Τάσος Ιορδανίδης: Η υποκριτική είναι αρένα

Από τον Άμλετ του Σαίξπηρ στο «Φράνκι και Τζόνι» του ΜακΝάλι

«... Πλέον, ακριβώς επειδή βρίσκομαι στη φάση της ωριμότητας, ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα. Θυμάμαι τον Μιχαλακόπουλο που μου έλεγε, κάθε φορά που μπαίνω σε μία διαδικασία θεατρικής πράξης, από την έναρξη των προβών, από την ώρα που παίρνω το κείμενο, νιώθω σαν το παιδί που δεν ξέρει να κολυμπάει. Και βάζω σιγά σιγά στην αρχή τα πόδια μου μέσα, ύστερα δοκιμάζω με τα μπρατσάκια -σιγά σιγά....»

Το άλμα μέσα σε μερικούς μήνες από τον «Άμλετ» με τον οποίον άνοιξε η σεζόν (στο Altera Pars τη δεύτερη χρονιά) στο εντελώς διαφορετικό «Φράνκι και Τζόνι», η δεύτερη συνεργασία του με την εξαιρετική Ιωάννα Παππά, το άγχος μίας παραγωγής που είναι «σαν να ανοίγεις επιχείρηση κάθε έξι μήνες», οι ρόλοι υψηλής τάσης, οι δύο φορές που ένιωσε να φεύγει η γη κάτω από τα πόδια του, το παιδικό όνειρο που δεν ήταν να γίνει ηθοποιός, αλλά όπως λέει, καλαθοσφαιριστής. Ο Τάσος Ιορδανίδης στη HuffPost Greece.

-Ποιά είναι η ιστορία της Φράνκι και του Τζόνι;

Ένας άνδρας και μία γυναίκα συναντιούνται, το ένστικτο τους οδηγεί στο να συνδεθούν, αλλά δεν μπορούν. Εργάζονται σε ένα συνοικιακό εστιατόριο στο Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη, εκείνη είναι σερβιτόρα, εκείνος μάγειρας και η παράσταση μας αφηγείται μία νύχτα που περνάνε μαζί. Ο θεατής καλείται να δει σαν μέσα από μία κλειδαρότρυπα τη μάχη που δίνουν αυτοί οι δύο άνθρωποι προκειμένου να επικοινωνήσουν, να έρθουν κοντά. Το πρόσωπο που κατά κύριο λόγο αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για να ανοίξει ένα όστρακο ασφυκτικά κλειστό, όπως η Φράνκι, είναι ο Τζόνι, ο ήρωας που υποδύομαι.

-Ποιός είναι ο Τζόνι;

Ο Τζόνι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει δύο παιδιά, έχει υπάρξει παντρεμένος, έχει κάνει δύο χρόνια φυλακή -γεγονός πάρα πολύ σημαντικό, γιατί είναι μια χαρακιά μέσα του- και έχει βρει καταφύγιο στο διάβασμα, που είναι και λίγο οξύμωρο, γιατί θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Τζόνι είναι, αν θέλεις, και ένα λούμπεν στοιχείο εξαιτίας και των προσλαμβανουσών του: Έχει μεγαλώσει σε ανάδοχη οικογένεια, όπως λέει κάποια στιγμή στη Φράνκι, δεν είχε εύκολη παιδική ζωή, αλλά ούτε και στην ενήλικη ζωή του ήρθαν εύκολα τα πράγματα. Έχει, λοιπόν, βρει καταφύγιο στο διάβασμα, έχει συχνές αναφορές στον Άμλετ, στον Σαίξπηρ και αισθάνεται ότι αυτή η βραδιά ίσως είναι η τελευταία του ευκαιρία για να μπορέσει να προσεγγίσει την ευτυχία, που για κείνον αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο της Φράνκι.

-Το άλμα από τον Αμλετ στον Τζόνι;

Είχα απόλυτη ανάγκη να κάνω αυτό το άλμα -και προσωπικά, ψυχολογικά, και καλλιτεχνικά. Πέρα από τον Άμλετ ήταν ο Ρασκόλνικοφ, ο Στάνλεϊ Κοβάλσκι από το Λεωφορείο ο Πόθος, όλοι ρόλοι - σύμβολα, υψηλής τάσης, με μεγάλο φορτίο και μαρκαρισμένοι -με την καλή έννοια. Προσπάθησα, και αυτό οφείλεται ξεκάθαρα στον Γιώργο Σκεύα -και στην Ιωάννα φυσικά, αλλά ο μαέστρος σε μια παράσταση είναι ο σκηνοθέτης- αυτή μου την ανάγκη ο Γιώργος να μην την αφήσει να ξεπέσει σε ευκολίες, σε μία εύκολη ανάγνωση.

Πίστευα ότι θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα, αλλά τελικά ήταν πιο εποικοδομητικά καλλιτεχνικά, εννοώ με τον δρόμο που επέλεξε ο Γιώργος και του είμαι ευγνώμων, παρά τις συγκρούσεις (γιατί είχαμε και συγκρούσεις).

“Το «Φράνκι και Τζόνι» σε καλεί να ανακαλύψεις -να θυμηθείς, ίσως- τι σημαίνει έρωτας, τι σημαίνει ανάγκη για επαφή, τι σημαίνει η ευκαιρία για μία δεύτερη ευκαιρία”

Χαίρομαι που κάνω ένα έργο που αφορά μια ιστορία του σήμερα. Παρότι διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’80 -το έργο γράφτηκε το 1987- ο Γιώργος κράτησε μια εποχή. Για παράδειγμα, δεν βλέπουμε τους δύο ήρωες να επικοινωνούν μέσω social media ή να έχουν κινητά.

Σε κάθε περίπτωση και όσο και να ταυτίζεται ο θεατής με τους ήρωες - σύμβολα, πάντα υπάρχει μία απόσταση. Εδώ καλείται να ανακαλύψει -ή, να θυμηθεί, ίσως- τι σημαίνει έρωτας, τι σημαίνει ανάγκη για επαφή, τι σημαίνει η ευκαιρία για μία δεύτερη ευκαιρία.

-Οι ιστορίες αγάπης είναι η ιστορία του κόσμου -είτε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, είτε όχι. Στην περίπτωση του Τζόνι που σε μια νύχτα παίζει (ή τουλάχιστον έτσι αισθάνεται) το τελευταίο του χαρτί, η απελπισία σε ποιά στιγμή συνοψίζεται;

Νομίζω ότι η απελπισία του περνάει αρκετές φορές μέσα στο έργο, αλλά υπάρχει μία στιγμή, όταν μιλάει για τα παιδιά του και τη γυναίκα του, που το λέει πια καθαρά. Είναι η στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με τις αποτυχίες της ζωής του. Ο Τζόνι είναι ένας άνθρωπος που προσπαθούσε συνέχεια να τα καταφέρει, αλλά στο τέλος, πάντα, συγγνώμη για τη φράση -είναι του συγγραφέα- τα σκάτωνε. Το σημείο στο οποίο φαίνεται η απόγνωση, ο εσωτερικός του βρασμός, είναι όταν λέει ότι πήγε να συναντήσει τα παιδιά του στο καινούργιο σπίτι της γυναίκας του, εκεί όπου ζούσε με τον νέο της σύζυγο και δεν μπορούσε καν να κατεβάσει το παράθυρο του αυτοκινήτου για να τους μιλήσει. Γιατί ξαφνικά του φάνηκαν σαν τα παιδιά ενός άλλου. Επειδή είμαι πατέρας, είναι ένα σημείο που με αγγίζει πάρα πολύ. Δεν διανοούμαι ότι μπορεί να έρθει στιγμή που να σκεφτώ ότι τα παιδιά μου είναι τα παιδιά ενός άλλου. Και νομίζω κανένας γονιός δεν θα μπορούσε να το διαχειριστεί εύκολα. Επομένως, όλες οι αποτυχίες που κουβαλάει τον φορτίζουν ώστε να κάνει την απέλπιδα προσπάθεια, το μετέωρο βήμα, εκείνη τη νύχτα με τη Φράνκι για να πάρει το ιερό δισκοπότηρο που κυνηγάει σε όλη του τη ζωή. Να βρει την αδελφή ψυχή του ή, αν όχι την αδελφή ψυχή του, έναν άνθρωπο με τον οποίον θα μπορέσει να μοιραστεί τη ζωή του από δω και στο εξής.

-Υπήρξε στιγμή που ένιωσες να φεύγει η γη (δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τη λέξη απελπισία όπως στην περίπτωση του Τζόνι);

Δύο φορές έχω νιώσει να φεύγει η γη και εάν δεν ήταν η οικογένεια μου μπορεί να μην είχα την ορμή για να βρω δύναμη. Η μία φορά ήταν όταν έχασα τον πατέρα μου, που ήταν ο πρώτος ουσιαστικά θάνατος που βίωσα έντονα.

Ήμουν 30 χρονών και μάλιστα, ο πατέρας μου «έφυγε» δεκαπέντε ημέρες μετά τη γέννηση του πρώτου μου γιου, που σημαίνει ότι βίωνα ταυτοχρόνως την απόλυτη ευτυχία και την απόλυτη δυστυχία.

“Το μόνο που θα ήθελα κάποια στιγμή, αν αξιωθώ, είναι ένας σημαντικός ρόλος στην Επίδαυρο.”

Και η δεύτερη ήταν όταν αντιμετώπισα το πρόβλημα με το θέατρο «Άνεσις», όπου ήμουν έξι χρόνια, ήταν ένα δεύτερο σπίτι για μένα και ήρθε μία στιγμή κατά την οποία έπρεπε να επαναπροσδιορίσω πάρα πολλά πράγματα. Και να αναγκαστώ -θα πεις, δεν μου έβαλε κανείς το πιστόλι στον κρόταφο- έτσι ένιωσα υποχρεωμένος, να πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα, που σημαίνει να συνεχίσω την πορεία που είχε αρχίσει όχι μόνο από το θέατρο «Άνεσις», αλλά είχε, αν θες, εδραιωθεί στο θέατρο «Άνεσις». Ευτυχώς είχα τους φύλακες αγγέλους που δεν είναι άλλοι από την οικογένεια μου.

-Η φιλοδοξία της αναμέτρησης με τους μεγάλους ρόλους έχει υπό μία έννοια, ικανοποιηθεί; Και εάν ναι, αυτό δεν είναι και ένα είδος ελευθερίας για το από δω και πέρα;

Δεν έχω απωθημένα. Ό,τι ήθελα να κάνω, με ό,τι ήθελα να αναμετρηθώ, αναμετρήθηκα. Το μόνο που θα ήθελα κάποια στιγμή, αν αξιωθώ, είναι ένας σημαντικός ρόλος στην Επίδαυρο. Το μόνο που υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Αυτό που με ενδιαφέρει και με αφορά είναι η συνάντηση με ανθρώπους που εκτιμώ, θαυμάζω, σέβομαι και χαίρομαι που συνεχίζεται αυτή η διαδικασία, η πορεία των συναντήσεων, όπως με τον Άρη Λεμπεσόπουλο, με την Ιωάννα, με τον Γιώργο Σκεύα.

-Πώς είναι η συνεργασία με την Ιωάννα Παππά;

Είναι ένας πολύ απαιτητικός συνεργάτης που με βοηθά κάθε μέρα να γίνομαι πιο απαιτητικός από τον εαυτό μου. Είναι μανιακή με τη δουλειά, όπως κι εγώ και σ′ αυτό έχουμε δέσει πολύ, στο γεγονός δηλαδή, ότι θέτουμε κάθε φορά τον πήχυ ψηλά -η παράσταση είναι η δεύτερη συνάντηση μας επί σκηνής.

Δεν αντιμετωπίσαμε το Φράνκι και Τζόνι (κι αυτό οφείλεται και στον Γιώργο Σκεύα) σαν κάτι εύκολο, αλλά σαν να κάνουμε τον Άμλετ και τον Μάκβεθ μαζί. Κι αυτή η «μανία» μόνο εποικοδομητική μπορεί να είναι, μόνο παρακάτω μπορεί να σε πάει. Επίσης, ένα άλλο δεδομένο, είναι ότι είμαστε φίλοι. Η Ιωάννα είναι φίλη με τη Θάλεια, τη σύζυγο μου, πολλά χρόνια, γίναμε και εμείς φίλοι, πέρα από τη δική τους σχέση και ξέρεις, αυτό βοηθάει πάρα πολύ τα πράγματα. Ξεπερνάς αλλιώς τις δυσκολίες, είσαι πολύ πιο άμεσος, δεν ψάχνεις τρόπους να επικοινωνήσεις, λες την αλήθεια σου και ο άλλος δεν την παρεξηγεί -ή, ακόμη και εάν την παρεξηγήσει, το επόμενο δευτερόλεπτο ξέρει ότι είναι λίγο σαν ενδοοικογενειακό ζήτημα. Χαίρομαι όταν ακούω ότι έχουμε χημεία, γιατί κακά τα ψέμματα, είναι ζητούμενο στο θέατρο, να είμαστε επί σκηνής με ανθρώπους με τους οποίους νιώθουμε ασφάλεια, επικοινωνούμε και βαδίζουμε στο ίδιο μονοπάτι. Για να πω την αλήθεια, νιώθω λίγο ευλογημένος στο θέμα των συνεργασιών. Ήδη από την εποχή με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο.

-Η μεγαλύτερη σου αδυναμία και η μεγαλύτερη δύναμη σου;

Το πιο δυνατό μου χαρτί δεν το ξέρω, για να πω την αλήθεια και ίσως, δεν θέλω να το ανακαλύψω, επειδή αυτό με ωθεί σε μία διαδικασία συνεχούς εξέλιξης. Παλαιότερα μπορεί να απαντούσα για παράδειγμα, είναι η φωνή μου, είναι αυτό, εκείνο. Πλέον, ακριβώς επειδή βρίσκομαι στη φάση της ωριμότητας, ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα. Θυμάμαι τον Μιχαλακόπουλο που μου έλεγε, κάθε φορά που μπαίνω σε μία διαδικασία θεατρικής πράξης, από την έναρξη των προβών, από την ώρα που παίρνω το κείμενο, νιώθω σαν το παιδί που δεν ξέρει να κολυμπάει. Και βάζω σιγά σιγά στην αρχή τα πόδια μου μέσα, ύστερα δοκιμάζω με τα μπρατσάκια -σιγά σιγά.... Τώρα, όχι ότι τον καταλαβαίνω απόλυτα -οι εμπειρίες του είναι τεράστιες- αλλά σε μεγάλο βαθμό ναι, τον καταλαβαίνω... Αδυναμίες πολλές. Ανάλογα με την περίοδο και τη συνθήκη. Διαφορετικές δυσκολίες αντιμετώπισα στον Άμλετ, άλλες στο «Έγκλημα και Τιμωρία», άλλες τώρα στο «Φράνκι και Τζόνι».

-Στο «Έγκλημα και Τιμωρία» ποιές δυσκολίες αντιμετώπισες;

Είμαι ένας ήρεμος άνθρωπος. Που πρέπει να τραβήξουν πολύ τα πράγματα στα άκρα για να εξωτερικεύσω τα νεύρα ή την ανασφάλεια μου. Ο Ρασκόλνικοφ στο «Έγκλημα και Τιμωρία» είναι ένας μόνιμα εμπύρετος ήρωας. Ένας χαρακτήρας συνεχώς ανοιχτός απέναντι σε όλα τα ερεθίσματα. Υπήρχε συνεπώς μεγάλη ένταση και σωματικά και ψυχολογικά. Στον Άμλετ ήταν ακόμη πιο έντονη η ψυχολογική κόπωση -περισσότερο από όλους ο Άμλετ με αρρώστησε. Εννοώ, κυριολεκτικά. Με ακολουθούσε στην καθημερινότητα μου. Σκέψου ότι, παλαιότερα, τα σνόμπαρα αυτά (τις κουβέντες που έλεγαν οι καλλιτέχνες -πώς θα αντιμετωπίσω πάλι τον ρόλο, πώς θα μπω) και με τον Άμλετ κατάλαβα πλήρως τι εννοούσαν. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν αναφέρομαι στο αποτέλεσμα.

-Πόσο πιο αγχωτικός έγινε στα χρόνια της κρίσης ο ρόλος του επικεφαλής μίας θεατρικής παραγωγής;

Για να το πω απλοϊκά, είναι σαν να ανοίγεις μία επιχείρηση -από τη στιγμή που μιλάμε για την οικονομική πλευρά του θεάτρου- κάθε έξι μήνες. Και το μαγαζί σου να πηγαίνει πάρα πολύ καλά και μετά ξαφνικά να κάνει «βουτιά». Ουδείς σου εγγυάται ότι θα σε ακολουθήσει ο κόσμος στις όποιες προσπάθειες σου. Χρειάζεται γερό στομάχι και γερά νεύρα. Από την άλλη, για μένα πλέον, έχει γίνει τρόπος ζωής η ισορροπία στο τεντωμένο σκοινί. Δεν θα μπορούσα, τουλάχιστον εύκολα, να είμαι σε μία συνεργασία στην οποία να πηγαίνω απλά να κάνω την πρόβα μου, τον ρόλο μου και τέλος. Θέλω να έχω μία εποπτεία και άποψη για τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Αλλά εκτός αυτού, φέρω και μία άλλη μεγάλη ευθύνη, που είναι η οικογένεια μου -εννοώ, πέρα από αυτή καθαυτή την οικογένεια μου- η οποία είναι οι άνθρωποι με τους οποίους δουλεύουμε μαζί χρόνια. Άνθρωποι που έχουν στηρίξει και τους είμαι ευγνώμων στον υπέρτατο βαθμό. Αυτούς τους ανθρώπους -τους φροντιστές, τους ηλεκτρολόγους, τον ταμία μας, τους υπευθύνους της αίθουσας- δεν θα μπορούσα εύκολα να τους κοιτάξω και να τους πω, παιδιά, η προσπάθεια τελειώνει εδώ. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το περασμένο καλοκαίρι είπα, τώρα, πρέπει να πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα. Και πρέπει να τον τιθασεύσω.

-Παρά το βάρος των μεγάλων ρόλων, το θέατρο παραμένει ένα παιχνίδι.

Ναι, παιχνίδι είναι.

-Ήταν το παιδικό σου όνειρο που πραγματοποιήθηκε;

Δεν ήταν το παιδικό μου όνειρο.

-Και ποιό ήταν;

Να γίνω καλαθοσφαιριστής. Εντάξει, παίζω σε μικρότερα γήπεδα μεν, αλλά είμαι στην αρένα. Γιατί η υποκριτική είναι αρένα. Και μαραθώνιος.

Info

Θέατρο Altera Pars: Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, τηλ. 210 3410011

«Φράνκι και Τζόνι» του Τέρενς ΜακΝάλι

Παίζουν: Ιωάννα Παππά - Τάσος Ιορδανίδης

Συντελεστές:

Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας

Σχεδιασμός σκηνικού και φωτισμών: Γιώργος Σκεύας

Μουσική - σύνθεση ήχων: Σήμη Τσιλαλή

Επιμέλεια κοστουμιών: Γιώργος Σκεύας

Βοηθός σκηνοθέτη: Αντώνης Αντωνάκος

Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας

Διάρκεια: 95 λεπτά

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Παρασκευή 21:00, Σάββατο 21:00, Κυριακή 21:00

Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος 14 ευρώ, Μειωμένο 10 ευρώ.