ΤΟ BLOG
26/11/2021 10:49 EET | Updated 26/11/2021 11:22 EET

«Στρατηγική αυτονομία»: Περιεχόμενο, διακυβεύματα και κίνδυνοι του γεωπολιτικού στόχου της ΕΕ

Μια κριτική ματιά

via Associated Press

* Θωμάς Γούμενος, Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης - Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 1ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Η διαδικασία αποχώρησης των δυτικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν προσλήφθηκε από μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής ηγεσίας, αλλά και της ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας, ως επιβεβαίωση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας ή μονομέρειας και ταυτόχρονα ως αδυναμία της ΕΕ να αναλάβει έναν διακριτό διεθνή ρόλο. Η συμφωνία AUKUS που ακολούθησε λίγο αργότερα τροφοδότησε περαιτέρω αυτή τη γραμμή σκέψης. Το επιχείρημα περί ελλιπούς (γεω)πολιτικού βάρους της ΕΕ επανέρχεται ολοένα τις τελευταίες δεκαετίες και η επισήμανση της ανάγκης «να αποκτήσει η Ευρώπη τη δική της φωνή» αποτελεί συχνό συμπλήρωμά του.

Υπό αυτή την έννοια, η τρέχουσα συζήτηση για τον στόχο της «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ δεν είναι απαλλαγμένη από στερεότυπα. Όμως αυτή τη φορά δείχνει να υπάρχει ισχυρότερη δέσμευση από την πλευρά της ΕΕ στην επίτευξη του στόχου αυτού, καθώς οι επίμονες αναφορές υψηλόβαθμων αξιωματούχων (Ο. φον ντερ Λάιεν, Σ. Μισέλ, Ζ. Μπορέλ) έχουν, μερική έστω, αντιστοίχιση σε θεσμικές εξελίξεις και πολιτικές πρωτοβουλίες. Αξίζει λοιπόν να σκιαγραφηθούν το πλαίσιο ανάδυσης της «στρατηγικής αυτονομίας», το περιεχόμενό της, καθώς και τα κύρια επίδικά της.

Ο στόχος της στρατηγικής αυτονομίας συνδέεται αναμφίβολα με την «Παγκόσμια Στρατηγική» της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια, η οποία εξαγγέλθηκε τον Ιούνιο του 2016.

Όπως έχει επισημανθεί από αρκετούς μελετητές1, η «Παγκόσμια Στρατηγική» αποτελεί μια ορισμένη μετατόπιση από την «Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας» του 2003: Αν και παραμένει εντός του πλαισίου της φιλελεύθερης θεώρησης των διεθνών σχέσεων και συνεχίζει, αυτονόητα, να απηχεί τις μέριμνες ενός πυλώνα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η «Παγκόσμια Στρατηγική» προκρίνει έναν «πραγματισμό βάσει αρχών» και μια πιο προσεκτική, αλλά και εσωστρεφή, περιγραφή των δυνατοτήτων και των στόχων της ΕΕ, σηματοδοτώντας έτσι την εξασθένιση των κοσμοπολιτικών αποχρώσεων και των γεμάτων αυτοπεποίθηση εξαγγελιών για μια δημοκρατική παγκόσμια τάξη που απέπνεε το κείμενο του 2003.

Η διαφορά μεταξύ «αποτελεσματικής πολυμέρειας» και «στρατηγικής αυτονομίας» αποτυπώνει σχηματικά τους διαφορετικούς στόχους που θέτουν τα δύο αυτά κατευθυντήρια κείμενα.

Στις διεθνείς, περιφερειακές και «εσωτερικές» εξελίξεις που επηρέασαν το πνεύμα της «Παγκόσμιας Στρατηγικής» περιλαμβάνονται η κάμψη του ρυθμού οικονομικής παγκοσμιοποίησης μετά την κρίση του 2008, η υποχώρηση της δημοκρατίας διεθνώς, οι –απρόσμενα εκτεταμένες– συρράξεις στη γειτονιά της ΕΕ (Ουκρανία, Συρία) και τα περιστατικά ισλαμιστικής τρομοκρατίας,σε συνδυασμό με την άνοδο της ριζοσπαστικής (ξενοφοβικής ή και ευρωσκεπτικιστικής) Δεξιάς σε πλείστες ευρωπαϊκές χώρες· αναμφίβολα, το δίδυμο σοκ του δημοψηφίσματος για το Brexitκαι της ανόδου του Τραμπ, που έλαβαν χώρα το ίδιο έτος, επισφράγισαν τις κυρίαρχες ερμηνείες που είχαν διαμορφωθεί εντός της ΕΕ.

Η «επιστροφή της γεωπολιτικής και του εθνικισμού» σε ό,τι αφορά την πολιτική όχι μόνο της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά πλέον και της Βρετανίας και –κυρίως– των ΗΠΑ, επιβεβαίωσε την επιλογή της «στρατηγικής αυτονομίας» ως ρεαλιστικής (ή Ρεαλιστικής) ευρωπαϊκής απάντησης· η νέα Πρόεδρος της Κομισιόν από το 2019 μίλησε πλέον καθαρά για μια «γεωπολιτική Επιτροπή».

Ποια είναι όμως η σημασία που δίδεται στην έννοια «στρατηγική αυτονομία»;

Το πρώτο ζήτημα που αναδύεται είναι: έναντι ποιων; Οι σχέσεις με τη Ρωσία χαρακτηρίζονται ρητά στην «Παγκόσμια Στρατηγική» ως «βασική στρατηγική πρόκληση». Η γλώσσα αναφορικά με την Κίνα είναι περισσότερο ουδέτερη, όμως πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις της ΕΕ την προσδιορίζουν πολλαπλώς ως εταίρο, αλλά και ως ανταγωνιστή και «συστημικό αντίπαλο».

Το κρίσιμο ζήτημα, βεβαίως, επί του οποίου παρατηρούνται οι εντονότερες διαφωνίες μεταξύ των κρατών μελών –και συναφώς η μεγαλύτερη δυσκολία των αξιωματούχων και των οργάνων της ΕΕ να λάβουν ξεκάθαρη θέση–, αφορά τη σχέση με τις ΗΠΑ. Αφενός λίγα κράτη δείχνουν ανοιχτά προθυμία να συνταχθούν με την πλέον προωθημένη θέση, αυτή της Γαλλίας, υπέρ της ευρωπαϊκής αυτονομίας· θέσεις όπως αυτές που ρητά έχει διατυπώσει ο Πρόεδρος Μακρόν για ευρωπαϊκή «κυριαρχία» ή ακόμα και η περιγραφή του δόγματος της «Συναίνεσης του Παρισίου» (ParisConsensus)2 για την ίδια την παγκόσμια τάξη δεν έχουν τύχει θετικής υποδοχής ούτε από τη Γερμανία, αλλά ούτε και από μη νατοϊκές χώρες, όπως η Σουηδία.

Αφετέρου, παρότι η υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας που δεν θα διατηρεί τον υπερατλαντικό οργανικό δεσμό φαντάζει αδιανόητη ακόμα και μεσοπρόθεσμα, οι τρέχουσες διεργασίες είναι πιθανόν να επιφέρουν κάποιες αλλαγές στον καταμερισμό εργασίας και στους συσχετισμούς δύναμης εντός της «Δύσης».

Ποιες είναι αυτές οι διεργασίες, πέραν των προαναφερθεισών, σε θεσμικό και πολιτικό επίπεδο;

Σε ό,τι αφορά το κεντρικό πεδίο αναφοράς της «στρατηγικής αυτονομίας», δηλαδή αυτό της ασφάλειας και άμυνας, υπάρχουν τελευταία σημαντικές πρωτοβουλίες, με κυριότερες ίσως τη «Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία» (PESCO), στην οποία μετέχουν 25 κράτη και η οποία περιλαμβάνει δράσεις από την κοινή στρατιωτική εκπαίδευση ως την κατασκευή στρατιωτικών οχημάτων και διάφορων στρατιωτικών τεχνολογιών, και το «Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας», το οποίο αναμένεται να εκτοξεύσει τη χρηματοδότηση της στρατιωτικής έρευνας και ανάπτυξης στα 8 δισ. για την περίοδο 2021-2027.

Επιπλέον, η υπό συζήτηση «Στρατηγική Πυξίδα» της ΕΕ στοχεύει όχι μόνο να αποτελέσει μια πλατφόρμα συντονισμού σε στρατηγικό επίπεδο, αλλά και να συντελέσει, μέσω προσδιορισμού και προτεραιοποίησης «απειλών», στην οικοδόμηση μιας κοινής ταυτότητας ασφάλειας («στρατηγικής κουλτούρας»).

Σε σχέση με άλλα πεδία που συνθέτουν ή κρίνονται απαραίτητα για τη «στρατηγική αυτονομία», μπορούν ενδεικτικά να αναφερθούν η πρόσφατα εξαγγελθείσα πρωτοβουλία «Παγκόσμια Πύλη» (GlobalGateway) για την προώθηση των ευρωπαϊκών προϊόντων και των διεθνών οικονομικών σχέσεων, η οποία είναι ευθέως ανταγωνιστική προς το «Δρόμο του Μεταξιού» της Κίνας.

Η –επίσης πρόσφατη– προσπάθεια για πριμοδότηση της παραγωγής μικροτσίπ στην Ευρώπη, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση της βιομηχανικής παραγωγής από τις ΗΠΑ και την Κίνα και η ολοκλήρωση του συστήματος παγκόσμιας δορυφορικής πλοήγησης Galileo, με στόχο την ανεξαρτητοποίηση από το αμερικάνικο GPS.

Ακόμα και η «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» ή το Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, με την πρόβλεψη για κοινή έκδοση ομολόγων, μπορούν να ιδωθούν ως υποστηρικτικές πολιτικές της «στρατηγικής αυτονομίας».

Καταληκτικά, με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι, αναφορικά με το στόχο της «στρατηγικής αυτονομίας» στη σημερινή συγκυρία, η στερεοτυπική κριτική περί «κούφιων εξαγγελιών» ή η απόφανση ότι «η Ευρώπη δεν κάνει τίποτα» είναι επιφανειακές. Φυσικά, μια σειρά από άλλες κριτικές που διατυπώνονται ευρέως και αφορούν το κατά πόσο τα κράτη-μέλη θα επιτύχουν αυτή τη φορά να στοιχηθούν έμπρακτα πίσω από μια κοινή στρατηγική ασφάλειας ή το αν θα αμφισβητήσουν αποτελεσματικά την αμερικανική ηγεμονία είναι έγκυρες και σημαντικές.

Υπάρχουν όμως και μια σειρά από άλλα ανοιχτά ζητήματα και ερωτήματα, τα οποία παραμένουν στο περιθώριο και αφορούν εντέλει το πολιτικό πρόσημο και τις συνέπειες της «στρατηγικής αυτονομίας».

Για παράδειγμα, έχει επισημανθεί ότι, σε μια σειρά από πεδία, το δόγμα της «στρατηγικής αυτονομίας» υπηρετείται κοντόφθαλμα και επ’ ωφελεία συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων.

Για παράδειγμα, στο πλαίσιο μιας κλιματικής πολιτικής που καταλήγει να έχει στοιχεία προστατευτισμού3 ή μιας μεταναστευτικής πολιτικής στη λογική «Ευρώπη-φρούριο»4.

Κρατώντας αυτό το νήμα σκέψης, θα μπορούσε κανείς να επισημάνει τον κίνδυνο μια –υπό προϋποθέσεις θετική – στροφή της ΕΕ σε μια περισσότερο «μαζεμένη» και πραγματιστική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας να συντελέσει, μέσω της επιτελεστικότητάς της και των αντιδράσεων που θα προκαλέσει, στην εμπέδωση μιας παγκόσμιας σκηνής ολοένα και περισσότερο χωρισμένης σε ανταγωνιστικά μπλοκ.

Η ίδια η υπερβολική έμφαση στη «γεωπολιτική» μπορεί να έχει τέτοιο αποτέλεσμα, όπως και η παραφθορά της «αυτονομίας» στην ιδιοτελή διαφύλαξη των κεκτημένων ή στις φενάκες της αυτάρκειας και της περίκλειστης «όασης».

Συναφώς, είναι εξαιρετικά περιθωριακή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμα και μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων, η ιδέα ότι εντέλει η εξασφάλιση της ασφάλειας απαιτεί σημαντική ανακατανομή οικονομικής και πολιτικής ισχύος σε διεθνικό επίπεδο, προς όφελος των χωρών και περιοχών που αντιμετωπίζουν εντονότερα τη φτώχεια και την κλιματική αλλαγή, μεταξύ άλλων κινδύνων.

 

1 Π.χ. M. Mälksoo, 2016, “From the ESS to the EU Global Strategy: external policy, internal purpose”, Contempory Security Policy, 37:3 και E. Barbé & P. Morillas, 2019. “The EU global strategy: the dynamics of a more politicized and politically integrated foreign policy”, Cambridge Review of International Affairs, 32:6.

2 Le Grand Continent, La doctrine Macron : une conversation avec le Président français”, 16 Νοεμβρίου 2020.

3 R. Youngs, “The EU’s Indirect and Defensive Approach to Climate Security”, Carnegie Europe, 12 Ιουλίου 2021.

4 T. Pietz, “EU Crisis Management: Back to the Future”, Internationale Politik Quarterly, 3 Ιουνίου 2021.