Η ακρίβεια παραμένει το μεγάλο βάρος στα ελληνικά νοικοκυριά. Και όσο οι τιμές στα ράφια εξακολουθούν να πιέζουν μισθούς, συντάξεις και οικογενειακούς προϋπολογισμούς, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνει το κράτος, αλλά και τι κάνουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις της αγοράς.
Στο τραπέζι μπαίνουν πλέον νέες προτάσεις από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς και τον πρόεδρό του Βασίλη Κορκίδη, μετά και την κατάργηση του πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους. Το ΕΒΕΠ εισηγείται ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς, με κίνητρα για επενδύσεις στην ελληνική παραγωγή, αλλαγές στο σύστημα ΦΠΑ και εθελοντική συμμετοχή των σούπερ μάρκετ στις θερινές εκπτώσεις.
Η πρώτη πρόταση αφορά ειδικό φορολογικό πλαίσιο, ώστε οι επιχειρήσεις τροφίμων και οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ να έχουν κίνητρο να επενδύουν στην εγχώρια παραγωγή. Η δεύτερη αφορά την αντικατάσταση των τριών σημερινών συντελεστών ΦΠΑ από δύο σταθερούς συντελεστές, με βάση τον πραγματικό σταθμισμένο συντελεστή πωλήσεων των σούπερ μάρκετ, που σύμφωνα με το ΕΒΕΠ κινείται περίπου στο 11%. Η τρίτη πρόταση είναι οι αλυσίδες τροφίμων να συμμετάσχουν στις θερινές εκπτώσεις Ιουλίου – Αυγούστου, ως κίνηση κοινωνικής ευθύνης απέναντι στους καταναλωτές.
Τα στοιχεία δείχνουν και το μέγεθος της αγοράς. Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, ο κύκλος εργασιών των αλυσίδων σούπερ μάρκετ έφθασε το 2025 στα 16,24 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 7,1% σε σχέση με το 2024, ενώ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 εκτιμάται ότι κινήθηκε μεταξύ 8,7 και 8,9 δισ. ευρώ. Οι εισπράξεις ΦΠΑ από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ υπολογίζονται σε 1,80 έως 1,90 δισ. ευρώ για το 2025 και περίπου στο 1,02 δισ. ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ωστόσο, μιλώντας στη HuffPost, ο Βασίλης Κορκίδης έβαλε το δάχτυλο στην πληγή: «Αν δεν σπάσουν τα καρτέλ, με την ακρίβεια δεν γίνεται τίποτα». Η φράση αυτή συμπυκνώνει την ουσία του προβλήματος. Δεν αρκούν οι προσωρινές προσφορές, ούτε οι ανακοινώσεις καλών προθέσεων. Χρειάζεται πραγματικός ανταγωνισμός, έλεγχος των αθέμιτων πρακτικών και διασφάλιση ότι όταν μειώνεται το κόστος, η μείωση φτάνει γρήγορα και καθαρά στον καταναλωτή.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ επισήμανε επίσης ότι, όπως οι επιχειρήσεις προεξοφλούν στις τελικές τιμές την αύξηση του κόστους, έτσι πρέπει τώρα να προεξοφλήσουν και τη μείωση του κόστους αντικατάστασης, ιδίως εφόσον γνωρίζουν ότι το ενεργειακό κόστος θα μειωθεί. Αν δηλαδή οι αυξήσεις περνούν αμέσως στο ράφι, τότε και οι μειώσεις δεν μπορεί να καθυστερούν μέχρι να «ωριμάσει» η αγορά.
Ο ίδιος έχει υπογραμμίσει ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ελέγχους, πρόστιμα ή πλαφόν, αλλά χρειάζεται μια ευρύτερη εθνική κοινωνική συμφωνία ανάμεσα σε Πολιτεία, προμηθευτές, βιομηχανία, εμπόριο και λιανεμπόριο. Παράλληλα, έχει ζητήσει οι μειώσεις στο κόστος να περνούν σε πραγματικό χρόνο στις τελικές τιμές, ενώ οι αυξήσεις να είναι απολύτως τεκμηριωμένες.
Ιδιαίτερη ενόχληση προκαλεί, σύμφωνα με τον κ. Κορκίδη, το γεγονός ότι στην τελευταία σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου για την ακρίβεια δεν κλήθηκε το κομμάτι της αγοράς που εκπροσωπείται από τα επιμελητήρια. Δηλαδή περίπου το 25% της αγοράς που καλύπτει το Επιμελητήριο Πειραιά, αλλά και τα αντίστοιχα επιμελητήρια και φορείς σε όλη τη χώρα. Κι αυτό, ενώ η μάχη κατά της ακρίβειας δεν μπορεί να δοθεί μόνο με τους μεγάλους παίκτες της βιομηχανίας και των σούπερ μάρκετ.
Η κυβέρνηση αναζητεί μια «συμφωνία κυρίων» με την αγορά, με στόχο πάγωμα τιμών για το καλοκαίρι και μειώσεις από τον Σεπτέμβριο σε βασικά προϊόντα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η σταθεροποίηση αφορά περίπου 2.000 κωδικούς προϊόντων, που είχαν ήδη μειωθεί κατά 6% λόγω του πλαφόν.
Το ερώτημα όμως παραμένει: θα είναι αυτή η συμφωνία πραγματική ασπίδα για τα νοικοκυριά ή απλώς μια προσωρινή ανάσα; Διότι η ακρίβεια δεν πολεμιέται με επικοινωνιακές κινήσεις. Θέλει σπάσιμο καρτέλ, μείωση κόστους, καθαρό ανταγωνισμό, φορολογικές παρεμβάσεις και υποχρέωση της αγοράς να μεταφέρει τις μειώσεις εκεί όπου πρέπει: στο ράφι και στην τσέπη του καταναλωτή.