ΤΟ BLOG
13/05/2020 13:38 EEST | Updated 13/05/2020 13:38 EEST

Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν πάει στις Καστανιές

Ή «Μεταναστευτική πολιτική για θεατρόφιλους»

ASSOCIATED PRESS
(Ismail Coskun/IHA via AP)

Καλοσύνη και ελεημοσύνη είναι τόσο φυσικά ανθρώπινα αντανακλαστικά, που έγιναν ηθική επιταγή θρησκειών και πολιτικών θεωριών. Το ίδιο φυσικό όμως είναι και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τι συμβαίνει όταν τα δύο συγκρούονται;

Πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια είχα δει μια την παράσταση ενός έργου του Μπέρτολντ Μπρεχτ, τον «Καλό άνθρωπο του Σετσουάν», που διερευνούσε αυτό ακριβώς το ερώτημα.

ASSOCIATED PRESS
O Μπέρτολντ Μπρεχτ

Εν συντομία, η ιστορία μιλάει για μια πόρνη, την Σεν Τε, που μια νύχτα φιλοξενεί στο σπίτι της τρεις θεούς που φτάνουν κουρασμένοι στην πόλη της, το Σετσουάν. Για να το πράξει διώχνει έναν πελάτη της, παρότι δεν έχει να πληρώσει το νοίκι. Αναρωτιέται: «Πώς να είμαι καλή όταν δεν έχω να πληρώσω το νοίκι; Πώς να είμαι καλή όταν είναι όλα τόσο ακριβά;»

Τελικά οι θεοί πληρώνουν την διαμονή τους ώστε να της δώσουν την οικονομική δυνατότητα να είναι καλή. Με τα λεφτά η Σεν Τε αγοράζει ένα καπνοπωλείο, ελπίζοντας ότι με τα κέρδη θα κάνει καλό. Πράγματι, με το που ανοίγει τα αιτήματα για χάρες πέφτουν βροχή: ρύζι στην φτωχή γριά, στέγη στην ξεσπιτωμένη οικογένεια, τσιγάρα στον άνεργο. «Είναι φτωχοί. Δεν έχουν καταφύγιο. Πώς να τους αρνηθείς;».

Είναι όμως ολομόναχη και για στήριγμα επινοεί έναν ανύπαρκτο ξάδερφο, τον Σούι Τα. Ντύνεται άντρας, και διώχνει τους μουσαφίρηδες που έχουν στρογγυλοκάτσει στο μαγαζί της: «Η εξαδέλφη μου λυπάται που δεν μπορεί να κάνει απεριόριστες παραχωρήσεις στο όνομα της φιλοξενίας. Φοβούμαι είστε πάρα πολλοί». Ο Σούι Τα βάζει τάξη και εξαφανίζεται. Όμως η χρεωκοπία παραμονεύει και οι ευεργετούμενοι ξαφνικά τον αποζητούν: «Είναι κακός, τουλάχιστον όμως θα σώσει την επιχείρησή της και μετά θα είναι γενναιόδωρη». Η Σεν Τε επαναφέρει τον Σούι Τα όταν μένει έγκυος: «Από δω και πέρα θα παλέψω τουλάχιστον για τους δικούς μου, θα πρέπει να γίνω άγρια σαν τίγρις».

Στο τέλος ο Σούι Τα κατηγορείται ότι σκότωσε την Σεν Τε, και δικάζεται από τους τρεις θεούς. Και αποκαλύπτει την απάτη εξηγώντας: «Το να είμαι καλή και μαζί να επιβιώνω με έσκισε σαν κεραυνός σε δύο ανθρώπους... Η καλοσύνη προς τους άλλους και προς τον εαυτό μου δεν μπορεί να επιτευχθεί». Ή όπως θα έλεγε και η Ρίτα Σακελλαρίου: «Μια ζωή πληρώνω αμαρτίες αλλονών, τέρμα ως εδώ, άλλο δεν μπορώ». Τελικά οι θεοί της επιτρέπουν να επαναφέρει τον Σούι Τα μια φορά τον μήνα (η ίδια ζητούσε μια φορά την εβδομάδα).

Κατά την συμβατική ερμηνεία, ο Μπρέχτ έκανε μια κριτική στην καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας που τιμωρεί την καλοσύνη. Τι γίνεται όμως όταν μιλάμε για την παγκόσμια κοινωνία των εθνών; Τι να κάνει η Ελλάδα ως άλλη Σεν Τε με όσους ζητούν την φιλοξενία της;

Η Σεν Τε ήταν ένα μεμονωμένο άτομο που διχαζόταν από τις αντιφατικές απαιτήσεις θεών και κοινωνίας: καλοσύνη στους ξένους αφενός, επιβίωση δική της και του παιδιού της αφετέρου. Ως άτομο είχε απόλυτη επίγνωση ότι η καλοσύνη έχει και όρια και σειρά προτεραιότητας, και ότι είχε ανάγκη τον Σούι Τα για να περιφρουρεί.

Όταν όμως η έκταση της κοινωνίας μεγαλώνει, η αγάπη συσκευάζεται σε προϊόν και διανέμεται δι’ αντιπροσώπου. Από τις «καρτούλες της Unesco» του «Τσικαμπούμ», μέχρι τις ΜΚΟ της Μόριας, την καλοσύνη εμπορεύονται «καλοί άνθρωποι» πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, απελευθερωμένοι από τον εσωτερικό διχασμό της Σεν Τε. Απόλυτοι, σχεδόν φανατικοί στην «καλοσύνη» τους, χωρίς ευθύνη σε παιδιά, οικογένειες και πατρίδες, δεν σκέπτονται ποιο το κόστος της «καλοσύνης» που πωλούν, και ποιος το πληρώνει.

Υπό το βάρος των ενοχών που τέτοιοι επαγγελματίες αναλαμβάνουν να κατασκευάσουν, η Σεν Τε γιγαντώνεται και ο Σούι Τα εκμηδενίζεται. Έχουμε λόγους να αισθανόμαστε ενοχές ως λαός;

Έχουμε αποδείξει τα φιλόξενα αντανακλαστικά μας και το 1990-91, βλέποντας τους πρώτους εξαθλιωμένους να καταφτάνουν από την Αλβανία, και το 2015 με τις πρώτες βάρκες (βλ. τις γιαγιάδες της Λέσβου), ακόμη κατά την πρόσφατη απόπειρα εισβολής στον Έβρο όταν Φεραίοι συμπατριώτες προσέφεραν φροντίδα σε παιδάκια, ενώ φυλούσαν σύνορα. Οι Αλβανοί (και οι Βορειοηπειρώτες) υπέστησαν διακρίσεις, όμως τα προβλήματα σταδιακά ξεπεράστηκαν χωρίς να καταλήξουμε σε γαλλικού τύπου banlieues-γκέτο, χάρη και στους ίδιους τους Αλβανούς, αλλά και στους Έλληνες, ως λαό και κράτος. Πολλώ δε μάλλον αντιπαραβάλλοντας την αυστηρότητα άλλων ευρωπαϊκών χωρών απέναντι σε ξένους υπηκόους (π.χ. πρώην Δυτ. Γερμανία, Ελβετία), και λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελλάδα δεν έφερε την παραμικρή ευθύνη για την κατάρρευση ή υπανάπτυξη των πατρίδων τους (π.χ. η Γαλλία-Αλγερία, ΗΠΑ-Αφγανιστάν).

Το ’91 η κατάσταση ήταν ασυγκρίτως ευνοϊκότερη για την Σεν Τε: Πόντιοι και Βορειοηπειρώτες ήταν ούτως ή άλλως Έλληνες που απλώς βρίσκονταν εκτός συνόρων, συχνά με οικογενειακούς δεσμούς στην Ελλάδα· οι δε Αλβανοί ήταν μια περιορισμένη, ομοιογενής, πολιτισμικά συναφής ομάδα, και πολλοί βαπτίσθηκαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ήθελαν να αφομοιωθούν στην Ελλάδα. Ήρθαν για δουλειά, όχι ως περαστικοί ή για επιδόματα.

Τώρα οι αριθμοί είναι δυνητικά τεράστιοι, οι άνθρωποι προέρχονται από ποικίλους πολιτισμούς, καθένας εκ των οποίων απαιτεί ξεχωριστή μεταχείριση. Από επισήμως ισλαμικές χώρες, γεγονός που δυσκολεύει την αφομοίωσή τους σε μια Χριστιανική, ή ακόμη και κοσμική, κοινωνία. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους Αλβανούς, βλέπουν την Ελλάδα ως σκαλοπάτι για την πλούσια Δυτική Ευρώπη. Λίγο ενδιαφέρονται να ενστερνισθούν ή να σεβασθούν τα ελληνικά ήθη, ιδίως όταν με τα μεγέθη τους θα μπορούν να συστήσουν παράλληλες κοινωνίες αν τελικώς εγκλωβισθούν. Τόσο στον Άγιο Παντελεήμονα όσο και στην Μόρια, η Σεν Τε θα είχε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη τον Σούι Τα.

Την καλοσύνη των απόλυτα «καλών ανθρώπων» των Εξαρχείων και ΜΚΟ, άλλοι θα πληρώσουν. Το κράτος θα επωμισθεί το κόστος, δηλ. όλοι μας. Με τους νέους φιλοξενούμενους θα συμβιώσουν τοπικές κοινωνίες εκτός Κολωνακίου. Από την υπερπροσφορά εργατικού δυναμικού θα συμπιεσθούν οι μισθοί χειρωνάκτων, όχι Καθηγητών Πανεπιστημίου. Οι «καλοί άνθρωποι» θα διατηρήσουν την ηθική τους ανωτερότητα, στις πλάτες όλων των υπολοίπων, αν δεν δρέψουν και υλικά οφέλη ως επαγγελματίες διανομείς καλοσύνης.

Υποψιαζόταν άραγε ο Μπρεχτ πριν 80 χρόνια το δραστικά διαφορετικό πεδίο εφαρμογής του διλήμματος; Άλλωστε, σαν τους εγωιστές και συμφεροντολόγους χαρακτήρες του έργου του, έτσι και τα κράτη «δεν έχουν μόνιμους φίλους αλλά μόνιμα συμφέροντα» (Λόρδος Πάλμερστον), και το διεθνές δίκαιο ορίζεται από συσχετισμούς ισχύος (Θουκυδίδης). Θέτοντας το δίλημμα υπό μορφή θεατρικού έργου και όχι στεγνού δοκιμίου, το κατέστησε προσβάσιμο σε «ευαίσθητους» ανθρώπους με έφεση στην κοινωνική/ταξική διαλεκτική παρά την εθνική. Την «ανθρώπινη πλευρά», ωσάν τα έθνη να μην αποτελούνται από ανθρώπους. Πράγματι, κανείς «ειδικός» της θεατρικής τέχνης δεν έχει επισημάνει τον προφανή παραλληλισμό Ελλάδας-Σεν Τε.

Ίσως τους είναι αδιανόητο να ερμηνεύσουν ως κριτική των ανοιχτών συνόρων το έργο ενός θεατρικού συγγραφέα Μαρξιστικών καταβολών, εχθρού του ναζισμού, εξορίστου («Για τον όρο ‘μετανάστες’», 1937), τον οποίο οικειοποιείται μέχρι και ο Αλέξης Τσίπρας. Όταν μάλιστα η τέχνη είναι γλώσσα διεθνής, και η Μπερλινάλε και οι Κάνες χώροι προσκυνήματος. Ο Μπρεχτ κατά της λαθρομετανάστευσης; Ιεροσυλία!

Στον πραγματικό κόσμο, πόσο «καλή» αντέχει να είναι η Ελλάδα; Ακόμη κι αν αντέχει την απόλυτη «καλοσύνη», θα μπορέσει να διατηρήσει την ιδιοπροσωπεία της, δηλαδή οτιδήποτε την κάνει «Ελλάδα»; Δεν έχει δικαίωμα να πει «ΌΧΙ», όταν μάλιστα ποσώς δεν ευθύνεται για τους λόγους που ώθησαν όλους αυτούς τους ανθρώπους στα σύνορά της; Πότε η επιθυμία για καλοσύνη μετατρέπεται σε επικίνδυνη αφέλεια, λαμβάνοντας υπόψη τα γεωπολιτικά διακυβεύματα; 

Αν οι «καλοί άνθρωποι» θεωρούν τον Σούι Τα αποκρουστικό, και τα σύνορα «χαρακιές στο σώμα του πλανήτη», θα άνοιγαν το σπίτι τους για να στεγάσουν οικογένειες μεταναστών, όπως έκανε η Σεν Τε πριν το μετανοιώσει; Θα τους παραχωρούσαν κλίνη ΜΕΘ και αναπνευστήρα αν την χρειαζόταν η μάνα ή το παιδί τους;

Κατά τον Μπρεχτ, το δίπολο καλοσύνης-επιβίωσης δεν συνιστά πρόβλημα που έχει λύση, αλλά διαρκές δίλημμα που απαντούμε κατά περίπτωση, αποζητώντας κάποια ισορροπία, κάποιο μέτρο. Στην επιβίωση όλοι έχουν δικαίωμα, άτομα και έθνη. Το ίδιο και η Ελλάδα. Χωρίς ενοχές. Το είπε κι ο Μπρεχτ, το είπε κι η Ρίτα.

Σε αυτό το πνεύμα ισορροπίας, ούτε ο Σούι Τα πρέπει να εκμηδενίσει την Σεν Τε αλλά ούτε και το αντίστροφο. Ακόμη και αν επιλέξουμε την καλοσύνη στο μέτρο που μας αναλογεί και σε αυτούς που πραγματικά την δικαιούνται, θα πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να είμαστε ζωντανοί και δυνατοί για να την μοιράσουμε.

Τα πτώματα δεν κάνουν καλές πράξεις.