CULTURE
06/10/2018 10:00 EEST | Updated 06/10/2018 10:06 EEST

Ολοκληρώνοντας το έπος του «ελληνικού μεσαίωνα»: Ο συγγραφέας της τριλογίας «Γιοι της Στάχτης» στη HuffPost Greece

Facebook

Πού πάει ο νους σας όταν ακούτε για λογοτεχνία του Φανταστικού; Οι περισσότεροι θα σκέφτονται το «Game of Thrones» ή τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», και κάποιοι ενδεχομένως παλαιότεροι πιθανότατα θα θυμούνται τον Κόναν και τον Καλ τον Κατακτητή ή τον Έλρικ του Μελνιμπονέ- εμβληματικές φιγούρες του fantasy, που διαμόρφωσαν την εικόνα που έχουμε για το συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας, η οποία είναι πλούσια, είναι ηρωική, είναι σίγουρα γοητευτική, αλλά σε μεγάλο βαθμό είναι ξενόφερτη, καθώς, πριν την επέλαση του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και του οδοστρωτήρα του «Game of Thrones» λίγοι Έλληνες συγγραφείς έμπαιναν στη διαδικασία να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο είδος. Ως εκ τούτου, τα περισσότερα βιβλία fantasy που βρίσκει κανείς στην ελληνική αγορά είναι μεταφράσεις- και πολλοί Έλληνες συγγραφείς και αναγνώστες προτιμούσαν να ακολουθούν την «ξενόφερτη» παράδοση στον χώρο, καθώς τους φαινόταν πιο «φυσιολογικό» στη λογοτεχνία του Φανταστικού να διαβάζουν για περιπέτειες ηρώων με ονόματα όπως «Σταρκ», «Ντριζτ», «Χόκμουν», παρά «Λεωσθένης», «Διγενής» κ.ο.κ, καθώς, σε ένα κλασικό ελληνικό παράδοξο, αυτά της δεύτερης κατηγορίας τους φαίνονταν πιο «παράξενα» από αυτά της πρώτης.

Ένα από τα καλά του να γίνεται κάτι δημοφιλές στο ευρύ κοινό είναι ότι κάποιες παραδόσεις «σπάνε»- και στην περίπτωση του ελληνικού fantasy φαίνεται όντως να συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς όλο και περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς και δημιουργοί δείχνουν να στρέφονται στην πλούσια ελληνική ιστορία και παράδοση για έμπνευση. Και δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα τελευταία χρόνια από την τριλογία των «Γιων της Στάχτης» του Ελευθέριου Κεραμίδα, η οποία, για τον γράφοντα- φίλο του fantasy και της επιστημονικής φαντασίας εξ απαλών ονύχων- αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες λογοτεχνικές εκπλήξεις των τελευταίων ετών. Χωρίς υπερβολές, επρόκειτο για γνήσιο ελληνικό fantasy: Ήρωες σε έναν φανταστικό κόσμο εμπνευσμένο από την βυζαντινή περίοδο- έναν κόσμο στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η Βασιλεία Αιγλωέων, μια αυτοκρατορία όπου οι χαρακτήρες μιλούν ελληνικά, όπου τα υπερφυσικά στοιχεία και τα μαγικά πλάσματα) είναι βγαλμένα από τις «δικές μας» παραδόσεις (και όχι «ορκς» και «γκόμπλινς») όπου το λεξιλόγιο, η λεξιπλασία και η ατμόσφαιρα θυμίζουν και δίνουν την αίσθηση βιβλίων όπως η «Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη ή ο «Καιρός του Βουλγαροκτόνου» της Πηνελόπης Δέλτα. Κοινώς, οι «Γιοι της Στάχτης» («Κοράκι σε Άλικο Φόντο», «Βέλη και Κρόκινες Φλόγες» και τώρα «Δρυς με Φύλλα Σμαραγδιά») αποτελούν ένα αυθεντικό έπος «ελληνικού μεσαίωνα», το οποίο, ο γράφων τουλάχιστον, βρήκε πολύ πιο «οικείο» και γνώριμο από οποιοδήποτε «Game of Thrones».

Με την τριλογία να ολοκληρώνεται με την κυκλοφορία του «Δρυς με Φύλλα Σμαραγδιά», από τις εκδόσεις mamaya το οποίο κυκλοφορεί για πρώτη φορά αυτό το Σαββατοκύριακο, στο 4ο ΦantastiCon, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22)- η HuffPost Greece μίλησε με τον συγγραφέα, Ελευθέριο Κεραμίδα, σχετικά με την έμπνευση και την υλοποίηση του έργου του, την ελληνική λογοτεχνία του Φανταστικού, τη γλώσσα και φυσικά τη θαυμαστή Βασιλεία Αιγλωέων- στην οποία ελπίζουμε στο μέλλον κάποια στιγμή να επιστρέψουμε.

 

 

HuffPost Greece:Για αρχή, περιγράψτε μας την τριλογία των «Γιων της Στάχτης»: Πώς θα την ορίζατε; Τι πραγματεύεται;

Ελευθέριος Κεραμίδας: Είναι fantasy. Κάτι σαν το GameofThrones και τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, για όσους δεν τους λέει τίποτε η λέξη. Για όσους τους λέει πολλά η λέξη, δεν μπορώ να το προσδιορίσω περισσότερο, με κάποιο υποείδος. Είναι πολυπρόσωπο και οι τρεις βασικοί ήρωες βιώνουν τον κόσμο τους, την Πλάση, τελείως διαφορετικά ο ένας απ’ τον άλλο. Ο πρώτος αντιμετωπίζει υπερφυσικά πλάσματα και κάνει ανδραγαθίες (sword & sorcery), ο δεύτερος είναι στρατιωτικός και οδηγεί εκστρατείες (militaryfantasy), ο τρίτος είναι αξιωματούχος και οργανώνει δολοπλοκίες (hardfantasy). Δεν είναι ασύμβατα αυτά. Όπως ακριβώς και στον δικό μας κόσμο, ο τρόπος ζωής τους καθενός μας δεν είναι ο μοναδικός, για μερικά πράγματα λέμε «α, αυτά συμβαίνουν σε άλλους». Κι επηρεάζουμε με τις αποφάσεις και τις πράξεις μας ανθρώπους που δεν τους γνωρίζουμε, ούτε καν τους έχουμε ακουστά. Αυτό είναι ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα στο βιβλίο. Κανείς δεν είναι ικανός να σώσει τον κόσμο μόνος του, ούτε καν να εντοπίσει άλλους που μαζί τους θα κατόρθωνε κάτι τέτοιο. Αλλά αν πολλοί πασχίσουμε για το καλύτερο που μπορούμε στον μικρόκοσμό μας, ίσως κάτι να βγει.

Αυτό που θεωρώ πως με διαφοροποιεί από άλλους συγγραφείς του είδους στην Ελλάδα (ευτυχώς όχι όλους) είναι πως τα βιβλία μου έχουν ελληνικό χρώμα.

Στους Γιους της Στάχτης δε θα βρείτε τρολ και παγωμένα δάση, αλλά νεράιδες και ένα πέλαγος που τα κύματά του λαμπυρίζουν στον καλοκαιρινό ήλιο. Δεν προσπαθώ να μιμηθώ τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα που έχουμε δει σε αμέτρητες ταινίες και βιβλία, αντλώ από τη δική μας παράδοση, ιστορία και μυθολογία. Όχι μόνο επειδή έχουμε κορεστεί πια, αλλά κι επειδή δε βρίσκω άλλο επιχείρημα για να πείσω τους αναγνώστες μου να με προτιμήσουν από τους ξένους συγγραφείς, λογοτέχνες που μεταφράστηκαν στα ελληνικά επειδή πρώτα τους είχαν λατρέψει εκατομμύρια αναγνώστες σε όλη τη Γη.

Όπως φαίνεται και με την πρώτη ματιά στους χάρτες που συνοδεύουν τα βιβλία, εστιάζω στη γειτονιά μιας χώρας που μοιάζει με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το κράτος που συνηθίζουμε να αποκαλούμε Βυζάντιο.

 

Facebook

 

Γιατί αποφασίσατε να χρησιμοποιήσετε τη βυζαντινή περίοδο ως «πηγή» για τη δημιουργία του κόσμου των «Γιων της Στάχτης»;

Μου φάνηκε πως όσο πιο κοντινή σ’ εμάς εποχή μελετούσα, τόσο πιο εύκολο θα ήταν και τόσο πιο πολλές τεχνολογικές και πολιτισμικές δυνατότητες θα είχα. Ήθελα όμως να είναι κάτι πριν τη χρήση της πυρίτιδας, που τη θεωρώ (όπως πολλοί) κατώφλι του σύγχρονου κόσμου, άρα αντίθετη με τον μυθικό/παραμυθιακό χαρακτήρα του fantasy. Κι αφού τα παλιότερα πυροβόλα όπλα που ήξερα στον ελληνόφωνο κόσμο είχαν να κάνουν με την άλωση της Πόλης, έπρεπε να πάω λίγο πιο πίσω απ’ αυτή.

Η αρχαιότητα μου ήταν πιο οικεία και ο ελληνιστικός κόσμος με γοήτευε, μα φοβόμουν πως το κοινό δεν ήταν έτοιμο να δει πράγματα που ξέφευγαν από όσα ξέρει. Επίσης, τα περισσότερα πλάσματα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας είναι μοναδικά, ο Μινώταυρος, ο Πήγασος, όχι ένας μινώταυρος, ένας πήγασος. Μου φαινόταν πως θα τα ευτέλιζα αν τα πολλαπλασίαζα.

Διαβάζοντας για το Βυζάντιο, βρήκα πράγματα που με εντυπωσίασαν, όπως η ύπαρξη τελωνείων, κτηματολογίου, πανεπιστημίου. Μπορούσα να τοποθετήσω την πλοκή μου σ’ έναν κόσμο που να θυμίζει αυτό το μέρος δίχως να νερώνω πολύ το κρασί μου για χωρέσουν ιδέες που τις θεωρούμε δεδομένες σήμερα – τις είχαν ήδη. Δεν έλειπαν βέβαια και τα αρνητικά, είναι μια εποχή όπως όλες οι άλλες. Ούτε ο κολοφώνας του ανθρώπινου γένους είναι, ούτε –όπως νομίζουν άλλοι– μια μαύρη περίοδος.

Εδώ είναι που αποδείχτηκε δίκοπο μαχαίρι η επιλογή μου. Κάποιους στην Ελλάδα τους ξετρελαίνει η ιδέα του «βυζαντινού fantasy», άλλους τους απωθεί. Βέβαια, θεωρώ πως πιο ακριβής περιγραφή του χρώματος των βιβλίων μου είναι αυτό που είχε πει ο συγγραφέας Φίλιππος Μανδηλαράς για το Κοράκι σε άλικο φόντο: «ελληνικός μεσαίωνας». Έχω αφήσει εκτός τις ρωμαϊκές και τις ιουδαϊκές επιρροές του αληθινού Βυζαντίου και τις έχω υποκαταστήσει με ελληνικότερες λεπτομέρειες. Εν μέρει επειδή δε θα έστεκαν στον κόσμο που περιγράφω, εν μέρει επειδή δεν είναι το μέρος του Βυζαντίου που μας συγκινεί. Παρόμοια, στη γλώσσα απέφυγα όσο μπορούσα τις ενετικές και τις τουρκικές λέξεις, που πέρασαν στα ελληνικά μετά τη βυζαντινή περίοδο. Προσπάθησα να δημιουργήσω την αίσθηση μιας άλλης εποχής κυρίως με λέξεις που τις γνωρίζουμε ή θα έπρεπε, χωρίς να καταφύγω σε γραφικούς αρχαϊσμούς, συνηθισμένο ατόπημα στο αγγλόφωνο fantasy.

 

 

Η γλώσσα που χρησιμοποιείτε είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά των βιβλίων σας – προσωπικά τη βρήκα ως ένα από τα καλύτερα στοιχεία τους, καθώς δίνει την αίσθηση ενός απολύτως καθαρόαιμου ελληνικού μυθιστορήματος του φανταστικού και όχι μιας απόπειρας «απόδοσης» ή μετάφρασης ξενόγλωσσου fantasy: Πόσο δύσκολη δουλειά ήταν η λεξιπλασία και η εύρεση των σωστών όρων της βυζαντινής περιόδου για τους σκοπούς του βιβλίου;

Όταν ξεκίνησα να γράφω τα βιβλία, το 2002, η σκέψη μου ήταν να μη γράψω για πράγματα που βλέπαμε σε ταινίες και παιχνίδια, αλλά ήμουν βέβαιος πως δεν υπήρξαν ποτέ στα μέρη μας. Εντυπωσιακά τα vambrace και τα rondel και τα flail, αλλά πώς θα τα πεις; Θα τα μεταγράψεις απλώς στα ελληνικά; Θα καθίσεις να τα εξηγήσεις λες και τα έβγαλες από το μυαλό σου; Αν είναι να το κάνεις αυτό, τότε γιατί να μην καταπιαστείς με τον εξοπλισμό των δικών μας προγόνων, να έχεις και την ορολογία έτοιμη; Μη νομίζετε πως πριν 40 χρόνια είχε κανείς Αμερικάνος ιδέα τι είναι longsword και τι chainmail. Το fantasy τα δίδαξε στο κοινό κι αποτελούν κοινό τόπο σήμερα. Είπα, ας ξεκινήσω κι εγώ μια τέτοια διαδικασία, κι όπου βγάλει.

Κι αμέσως σκόνταψα.

 

 

Ελάχιστα τότε τα βιβλία στα ελληνικά για τη βυζαντινή καθημερινότητα και τον βυζαντινό στρατό. Πανεπιστημιακά συγγράμματα, ακριβά και στρυφνά για όποιον δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός. Εξαντλημένες εκδόσεις που αποδείχτηκαν ξεπερασμένες όταν τις βρήκα επιτέλους. Άρθρα σκόρπια στο διαδίκτυο, χωρίς βιβλιογραφικές αναφορές, δεν είχες μέτρο για να κρίνεις αν ήταν έγκυρα ή ακραίες απόψεις. Τα ξενόγλωσσα βιβλία δεν τα συζητάω καν, στην πράξη αδύνατον να τα βρεις στην επαρχία, όπου έμενα. Σήμερα, όποιος θέλει ν’ ασχοληθεί θα βρει εύκολα βιβλία για θέματα από το φαγητό ως τις ναυμαχίες στο Βυζάντιο.

Αλλά δεν αρκεί η έρευνα, όταν γράφεις φανταστικό κι όχι ιστορικό μυθιστόρημα. Σε πόση λεπτομέρεια να μπεις; Να πεις το κάθε πράγμα με το βυζαντινό του όνομα, φορτώνοντας τον αναγνώστη με χίλιες νέες λέξεις και το κείμενό σου με την επεξήγησή τους; Ορισμένες μπορεί να ακούγονται αστείες και να προκαλούν συνειρμούς που δεν τους θες – π.χ. το κράνος το έλεγαν κασίδιο οι Βυζαντινοί. Είναι θέμα ισορροπίας, τι θα χρησιμοποιήσεις και τι θα αφήσεις έξω.

Από την άλλη, η λεξιπλασία είναι απαραίτητη όταν μιλάς για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ στον πραγματικό κόσμο. Όπως κι αν θες ν’ αντικαταστήσεις ορολογίες που και στην εποχή τους ήταν ξενόφερτες. Αλλά έχει τα δικά της διλήμματα. Πόση και πώς; Να ακολουθήσεις τη σημερινή δομή της γλώσσας ή μια που θεωρητικά ταιριάζει με το χρώμα του κειμένου; Π.χ. στη βυζαντινή ορολογία, πολλά επαγγέλματα τελειώνουν λατινογενώς σε –άριος, κατάληξη που σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Κι έχεις και μόνιμα τον φόβο μη βρεθείς αντιμέτωπος με ανθρώπους που απορρίπτουν συλλήβδην τους νεολογισμούς – όπως παντού, έτσι και στη γλώσσα, έχουμε Έλληνες που θεοποιούν το παλιό και εχθρεύονται το νέο, λες και όλες οι λέξεις γεννήθηκαν μαζί, αντί να προκύπτουν νέες, όσο άλλαζε ο κόσμος.

Δύσκολη η όλη διαδικασία της διαμόρφωσης της «γλώσσας» στην οποία θα γράψεις το βιβλίο σου. Αλλά απαραίτητη, αν θες να πεις κάτι δικό σου.

Περιγράψτε μας την πορεία των «Γιων της Στάχτης», από την ιδέα μέχρι τη συγγραφή και την έκδοση.

Τέλειωνα τη σχολή και θεωρούσα πως διέθετα τη συγγραφική εμπειρία για να περάσω από τα διηγήματα στο μυθιστόρημα. Μάλιστα, άφησα στην άκρη κάποιες ιδέες που τις θεωρούσα καλύτερες, για να τις χρησιμοποιήσω σε επόμενη σειρά μυθιστορημάτων που θα έγραφα, σε άλλο κόσμο!

 

 

Μου πήρε δυο χρόνια για να ολοκληρώσω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές και το πρώτο βιβλίο των Γιων της Στάχτης, ένα τερατωδώς μεγάλο κείμενο, με προβλήματα που τα έβλεπα κι εγώ ακόμη. Και να μην ήταν ώρα να πάω στρατό, πάλι δε θα είχα κουράγιο να καθίσω να το διορθώσω. Μετά το στρατό έπιασα δουλειά, πέρασαν πέντε χρόνια μέχρι να το πάρω απόφαση να ξανακοιτάξω το βιβλίο μου. Το έκοψα στη μέση, έκανα το πρώτο μέρος μυθιστόρημα με κορύφωση και τέλος, διόρθωσα πολλά, γέμισα τα κενά, έκοψα τα περισσεύματα. Το έστειλα σ’ έναν εκδοτικό οίκο, με απέρριψε. Το έστειλα μετά στον Πατάκη, ακολουθώντας τη συμβουλή μιας φίλης να βάλω και coverletter. Το δέχτηκαν.

Δυστυχώς, δε γίνεται να γράφεις ένα μεγάλο και περίπλοκο μυθιστόρημα τη χρονιά αν δεν είσαι επαγγελματίας συγγραφέας, αλλά στην Ελλάδα ελάχιστοι μπορούν να ζήσουν από την πένα τους. Στο fantasy, σίγουρα κανείς.

Ώσπου να μπορέσω να ολοκληρώσω τις διορθώσεις στο δεύτερο μισό του παλιού μου βιβλίου, να του φτιάξω αρχή και να ενσωματώσω όσα είχα μάθει στο μεταξύ περί γραφής, ο οίκος θεώρησε ότι είχε χαθεί η όποια δυναμική είχε η σειρά, το κοινό είχε πάψει πια να με περιμένει.

Κάθισα να κάνω κι άλλες διορθώσεις, έκοψα το δεύτερο βιβλίο στη μέση, γιατί είχε βγει διπλάσιο από το πρώτο. Αναθεώρησα και ολόκληρο το πρώτο στην πορεία, μου φαινόταν φτωχό πια. Στο μεταξύ, προέκυψε η ομάδα Άρπη, μια συντροφιά συγγραφέων που ήθελαν να γράψουν φανταστικό με ελληνικό χρώμα. Προέκυψαν κι οι εκδόσεις mamaya, που δέχτηκαν να στεγάσουν τη συντροφιά. Κι έτσι, δουλεύοντας ένα βιβλίο που είχα γράψει το 2004, βρέθηκα με μια ολόκληρη τριλογία στα βιβλιοπωλεία…

 

https://sonsofashblogspotcom/

 

Ιδέες είχα πολλές και ετερόκλητες, αλλά τις έπλεξα όσο γίνεται αρμονικά. Μία ήταν να κάνουν ένα πέρασμα οι Παυλικιανοί, Αρμένιοι αιρετικοί με γνωστικό δόγμα. Τους έδωσα το όνομα «Αγνοί», κλείνοντας το μάτι προς τους Καθαρούς, που ήταν πνευματικοί τους επίγονοι, μέσω των Βογομίλων στη Βουλγαρία. Μέσα από τις ζυμώσεις της συγγραφής, οι Αγνοί και το ζήτημά τους γέμισαν όλο το πρώτο βιβλίο. Ενώ η πρώτη-πρώτη ιδέα που είχα, αυτή που μου έδωσε τον πυρήνα της ιστορίας, γέννησε δυο πολύ αγαπητούς χαρακτήρες, αλλά όλο προοικονομείται και μόλις στο τέλος της τριλογίας έσκασε δειλά το κεφαλάκι της, ίσως για να ανθίσει σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο.

Μια άλλη ιδέα προέρχεται από τον χαρακτήρα που έπαιζα ως φοιτητής στο DungeonsandDragons. Σκέφτηκα πώς θα ήταν να έφτιαχνε μια αδελφότητα από άτομα σαν αυτόν κι έτσι προέκυψαν οι Γιοι της Στάχτης και κατά προέκταση ο Φιλάρετος. Ο τρόπος που τους περιέγραψα ήταν εσκεμμένα σε πλήρη αντίθεση με την ιδέα των παιχνιδιών ρόλων πως πρέπει όλοι οι χαρακτήρες σε μια ομάδα να είναι ισορροπημένοι. Στην πραγματική ζωή, δεν είμαστε όλοι το ίδιο προικισμένοι. Δεν έχουμε απλά διαφορετική κλίση. Κάποιος μπορεί να είναι ψηλός, όμορφος και έξυπνος, άλλος μπορεί να είναι και κοντός, και άσχημος, και ανόητος.

Ποια ήταν η απήχηση του κοινού;

Το Κοράκι πήγε αξιοπρεπώς στην αρχική του έκδοση, σε καθαρόαιμο fantasy δεν ξέρω άλλον Έλληνα συγγραφέα να έχει κινηθεί στην ίδια κλίμακα. Βοήθησε που ήταν μεγάλος ο οίκος κι είχε άριστη διανομή. Έχω γνωρίσει αρκετούς ανθρώπους που το διάβασαν δίχως να έχουμε ούτε έναν κοινό γνωστό, απέκτησα νέους φίλους που πρώτα υπήρξαν αναγνώστες μου. Μια κοπέλα που ασχολείται με το animation έκανε προσχέδια χαρακτήρων για διασκευή του Κορακιού σε σειρά – όχι με σκοπό να χρησιμοποιηθούν πραγματικά, αλλά γιατί αγαπούσε το βιβλίο και της ήρθε να το χρησιμοποιήσει για την εξάσκησή της. Τρεις-τέσσερις άνθρωποι το μνημονεύουν συχνά ως ένα από τα αγαπημένα τους βιβλία. Ακόμη και όσοι δεν ενθουσιάζονται, αναγνωρίζουν στοιχεία που τους άρεσαν, τη γλώσσα ή το πόσο δούλεψα. Με ευχαριστούν όλα αυτά, με ανταμείβουν για τον κόπο μου.

Θα δούμε πώς θα κινηθεί η τριλογία τώρα που ολοκληρώθηκε, πολλοί δεν ξεκινούν να διαβάσουν σειρά βιβλίων πριν τελειώσει. Κι εγώ τέτοιος άνθρωπος είμαι. Πάντως, η έντονα αναθεωρημένη επανέκδοση του Κορακιού, πάει καλύτερα απ’ ό,τι περιμέναμε για βιβλίο που έχει ξανακυκλοφορήσει, ενώ κάθε τόσο κάποιος ανακαλύπτει πώς βγήκε επιτέλους το δεύτερο βιβλίο και αντιδρά με χαρά.

 

 

Έχετε σχέδια για το μέλλον (ή το παρελθόν) της Βασιλείας Αιγλωέων; Πόσο πιθανόν είναι να την επισκεφθούμε ξανά;

Με τόσα χρόνια δουλειάς στον κόσμο των βιβλίων, την Πλάση, έχουν συσσωρευτεί πολλές ιδέες στο μυαλό και στις σημειώσεις μου. Άλλη μια τριλογία, που διαδραματίζεται τρία-τέσσερα χρόνια μετά. Μια σειρά στο «ελληνιστικό» παρελθόν του Ωκεανού, χίλια χρόνια πίσω, πριν καν ιδρυθεί η Βασιλεία Αιγλωέων. Μια τριλογία με συγκρούσεις πόλεων-κρατών, κάπως σαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Διηγήματα με πρωταγωνιστές τους δευτερεύοντες χαρακτήρες των Γιων της Στάχτης. Η ανταπόκριση των αναγνωστών θα δείξει αν υπάρχει περιθώριο για να γραφτεί οτιδήποτε απ’ αυτά.