την πάροδο του χρόνου και τον τρόπο που αυτά μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή μας στο μέλλον. Σημαντικότερο από όλα είναι να διαθέτουμε τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε εάν και σε ποιο βαθμό μπορούμε να διαγράψουμε οριστικά την παλιά ψηφιακή μας ταυτότητα που δεν αντανακλά πλέον τις αξίες μας»

Ο Αθανάσιος Μποζίνης, ΚυβερνοΒιο-Διεθνολόγος και Επίκουρος Καθηγητής «Παγκόσμιας Πολιτικής Οικονομίας και Νέων Τεχνολογιών – Βιοασφάλειας» του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ανέφερε: «Οι ψηφιακές τεχνολογίες για τις νεότερες γενιές, ειδικά μετά το 1990, θεωρήθηκαν ένα δεδομένο τεχνολογικό εργαλείο της καθημερινότητάς τους για την εύκολη πρόσβαση στην πληροφορία. Στην ουσία, ο κάθε ένας Κυβερνο-χρήστης της νέας ψηφιακής γενιάς δημιούργησε ένα μοναδικό “Ψηφιακό Avatar” στον κυβερνοχώρο, που από τη μία μεν αντλούσε χρήσιμες πληροφορίες, παράλληλα όμως δημιουργούσε με τις ψηφιακές του αναρτήσεις (posts – likes) στα κοινωνικά δίκτυα και μια τεράστια πηγή “ψηφιακών αποτυπωμάτων”, που πλέον μπορούν να τον επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά σε κοινωνικό, επαγγελματικό, προσωπικό, επιστημονικό επίπεδο στο άμεσο μέλλον. Αναμένεται ότι “Το διαδίκτυο των πράγματων” θα αυξήσει κάθετα την καθημερινή παραγωγή “ψηφιακών αποτυπωμάτων”».

Δημοφιλή