Τουρκικός αναθεωρητισμός και ελληνική νάρκη

Για να μην βλέπουμε τους Τούρκους να μας ταπεινώνουν διαρκώς, τους δε εταίρους και συμμάχους μας να μας επαινούν για την αυτοσυγκράτησή μας.
Άγκυρα - Προπαγανδιστικές αφίσες που προωθούν την ιδέα της "Γαλάζιας Πατρίδας"
Άγκυρα - Προπαγανδιστικές αφίσες που προωθούν την ιδέα της "Γαλάζιας Πατρίδας"
GocherImagery via Getty Images

Οι απανωτές εμπρηστικές δηλώσεις των Τούρκων για τη Συνθήκη της Λωζάννης και το καθεστώς του Αιγαίου δεν λένε τίποτε καινούργιο. Για μια χώρα με ηγεμονικές φιλοδοξίες στην περιοχή, η αλυσίδα των ελληνικών νησιών μια ανάσα από τις ακτές της αποτελεί καρφί στο μάτι, που σε καμιά περίπτωση, και με όποιο καθεστώς, δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί. Από την εποχή των Περσών, ο κάτοχος της μικρασιατικής ακτής χωρίς το στρατηγικό βάθος της αιγαιακής ενδοχώρας είναι ευάλωτος. Και αργά ή γρήγορα επιδιώκει να επεκτείνει τον έλεγχό του και σ’ αυτήν.

Στην πραγματικότητα, στη δυσχερή θέση που βρισκόμαστε σήμερα δεν μπήκαμε τώρα αλλά το 1922, όταν χάσαμε το μικρασιατικό προγεφύρωμα της Σμύρνης και της ενδοχώρας της. Χωρίς όμως αυτό η άμυνα των νήσων είναι εξαιρετικά δύσκολη – όπως ακριβώς και το αντίστροφο. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό μας, οι Τούρκοι κάνουν ό,τι πρέπει να κάνουν για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Τι κάνουμε εμείς είναι το ερώτημα.

Από το 1999 και τη λεγόμενη ”διπλωματία των σεισμών” που εγκαινίασε η ανεδαφική αισιοδοξία των Κ. Σημίτη και Γ. Παπανδρέου, ποντάραμε τα ρέστα μας στο ευρωπαϊκό χαρτί: την ένταξη της Τουρκίας που θα διευθετούσε υποτίθεται μια καλή το πρόβλημα.

Το αποτέλεσμα ήταν ειρωνικό: η μυωπική υποστήριξη του Αμερικανών και των Ευρωπαίων πολιτικών (κορυφαίο παράδειγμα εδώ ο Ομπάμα), διευκόλυνε τον Ερντογάν στο εγχείρημά του – όχι να εξευρωπαΐσει, αλλά να εξοθωμανίσει την Τουρκία. Παρ’ όλα αυτά, ικανή μερίδα των ειδημόνων μας περί την εξωτερική πολιτική εξακολουθεί να πιστεύει σε έναν «συμβιβασμό» με την Άγκυρα μέσω αποκλειστικά δικών μας παραχωρήσεων, κλείνοντας τα μάτια στο προφανές: ότι η ίδια η Τουρκία δεν βλέπει σε αυτού του είδους τις παραχωρήσεις παρά την αφετηρία νέων από μέρους της διεκδικήσεων.

Στις σχέσεις μας με την Τουρκία, μόνη ρεαλιστική πολιτική διαχρονικά είναι εκείνη με την οποία συνέδεσε το όνομά του ο Πέτρος Μολυβιάτης: η ελληνοτουρκική σύγκρουση δεν είναι επιλύσιμη, αλλά μόνον διαχειρίσιμη.

Όμως πάνω στη μέθη της ”επιτυχίας” του ευρώ και τις μοιραίες ψευδαισθήσεις της δεκαετίας του 2000, η χώρα έχασε εντελώς την επαφή με τον ρεαλισμό και την πραγματικότητα. Τι ζητούσαν οι ηγέτες μας, μηδενός σχεδόν εξαιρουμένου, όλο αυτό το διάστημα; Μα την περικοπή των ”υπέρογκων” αμυντικών δαπανών. (Αποκρύπτοντας βέβαια το γεγονός ότι μια υγιής γηγενής αμυντική βιομηχανία θα έδινε και στην οικονομία μας αποφασιστική ώθηση.)

Ύστερα ήρθε η κατάρρευση της δεκαετίας του 2010, όταν μέγιστος στόχος για όλα τα κόμματα στάθηκε η προάσπιση ή η επέκταση του πελατειακού τους μηχανισμού. Λογικό δεν είναι τώρα όταν οι πολιτικοί μας μιλούν για αντίσταση στον τουρκικό αναθεωρητισμό να μην πείθουν – και πρώτα απ’ όλα τους Τούρκους;

Για να καταλάβει κανείς τι ακριβώς κάνει η Τουρκία στην Μεσόγειο, πρέπει να κοιτάξει ανατολικότερα, στον Ειρηνικό και την Νότιο Σινική Θάλασσα. Τι βλέπουμε εκεί; Μια ογκώδη ηπειρωτική χώρα με ηγεμονικές φιλοδοξίες αποκλεισμένη, όπως η ίδια το βλέπει, από την ανοιχτή θάλασσα παρότι διαθέτει τεράστια ακτογραμμή.

Όπως η Τουρκία, η Κίνα βλέπει τον εαυτό της περικυκλωμένο. Ανατολικά, την πρόσβασή της στον Ειρηνικό και τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές περιορίζουν η κορεατική χερσόνησος και η Ιαπωνία. Μέσω μιας αλυσίδας μικρότερων νησιών, η τελευταία απλώνεται ώς τις παρυφές περίπου της Ταϊβάν που με τη σειρά της αξιώνει μια ΑΟΖ παρεκτεταμένη ώς τα ανοιχτά του Χονγκ Κονγκ. Νοτιοανατολικά την αλυσίδα κλείνει το αρχιπέλαγος των Φιλιππίνων, νοτίως η Μαλαισία και νοτιοδυτικά το Βιετνάμ.

Μια κατά γράμμα εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου θα άφηνε την Κίνα με ΑΟΖ πολύ κατώτερη των προσδοκιών της, αλλά και των αναγκών του περιφερειακού ηγεμόνα και της πλανητικής υπερδύναμης που φιλοδοξεί να γίνει. Έτσι, με μια σειρά από ωμές επιθετικές ενέργειες, όπως λ.χ. με την κατασκευή μιας αλυσίδας τεχνητών νησιών πάνω σε υφάλους και, φυσικά, με τη διαρκή στρατιωτική της παρουσία η Κίνα εδώ και δεκαετίες διεκδικεί ευθέως το σύνολο σχεδόν της Νότιας Σινικής Θάλασσας. Κι αυτό παρότι πρόσφατα καταδικάστηκε από το Διεθνές Δικαστήριο σε προσφυγή εναντίον της που υπέβαλαν οι Φιλιππίνες.

Η Τουρκία ακολουθεί την ίδια πολιτική ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Περικυκλωμένη όπως αισθάνεται από τα ελληνικά νησιά του αρχιπελάγους, το σύμπλεγμα του Καστελόριζου και την Κύπρο, αμφισβητεί όπως η Κίνα το διεθνές δίκαιο της θάλασσας ή το ερμηνεύει διαστρεβλωτικά για να προσδώσει νομιμοφάνεια στις αξιώσεις της. Και βεβαίως, ασκεί πολιτική στρατιωτικού εκφοβισμού για να τις υπογραμμίσει.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Κίνας και Τουρκίας; Μία και κρίσιμη, και διόλου ευοίωνη για μας. Απέναντι στην Κίνα υπάρχει ένα μεγάλο μέτωπο μεγάλων και ισχυρών χωρών από την Ιαπωνία έως το Βιετνάμ που παρότι και εκείνες ενίοτε δεν συμφωνούν μεταξύ τους για τη χάραξη των θαλάσσιων ορίων των ζωνών εκάστης, θίγονται ευθέως και συμπλέουν στην ανάγκη να αποτραπεί ο κινεζικός επεκτατισμός.

Ακόμη σπουδαιότερο: πίσω από αυτές τις χώρες υπάρχει η αμερικανική (και όχι μόνο) υποστήριξη, διπλωματική και στρατιωτική. Τα αμερικανικά πολεμικά πλοία επιδεικτικά με τους διάπλους τους αγνοούν τις κινεζικές αξιώσεις. Τέλος, και όλες οι άλλες σημαντικές χώρες της περιοχής, η Ινδία, η Ινδονησία και η Αυστραλία κυρίως, αρνούνται να τις αναγνωρίσουν ως νόμιμες. Από τη Νότιο Σινική Θάλασσα διέρχεται το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου, κανείς σημαντικός διεθνής παράγων δεν έχει συμφέρον να τη δει να παραδίδεται στο Πεκίνο.

Στην περίπτωση τη δική μας η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Απέναντι στην Τουρκία υπάρχει μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος, αυτές θίγει ο τουρκικός επεκτατισμός. Ακόμη και χώρες που σήμερα εμφανίζονται να μας υποστηρίζουν, όπως η Αίγυπτος, μελλοντικά θα είχαν να κερδίσουν συμπράττοντας με την Άγκυρα, μοιραζόμενες μαζί της την ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ, όπως ήδη προσπαθεί να το κάνει η Λιβύη.

Βεβαίως ούτε η Αίγυπτος ούτε, κυρίως, το Ισραήλ επιθυμούν την τουρκική επικυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως μια συγκυριαρχία, με την Τουρκία στον Βορρά κι εκείνες στον Νότο, υπό διεθνή αμερικανική λ.χ. εγγύηση, θα μπορούσε ενδεχομένως να τις συμφιλιώσει με τη νέα κατάσταση. Το αυτό ισχύει και για τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες.

Παράγων τρίτος, ευρωπαϊκός ή αμερικανικός, ικανός και πρόθυμος να μας υποστηρίξει εμπράκτως ή δεν υπάρχει ή δεν ξέρουμε αν θα υπάρξει αν ο κόμπος φτάσει στο χτένι. Η ρωσσοτουρκική προσέγγιση φαίνεται επίσης να λύνει τα χέρια της Άγκυρας. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να διατηρεί και να αυξάνει λελογισμένα την πίεση.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, όπου το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε φάση δυναμικής αναδιευθέτησης, ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας έχει υπέρ του τον κρίσιμο παράγοντα της συγκυρίας. Από το Κοσσυφοπέδιο ώς την Ουκρανία, έτσι κι αλλιώς οι αλλαγές συνόρων είναι στο τραπέζι. Φυσικά, στα λόγια όλοι εξακολουθούν να ομνύουν στο Διεθνές Δίκαιο. Στην πράξη όμως το καταργούν, επικαλούμενοι, τι άλλο, ειδικές συνθήκες.

Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις λοιπόν. Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή. Ο διεθνής παράγων, ενδιαφέρεται για ένα κυρίως, να μην εκτραχυνθούν τόσο τα πράγματα ώστε να χρειαστεί να παρέμβει δυναμικά. Με την έννοια αυτή, οι διαρκείς διολισθήσεις της Αθήνας, η πολιτική κατευνασμού που ακολουθούμε τυφλά από το 1998, τον εξυπηρετούν.

Μόνο αν η Ελλάδα έβγαινε από τη εθνική της νάρκη και έπειθε ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της με κάθε μέσο και ανεξαρτήτως κόστους, μόνον τότε η καταγγελτική διπλωματία, οι τριγωνικές ”συμμαχίες”, η αναζήτηση προστασίας και οι βραχύπνοοι εξοπλισμοί της θα της απέφεραν οφέλη. Όσο δεν το κάνει, θα βλέπει τους μεν Τούρκους να την ταπεινώνουν διαρκώς, τους δε εταίρους και συμμάχους της να την επαινούν για την αυτοσυγκράτησή της.