ΔΙΕΘΝΕΣ
07/11/2018 12:50 EET | Updated 07/11/2018 12:54 EET

Νεκρός ιδιοκτήτης οίκου ανοχής σάρωσε στις ενδιάμεσες εκλογές στη Νεβάδα

Bloomberg via Getty Images

Ο Ντένις Χοφ, ένας ιδιοκτήτης οίκου ανοχής, ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο πέτυχε μια συντριπτική νίκη στις ενδιάμεσες εκλογές τις ΗΠΑ και εξελέγη στο σώμα της Πολιτειακής Συνέλευσης της Νεβάδα.

Ο Χοφ, υπήρξε τηλεοπτικός αστέρας ήταν ο πιο δημοφιλής νταβατζής στην Πολιτεία και έθεσε υποψηφιότητα με το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων. Απεβίωσε όμως τον Οκτώβριο σε ηλικία 72 ετών.

Σύμφωνα όμως με την ισχύουσα νομοθεσία η υποψηφιότητά του δεν μπορούσε να αποσυρθεί ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι καλούσαν τους ψηφοφόρους τους να τον ψηφίσουν προκειμένου να «κόψουν» ψήφους από τους αντιπάλους τους στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Όπως αναφέρει η Nevada Independent, σε εκλογικά κέντρα της Πολιτείας στην περιφέρεια του Hof είχαν αναρτηθεί αφίσες που ενημέρωναν τους ψηφοφόρους πως είχε πεθάνει.

Παρ′ όλα αυτά οι πιστοί ψηφοφόροι των Ρεπουμπλικάνων φαίνεται πως πήγαν μαζικά στις κάλπες και ψήφισαν όπως τους συμβούλεψαν οι καθοδηγητές τους.

Δηλαδή έριξαν την ψήφος τους στον νεκρό υποψήφιο. Σύμφωνα μάλιστα με τα τελευταία στοιχεία ο Hof έχει κερδίσει το 63% των ψήφων. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στη Νεβάδα είναι πλέον υπεύθυνο για την πλήρωση της θέσης του εκλεγέντος νεκρού.

Ποιος ήταν ο Ντένις Χοφ

Τον 72χρονο, Ντένις Χοφ, τον βρήκε νεκρό ο διάσημος πρώην πορνοστάρ και παραγωγός ταινιών για ενήλικες, Ρον Τζέρεμι.

Ο Χοφ ήταν γνωστός για τους νόμιμους οίκους ανοχής που διέθετε αλλά και την παρουσία του στην τηλεόραση και την πολιτική με το κόμμα των Ρεπουμπλικανών- επί εννέα χρόνια έβγαινε στον «αέρα» του HBO ριάλιτι γύρω από τη ζωή σε ένα από τα «σπίτια» του.

Ο συνεργάτης του Χοφ είχε σχολιάσει για την υποψηφιότητα του «πιο διάσημου νταβατζή» πως πολλοί πολίτες ήθελαν να τον ψηφίσουν αλλά δίσταζαν λόγω της φύσης της επιχείρησης του. Δήλωνε δε αισιόδοξος, αφού θεωρούσε πως μετά τον θάνατό του κάποιοι θα τον ψήφιζαν πιο εύκολα οι ψηφοφόροι θα γνώριζαν πως η θέση θα καταληφθεί από άλλον.

Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στην αμερικανική έκδοσης της HuffPost και έγινε απόδοση του κειμένου στα ελληνικά.