The Guardian: Ο «λευκός θόρυβος» είναι το νέο hit της μουσικής βιομηχανίας

Ο ήχος των κυμάτων και της βροχής βοηθά να χαλαρώσουμε, αποφέροντας συγχρόνως κέρδη εκατομμυρίων στις εταιρείες.
Carmen Martínez Torrón via Getty Images

Μπορεί να μην έχει μελωδία και στίχους, και βέβαια, να μην χορεύεται, ωστόσο ο «λευκός θόρυβος» είναι το επόμενο big thing της μουσικής βιομηχανίας. Την περασμένη χρονιά οι υπηρεσίες streaming κατέγραψαν μία εκρηκτική άνοδο των tracks με ηχογραφήσεις αποκλειστικά με ήχο κυμάτων του ωκεανού, βροχής, φωτιάς που σιγοκαίει, συριγμούς και βουητά.

Ορισμένες από τις ηχογραφήσεις αυτές έχουν αποφέρει στους δημιουργούς τους κέρδη εκατομμυρίων και όπως είναι αυτονόητο, το γεγονός δεν έχει περάσει απαρατήρητο από τις δισκογραφικές εταιρείες και τις εταιρείες τεχνολογίας.

Η Apple έχει συμπεριλάβει τον θόρυβο περιβάλλοντος (background noise) ως επιλογή στο επόμενο λειτουργικό σύστημα του Mac και οι influencers του TikTok προμοτάρουν τον ροζ θόρυβο και τον καφέ θόρυβο -ήχους με χαμηλότερες συχνότητες που ακούγονται σαν άνεμος ή θρόισμα φύλλων- υποστηρίζοντας ότι βοηθά στη συγκέντρωση των μαθητών που βρίσκονται στην αρχή της σχολικής χρονιάς.

Οι λάτρεις του λευκού θορύβου δηλώνουν ότι η μελέτη, ο ύπνος και ο διαλογισμός βελτιώνονται ακούγοντας αυτούς τους ήχους σε μέτρια ένταση. Και οι πλατφόρμες μουσικής αγαλλιάζουν. Ένας άνθρωπος που πέφτει για ύπνο ακούγοντας από το White Noise Baby Sleep το track διάρκειας 90 δευτερολέπτων Clean White Noise – Loopable With No Fade σε επανάληψη επί επτά ώρες φτάνει τις 280 αναπαραγωγές. Μέχρι την περασμένη Παρασκευή το κομμάτι είχε παιχτεί 837 εκατομμύρια φορές, αριθμός που μεταφράζεται σε 2,5 εκατ. δολάρια όσον αφορά τα δικαιώματα. Το βασικό κομμάτι στη λίστα Rain Sounds του Spotify -δύο λεπτά με ήχο βροχής- έχει περισσότερα από 100 εκατ. plays.

Westend61 via Getty Images

Στο δημοσίευμα του The Guardian αναφέρεται ως παράδειγμα -και μέτρο σύγκρισης-, η περίπτωση της δημοφιλούς Βρετανίδας τραγουδίστριας της τζαζ/νέο σόουλ, Λάουρα Μβούλα, η οποία έχει στο Spotify μόλις 541.000 streams για το κομμάτι του φετινού της άλμπουμ που έδωσε και το όνομα στον δίσκο και απέσπασε το βραβείο Ivor Novello. Το «Pink Noise», ουδεμία σχέση με λευκό θόρυβο, είναι μια λυρική dance-pop μελωδία της δεκαετίας του ’80.

Spotify, Apple Music, Amazon Music, Deezer, Tidal και άλλες υπηρεσίες ροής αποδίδουν (που σημαίνει, πληρώνουν) δικαιώματα και στις δύο περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο. Στη Λάουρα Μβούλα αναλογεί μικρότερο κομμάτι από την πίτα του Spotify σε σχέση με το White Noise Baby Sleep, αν και το μεγαλύτερο μέρος των ποσοστών πηγαίνει στις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες.

Δύσκολο να πει κανείς ποιός βρίσκεται πίσω από τον «ambient θόρυβο». Το Spotify πιστώνει τα credits του White Noise Baby Sleep σε κάποιον Έρικ Έρικσον, το όνομα του οποίου αναφέρεται επίσης στην πλατφόρμα και στο Industrial Fan Sound όπως και στο Best Rain Sounds. Δεν είναι προφανές ποιος είναι ο Έρικσον, ούτε εάν ανήκει σε κάποιον οργανισμό/εταιρεία, αλλά ο ιστότοπος OneZero διαπίστωσε πέρυσι ότι πολλά από τα ονόματα των καλλιτεχνών είναι ψευδώνυμα που χρησιμοποιούν εταιρείες. Ούτως ή άλλως, στην πλειοψηφία τους οι παραγωγοί του ambient noise προτιμούν να μην μιλούν δημόσια για τη δουλειά τους.

Όσον αφορά την ουσία, η Κάθριν Λάβντεϊ, καθηγήτρια Νευροψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ουέστμινστερ, εξηγεί ότι «Η μουσική μπορεί να είναι ένας πανίσχυρος τρόπος για τον έλεγχο του πολύπλοκου συστήματος προσοχής του εγκεφάλου. Όταν είμαστε βαθιά απορροφημένοι σε μια εργασία, υπάρχει ένα δευτερεύον σύστημα προσοχής που σαρώνει συνεχώς το περιβάλλον μας για τυχόν νέους, ενδιαφέροντες ή απρόβλεπτους ήχους [όπως] μια κοντινή συνομιλία ή κάποιος που βήχει». Τα χαμηλά επίπεδα θορύβου μπορεί να βοηθήσουν στην κάλυψη αυτών των ήχων, προσθέτει.

«Η ambient μουσική είναι ιδιαίτερα καλή για αυτό -τακτικά επαναλαμβανόμενοι ήχοι με διακυμάνσεις προκειμένου να κρατήσουμε το σύστημα επαγρύπνησης μας ενεργοποιημένο αλλά όχι σε εγρήγορση, και μεγάλο εύρος συχνοτήτων που καλύπτουν άλλους ήχους οι οποίοι αποσπούν την προσοχή αφήνοντας χώρο για την πολύ σημαντική εσωτερική μας φωνή».

Πηγή: The Guardian