Κυνικοί και εμπρηστές

Η έξοδος από το ουκρανικό σφαγείο μπορεί να γίνει με έναν και μόνο τρόπο: με διαπραγματεύσεις, με συνομιλίες, με συμβιβασμούς.
Γκράφιτι που απεικονίζει τον Νόαμ Τσόμσκι
Γκράφιτι που απεικονίζει τον Νόαμ Τσόμσκι
Frédéric Soltan via Getty Images

Για να καταλάβει κανείς τι έγινε στην Ουκρανία τις τελευταίες δεκαετίες, πρέπει να μεταφερθεί στην Ελλάδα του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα. Τότε που οι Ρώσσοι στους πολέμους τους κατά των Οθωμανών, πότε με τους αδελφούς Ορλώφ και πότε με τον Λάμπρο Κατσώνη, ξεσήκωναν τους Έλληνες κατά του σουλτάνου. Για να τους εγκαταλείψουν φυσικά αμέσως μόλις τα συμφέροντά τους το απαιτούσαν. Η διαφορά είναι ότι, στα ορλωφικά τουλάχιστον, η Μεγάλη Αικατερίνη έστειλε πράγματι τον ρωσσικό στόλο στο Αιγαίο. Ενώ ο Μπάιντεν, το ΝΑΤΟ και οι συν αυτοίς επευφημούν τον δύσμοιρο Ζελένσκι εξ αποστάσεως.

«Το συναρπαστικό με τη δυτική στρατηγική», έγραψε ο διάσημος ιστορικός Νηλ Φέργκιουσον τις προάλλες, «είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζει τον κυνισμό και την αισιοδοξία. Είναι, αν το καλοσκεφτείτε, αρχετυπική Realpolitik: να επιτρέψουμε να συνεχιστεί η σφαγή στην Ουκρανία, να καθίσουμε με σταυρωμένα τα χέρια και να παρακολουθούμε τους ηρωικούς Ουκρανούς να ”αφαιμάζουν τη Ρωσία”, να θεωρούμε τη σύγκρουση ως μια απλή υποπλοκή στον Ψυχρό Πόλεμο ΙΙ, έναν αγώνα στον οποίο η Κίνα είναι ο πραγματικός μας αντίπαλος.

»Η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν πιστεύει απλώς ότι κάνει αρκετά για να στηρίξει την ουκρανική πολεμική προσπάθεια χωρίς συγχρόνως να προκαλεί τον Πούτιν σε κλιμάκωση. Πιστεύει επίσης ότι κάνει αρκετά για να ικανοποιήσει την κοινή γνώμη της, η οποία έχει συσπειρωθεί έντονα πίσω από την Ουκρανία, χωρίς αυτό να της κοστίσει αμερικανικές ζωές, εκτός από μερικούς άτυχους εθελοντές και δημοσιογράφους.

Η αισιοδοξία, πάλι, έγκειται στην εικασία ότι η συνέχιση του πολέμου θα υπονομεύσει αναγκαία τη θέση του Πούτιν – και ότι ο εξευτελισμός του με τη σειρά του θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για την Κίνα. Φοβάμαι ότι αυτές οι υποθέσεις ίσως αποδειχθούν εξαιρετικά λανθασμένες και ότι βασίζονται σε μια παρανόηση της ιστορίας.»

Προσωπικά, θα ανακουφιζόμουν αν ίσχυε έστω αυτό: ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν προκαλεί τον Πούτιν. Όμως οι τελευταίες εμπρηστικές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου άλλα μαρτυρούν. Και οι φανατικοί πουτινοφάγοι ακόμη (στην Ελλάδα έχουμε κάμποσους…) πρέπει να πάγωσαν ακούγοντάς τον να ζητάει την ανατροπή του Ρώσσου προέδρου. Διπλωμάτες και υπηρεσιακοί παράγοντες στις ΗΠΑ πήραν αποστάσεις, ο Τύπος, και ο φιλικός, έμεινε εμβρόντητος, ο ίδιος ο Λευκός Οίκος έσπευσε να τα μαζέψει.

Από τον Νόαμ Τσόμσκι ώς τον Εμμανουέλ Μακρόν όσοι έχουν ακόμη κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι τους ξέρουν ότι α) τέτοιες δηλώσεις ενισχύουν τον Πούτιν στο εσωτερικό και β) τον καθιστούν πιο αδιάλλακτο στο εξωτερικό.

Δεδομένου ότι η Ρωσσία είναι η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο, μεγαλύτερη και από τις ΗΠΑ, η έξοδος από το ουκρανικό σφαγείο μπορεί να γίνει με έναν και μόνο τρόπο: με διαπραγματεύσεις, με συνομιλίες, με συμβιβασμούς. Και για όλα αυτά, προαπαιτούμενο είναι η προθυμία εκάστου μέρους να κάτσει στο ίδιο τραπέζι – με τον εχθρό του. Να τον εμπιστευθεί μάλιστα, όχι να του χώσει το περίστροφο στον κρόταφο...

Όσο η Δύση (τι κωμωδία…) παριστάνει τον καντιανό ηθικό φιλόσοφο (fiat iustitia et pereat mundus! δικαιοσύνη κι ας χαλάσει ο κόσμος!), δύο πράγματα είναι βέβαια: ότι δικαιοσύνη δεν πρόκειται να επιβληθεί και ότι ο κόσμος μας κάνει πράγματι γενναία βήματα προς τον χαλασμό του.

Και επειδή ανέφερα τον Νόαμ Τσόμσκυ. Δεν ξέρω αν οι δικοί μας φωστήρες τον θεωρούν κι αυτόν μαριονέττα της Μόσχας επειδή υποστηρίζει έναν συμβιβασμό με τον Πούτιν, κι επειδή μάλιστα λέει (άκουσον, άκουσον!) ότι αυτός ο συμβιβασμός θα μπορούσε ευκολότατα και αναίμακτα να είχε γίνει χωρίς πόλεμο, αν δεν τον τορπίλιζε το βαθύ κράτος της Ουάσιγκτον. (Και οι εν Ουκρανία, φευ, εντολοδόχοι του…)

Αυτό που ξέρω είναι ότι με τη στάση του σώζει την τιμή των διανοουμένων και του κριτικού λόγου, την καλύτερη, την πιο ακριβή παράδοση του δυτικού πολιτισμού δηλαδή. Μέσα στην αντισερβική εξαλλοσύνη τη δεκαετία του 1990, ένας συγγραφέας ύψωσε το ανάστημά του και υπερασπίστηκε την αλήθεια, με αφάνταστο προσωπικό κόστος – ο Πέτερ Χάντκε. Σήμερα, ο Τσόμσκυ κάνει το ίδιο. Chapeau.