Κλίνατ’ επί δεξιά

Η εκλογογεωγραφία του εκλογικού αποτελέσματος, που διατήρησε άθικτη την αυτοδυναμία της ΝΔ και έφερε στη Βουλή 3 κόμματα της πέραν αυτής Δεξιάς.
Busà Photography via Getty Images

Οι εκλογές της 25ης Ιουνίου τελείωσαν και μαζί τους ένας εκλογικός κύκλος που ξεκίνησε στις αρχές του έτους, με ενδιάμεσες τις εκλογές της 21ης Μαΐου, τις ατυχώς προεξοφλημένες ως αλυσιτελείς. Για 2η φορά στη Μεταπολίτευση, είχαμε Βουλή «μιας ημέρας» (η προηγούμενη φορά ήταν το Μάιο του 2012). Η απλή αναλογική μπαίνει στο χρονοντούλαπο.

Ο πρώτος νικητής των χθεσινών εκλογών ήταν η αποχή, η οποία δυστυχώς αυξήθηκε από το 39% του Μαΐου στο 47%. Βεβαίως, όλοι γνωρίζουν ότι οι εκλογικοί κατάλογοι δεν είναι πλήρως εκκαθαρισμένοι, καθώς περιέχουν πλείστους όσους αποδημήσαντες συμπολίτες. Ωστόσο, η αύξηση της αποχής είναι σε κάθε περίπτωση σημαντική, και οφείλεται στη βεβαιότητα των νικητών και στην απογοήτευση των ηττημένων ή, με άλλα λόγια, στο προεξοφλημένο του αποτελέσματος, μετά τις εκλογές του Μαΐου.

Ο δεύτερος και ξεκάθαρος νικητής ήταν η Νέα Δημοκρατία. Το ποσοστό της μπορεί να μειώθηκε ελαφρώς, σε σχέση με το Μάιο (από 40,8% σε 40,6%), ωστόσο το γεγονός ότι διατηρήθηκε άνω του 40% τής επέτρεψε να λάβει το maximum του μπόνους (50 έδρες) και, παρά το γεγονός, ότι τα εκτός Βουλής έμειναν σε σχετικά χαμηλό ποσοστό (6,1%), διατήρησε στο ακέραιο το εύρος της προ του Μαΐου αυτοδυναμίας της (158 έδρες). Επιπλέον, αν δούμε τις δύο εκλογές ως ενιαίο πολιτικό συμβάν, είναι το 2ο μόλις κυβερνητικό κόμμα στη Μεταπολίτευση που είδε άνοδο ποσοστού του (η 1η φορά ήταν το ΠΑΣΟΚ το 2000). Έχει ένα ενδιαφέρον ότι η ΝΔ είδε αύξηση των ποσοστών της στην Αττική, προϊόν πιθανότατα και της χαμηλότερης εκεί αποχής. Η κατανομή της δύναμής της έχει αλλάξει. Έχει βελτιωθεί στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη και έχει αποδυναμωθεί στην περιφέρεια, ιδίως στη Μακεδονία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μεγάλος ηττημένος των εκλογών, καθώς η καθίζησή του συνεχίστηκε. Όχι μόνο δεν κατάφερε να διατηρηθεί πάνω από το ψυχολογικό φράγμα του 20% (όπως το Μάιο), αλλά έπεσε κάτω και από το 18%, στο 17,8%, αποτελώντας την πιο συρρικνωμένη αξιωματική αντιπολίτευση της Μεταπολίτευσης, με μόλις 48 έδρες (έναντι 71 το Μάιο και 86 το 2019). Η ήττα του Μαΐου επιστεγάστηκε ως στρατηγική και θέτει μεγάλα διακυβεύματα για αυτό το κόμμα στο άμεσο μέλλον. Εξαιρουμένης της θρακικής ιδιαιτερότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα περιέργως μετατοπισμένο πλέον, ως προς τις ευνοϊκές του περιφέρειες, στη Δυτική Ελλάδα και Ήπειρο. Δεν εκπροσωπείται σε 22 περιφέρειες και μάλιστα δεν έχει πλέον καμία έδρα στο Αιγαίο, Βόρειο και Νότιο!

Το ΠΑΣΟΚ είδε μικρή άνοδο του ποσοστού του, από το 11,5% του Μαΐου στο 11,9%. Η απόστασή του από το ΣΥΡΙΖΑ μειώθηκε, από 8,6% το Μάιο πλέον στο 6%. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτή η σμίκρυνση της ψαλίδας μπορεί να συνεχιστεί. Σε κάθε περίπτωση, το ΠΑΣΟΚ παραμένει κόμμα της περιφέρειας, με ευδιάκριτο αποτέλεσμα στην Κρήτη, όπου κατάφερε τη 2η θέση στους 3 νομούς πλην Χανίων, με ποσοστά κοντά στο 25%. Ωστόσο, παρά την άνοδο του ποσοστού του, είδε μείωση των εδρών του (από 41 σε 32), λόγω του μπόνους στο 1ο κόμμα.

Το ΚΚΕ συνέχισε την ανοδική πορεία του Μαΐου, κινούμενο από το 7,2% στο 7,7%. Εδραίωσε τη θέση του ως 3ο κόμμα στο λεκανοπέδιο, είδε μεγάλη αύξηση σε εργατικές περιοχές (Δυτική Αθήνα, Δυτική Αττική κ.ά.) και επέστρεψε στην περιοχή ποσοστών που είχε πριν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούνιο του 2012. Όπως και το ΠΑΣΟΚ, παρά την αύξηση του ποσοστού του, είδε μείωση των εδρών του, λόγω του μπόνους, από 26 σε 20.

Ο επόμενος μεγάλος νικητής είναι το κόμμα Σπαρτιάτες, που υποστηρίχθηκε φανερά από τον Ηλία Κασιδιάρη. Στην πρώτη του εμφάνιση σε εκλογές (δεν ήταν υποψήφιο ούτε καν το Μάιο!) ήλθε 5ο με 4,7% και εκλέγει 12 έδρες. Η εκλογογεωγραφία του αντιγράφει εν πολλοίς αυτήν της Χρυσής Αυγής (Δυτική Αττική, Κεντρική Μακεδονία, Πελοπόννησος). Αποτελεί ρεκόρ η είσοδός του στη Βουλή, σε σχέση με την εξαιρετικά σύντομη παρουσία του στα πολιτικά πράγματα. Αυτό υποδηλώνει ότι υπήρχε εκλογική βάση απολύτως έτοιμη να το εμπιστευθεί. Επίσης, έχει ενδιαφέρον ότι δεν εκλέγει βουλευτή Επικρατείας, διότι, αν και είχε επαρκές υπόλοιπο ψήφων προς τούτο, δεν είχε ψηφοδέλτιο Επικρατείας!

Η Ελληνική Λύση άντεξε την πίεση των όμορων αυτής κομμάτων, διατηρώντας στο ακέραιο το ποσοστό της του Μαΐου (4,5%), και απλώς χάνοντας 4 έδρες λόγω μπόνους (από 16 σε 12). Οι μικρές τις απώλειες στις περιοχές που ανέβηκαν οι Σπαρτιάτες αντισταθμίστηκαν από κέρδη στην υπόλοιπη χώρα. Με τη 2η κοινοβουλευτική της παρουσία, εδραιώνεται ως διακριτός χώρος της πέραν της ΝΔ Δεξιάς, με τις δικές του ιδιαιτερότητες.

Το 2ο πρωτοεμφανιζόμενο στη Βουλή κόμμα είναι η Νίκη, που πέτυχε 3,7% και 10 έδρες, αυξάνοντας κατά 0,8% την επίδοσή της του Μαΐου και μάλιστα ανεξαιρέτως σε όλες τις περιφέρειες της χώρας. Η δύναμή της παραμένει στη Μακεδονία, όπου πέτυχε ποσοστά άνω του 5% στους περισσότερους νομούς. Αντιθέτως, στην Α’ και την πρώην Β’ Αθηνών βρέθηκε κάτω του 3%.

Η Πλεύση Ελευθερίας, παρά το θόρυβο που προκλήθηκε γύρω από τα ψηφοδέλτιά της, κατάφερε να εισέλθει οριακά στη Βουλή ως το 8ο και τελευταίο κόμμα, αυξάνοντας το ποσοστό της του Μαΐου από το 2,9% στο 3,2% και εκλέγοντας 8 έδρες. Η δύναμή της είναι συγκεντρωμένη στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, όπου εκλέγει και όλες της τις έδρες.

Το Μερα25 απέτυχε εκ νέου να διαβεί το κατώφλι της Βουλής, περιοριζόμενο στο 2,5% (έναντι 2,6% το Μάιο και 3,4% το 2019). Από τα υπόλοιπα εκτός Βουλής κόμματα, κανένα δεν ξεπέρασε το 0,5%, ενώ κανένα από όσα ήταν υποψήφια το Μάιο δεν είδε αύξηση του ποσοστού του. Συνολικά, τα εκτός Βουλής, αν αφαιρεθούν η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας (για συγκρισιμότητα), συρρικνώθηκαν από 10,2% το Μάιο σε 6,1%.

Εν ολίγοις, το αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται από μια άνετη αυτοδυναμία στη ΝΔ και μια ευδιάκριτη μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού προς τα Δεξιά, με την είσοδο, για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση, στη Βουλή, 3 σχηματισμών στα δεξιά της ΝΔ, με συνολικό ποσοστό άνω του 12%. Μολονότι τα 3 αυτά κόμματα απευθύνθηκαν σε όμορα κοινά, έχουν κάποια διακριτά κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Η ιδεολογική αυτή μετατόπιση της κοινωνίας προς τα δεξιά είναι πολύ ενδιαφέρουσα και μπορεί να αποδοθεί, σχηματικά, εν πολλοίς στη μετατόπιση της ΝΔ προς το Κέντρο, η οποία άφησε «ορφανό» πολύ κόσμο από πρώην δεξιόστροφους ψηφοφόρους της και αντανακλάστηκε, ενδεικτικά, στα παρακάτω στοιχεία της διακυβέρνησής της:

  • Στην εκ των υστέρων αποδοχή της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία ήταν μεν διεθνοπολιτικά αναπόφευκτη, πλην όμως στοίχισε, ιδίως στο εκλογικό κοινό της Μακεδονίας.
  • Στη διαχείριση της πανδημίας κατά τρόπο που για έναν κόσμο, ο οποίος δεν εμπιστεύεται απαραιτήτως την επιστήμη και την κρατική εξουσία, ήταν υπερβολικά συστημικός.
  • Σε ορισμένη χείρα φιλίας που έτεινε προς το ΛΟΑΤΚΙ+ κοινό∙ και λέμε ορισμένη, γιατί μπορεί να μην νομοθέτησε πχ το γάμο ατόμων ίδιου φύλου ή την τεκνοθεσία, όμως επέλεξε ορατά τέτοια πρόσωπα στην Κυβέρνηση και προέβη σε πρωτοβουλίες όπως το οικείο Εθνικό Σχέδιο ή η άρση της απαγόρευσης αιμοδοσίας. Αυτές οι κινήσεις οπωσδήποτε αποξένωσαν παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ.
  • Τέλος, το «στυλ» διακυβέρνησης (επιτελικό κράτος, ψηφιακό κράτος, στοχοθεσία υπουργείων κ.ά.) ενδεχομένως «παραήταν» τεχνοκρατικό για μια μερίδα κόσμου, που έχει μάθει να κυβερνιέται πιο «παραδοσιακά» και ταυτόχρονα νιώθει ότι χάνει το τρένο της παγκοσμιοποίησης και της ΕΕ.

Η επόμενη μέρα σε μια Βουλή με 8 κόμματα (μόλις 2η φορά στη Μεταπολίτευση – η 1η ήταν το Σεπτέμβριο του 2015) προδιαγράφεται σίγουρα ενδιαφέρουσα.

Και ο εκλογικός κύκλος συνεχίζεται με τις αυτοδιοικητικές εκλογές τον Οκτώβριο και τις ευρωεκλογές τον Ιούνιο του 2024.

Δημοφιλή