ΤΟ BLOG
18/06/2021 12:06 EEST | Updated 18/06/2021 12:06 EEST

Γιατί η Τουρκία δεν θέλει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο

Αναφορικά με την αιγιαλίτιδα ζώνη Ελλάδας και Τουρκίας.

Îurokinissi
Στιγμιότυπου από την επιθεώρηση του Στόλου απο την Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021.

Το καθεστώς των ελληνικών χωρικών υδάτων χαρακτηρίζεται από ιδιομορφία. Η αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδας ορίστηκε το 1936 με εύρος 6 ν.μ., παρόλο που ο εναέριος χώρος της είχε ήδη οριστεί από το 1931 στα 10 ν.μ.

Η Ελλάδα μαζί με την Ιορδανία και την Βοσνία είναι τα μόνα κράτη παγκοσμίως, τα οποία δεν έχουν επεκτείνει τα χωρικά τους ύδατα στα 12 ν.μ. όπως προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας (συνολικά από τα 152 κράτη, τα 149 διαθέτουν αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους 12 ν.μ.).

Η τουρκική αιγιαλίτιδα ζώνη διέθετε εύρος μόλις τα 3 ν.μ. από την ίδρυση του κράτους,  πράγμα το οποίο άλλαξε όταν στην εθνοσυνέλευση του 1963 παρουσιάστηκε η πρόταση για την επέκτασή της από τα 3 στα 6 ν.μ., η οποία ψηφίστηκε και εφαρμόστηκε ένα χρόνο αργότερα (1964). 

Μέχρι και σήμερα το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης του τουρκικού κράτους στο ανατολικό Αιγαίο φτάνει τα 6 ν.μ. (ενώ στην Μαύρη Θάλασσα έχει εφαρμοσθεί κανονικά το προβλεπόμενο όριο των 12 ν.μ.). 

Η θέση της τουρκική πλευράς σχετικά με την επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης παραμένει σταθερά αρνητική από το 1974. Με την ισχύουσα, πλέον, Σύμβαση Δικαίου Θαλάσσης (1982), την οποία η Ελλάδα υπέγραψε το 1994 και κατόπιν (1995) κύρωσε, εν αντιθέσει με την Τουρκία, το ελληνικό κράτος διαθέτει πλέον το αναφαίρετο και μονομερές δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά του ύδατα στα 12 ν.μ.. 

Η αρνητική αυτή θέση υιοθετήθηκε επισήμως εκ μέρους της Τουρκίας το 1995, κατά τις εργασίες της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, όταν εκδόθηκε και το σχετικό ψήφισμα (8/6/1995). Σύμφωνα με αυτό, η επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης θα αποτελούσα αιτία πολέμου «casus belli».

Το casus belli της Τουρκίας, έχει ως στόχο όχι μόνο την παρεμπόδιση της άσκηση του αναφαίρετου δικαιώματος της Ελλάδας για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της, αλλά και την δημιουργία ενός φαινομενικά «ιδιάζοντος καθεστώτος» στο Αιγαίο, το οποίο θα έπρεπε να ρυθμιστεί με άλλα μέτρα και σταθμά και όχι με τους γενικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου βάσει των οποίων κάθε κράτος στον κόσμο ανεξαιρέτως δικαιούται αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους 12 ν.μ.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο η Τουρκία δεν θέλει την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας, έγκειται στο γεγονός ότι στην ελληνική επικράτεια βρίσκονται πάνω από 9.000 νησιά, τα οποία αν αποκτήσουν αιγιαλίτιδα ζώνη εύρους 12 ν.μ., η Ελλάδα θα καταστεί κυρίαρχος του 71% της συνολικής έκτασης του Αιγαίου Πελάγους. Σε αυτή την περίπτωση θα αυξηθεί και ο εναέριος χώρος του κράτους κατά 2 μίλια, καθώς και η υφαλοκρηπίδα των χιλιάδων νησιών και βραχονησίδων αλλά και ο βυθός κάτωθεν αυτών. 

Έτσι λοιπόν, η Τουρκία δεν θα μπορεί πλέον να προβεί σε έρευνες και εξορύξεις πετρελαίου στις περιοχές εκείνες, ούτε να ασκεί έλεγχο σε αυτές.

Σε περίπτωση που και οι δύο χώρες συμφωνούσαν να επεκτείνουν τα χωρικά τους ύδατα στα 12ν.μ., η θαλάσσια επικράτεια της Ελλάδας θα αυξανόταν κατά 63,9%, ενώ της Τουρκίας μόλις κατά 10%.

Συνεπώς η Τουρκία είναι αρνητική ως προς αυτή την επιδίωξη της Ελλάδας, καθώς στην ουσία δεν έχει κάτι να κερδίσει. Τα 12 ν.μ. μίλια στο ανατολικό Αιγαίο δεν έχουν πολλά να της προσφέρουν εφόσον η ίδια δεν κατέχει πλήθος νησιών όπως η Ελλάδα.

Η Τουρκία, λοιπό, αναλογιζόμενη τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης εκ μέρους της Ελλάδας προσπαθεί να την αποτρέψει, παρόλο που η ίδια δεν έχει υπογράψει, ούτε έχει κυρώσει την Σύμβαση Δικαίου Θαλάσσης, ενώ παράλληλα απολαμβάνει το καθεστώς των 12 ν.μ. στην Μαύρη Θάλασσα διατηρώντας μάλιστα και σχέσεις καλής γειτονίας με την Ρωσία. 

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η χρήση καθώς και η απειλή χρήσης βίας εκ μέρους ενός κράτους προς ένα άλλο, όπως στην περίπτωση του τουρκικού casus belli απαγορεύεται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενώ παραβιάζει και τις βασικές αρχές του ΝΑΤΟ (αρ.1 και 2 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου) δημιουργώντας, μάλιστα, ένα κλίμα ανασφάλειας και αφερεγγυότητας στις σχέσεις των δύο κρατών.