Η καθημερινότητα χιλιάδων ενοικιαστών γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, καθώς το ενδεχόμενο απώλειας της κατοικίας τους παύει να είναι μια μακρινή απειλή και μετατρέπεται σε άμεσο κίνδυνο. Η νέα διαδικασία για τις λεγόμενες «εξώσεις-εξπρές», που τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Μαΐου, επιταχύνει σημαντικά τις διαδικασίες για όσους έχουν απλήρωτα ενοίκια, περιορίζοντας τον χρόνο αντίδρασης των ενοικιαστών. (Δείτε αναλυτικά ΕΔΩ).
Μέχρι σήμερα, οι καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη έδιναν σε πολλούς ενοικιαστές ένα περιθώριο μηνών για να ρυθμίσουν τις οφειλές τους ή να βρουν λύση. Πλέον, η έκδοση διαταγών πληρωμής και απόδοσης μισθίου μεταφέρεται σε πιστοποιημένους δικηγόρους, με στόχο να ολοκληρώνεται η διαδικασία σε πολύ συντομότερο χρόνο, ακόμη και εντός 20 ημερών.
Άλλο «δεν θέλω» και άλλο «δεν έχω» να πληρώσω…
Για τα νοικοκυριά που ήδη δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο. Οι αυξημένες τιμές ενοικίων, σε συνδυασμό με το κόστος ζωής, έχουν οδηγήσει πολλούς σε οριακή κατάσταση, καθώς πληρώνουν με καθυστέρηση, κάνουν μερικές καταβολές ή αφήνουν λογαριασμούς πίσω για να καλύψουν το ενοίκιο. Τώρα, όμως, ακόμη και μια μικρή καθυστέρηση μπορεί να ενεργοποιήσει πολύ πιο γρήγορα τις διαδικασίες απομάκρυνσης από το σπίτι.
Στην πραγματικότητα υπάρχουν αυτοί που έχουν και δεν θέλουν να πληρώσουν και εκείνοι που δεν έχουν και άρα δεν μπορούν… Για τους ιδιοκτήτες, βέβαια, το πρόβλημα είναι το ίδιο, για αυτό και φτιάχτηκε ο σχετικός νόμος. Η νέα πραγματικότητα, λοιπόν, δεν αφήνει περιθώρια για παθητική στάση. Στις παραγράφους που ακολουθούν έχουμε συγκεντρώσει ορισμένα βασικά βήματα που μπορούν να βοηθήσουν τους ενοικιαστές ή να βρουν μια λύση σε συνεργασία με τον ιδιοκτήτη, ή να κερδίσουν λίγο χρόνο…
Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι η έγκαιρη επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη. Όσο πιο νωρίς γίνει σαφές ότι υπάρχει πρόβλημα πληρωμής, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να υπάρξει συνεννόηση, είτε με προσωρινή μείωση ενοικίου είτε με διακανονισμό οφειλών. Η σιωπή και η καθυστέρηση, αντίθετα, οδηγούν σχεδόν πάντα σε επιδείνωση της κατάστασης.
Το δεύτερο, είναι εξίσου κρίσιμο και αφορά στην αναζήτηση λύσεων πριν δημιουργηθούν μεγάλες οφειλές. Μερική καταβολή του ενοικίου, ακόμη και αν δεν καλύπτει το σύνολο, μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη καλής πίστης και να αποτρέψει άμεσες κινήσεις από την πλευρά του ιδιοκτήτη. Παράλληλα, οι ενοικιαστές θα πρέπει να εξετάζουν προγράμματα επιδότησης ενοικίου ή άλλες κοινωνικές παροχές, όπου υπάρχουν.
Το τρίτο, απολύτως απαραίτητο σε περιπτώσεις σοβαρής δυσκολίας, είναι η νομική συμβουλή, που γίνεται πλέον απαραίτητη. Η κατανόηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μπορεί να δώσει χρόνο και επιλογές. Ακόμη και με το νέο καθεστώς, υπάρχουν διαδικασίες και στάδια στα οποία ο ενοικιαστής μπορεί να αντιδράσει ή να ζητήσει ρύθμιση.
Το τέταρτο, ίσως για κάποιους να πρέπει να είναι πρώτη επιλογή! Αφού τα υπολογίσετε με χαρτί και μολύβι, ίσως χρειαστεί η δύσκολη αλλά ρεαλιστική απόφαση της μετακόμισης και η αναζήτηση φθηνότερης κατοικίας ή ακόμα και της συγκατοίκησης. Αν και αυτή η επιλογή δεν είναι εύκολη, μπορεί να αποτρέψει μια βίαιη έξωση και να δώσει μεγαλύτερο έλεγχο στην κατάσταση, εξασφαλίζοντας ότι δεν θα θιγεί βάναυσα η αξιοπρέπεια του ενοικιαστή. Δεν είναι σπάνιο την τελευταία περίοδο (που τα ενοίκια έχουν εκτοξευτεί και οι απαιτήσεις των ιδιοκτητών είναι συχνά προκλητικές π.χ. προακαταβολή των ενοικίων ενός έτους…) ζευγάρια με παδιά να επιστρέφουν και να συγκατοικούν για εύλογο χρονικό διάστημα με τους γονείς τους.
Με άλλα λόγια, ναι η νέα ρύθμιση επιχειρεί να λύσει ένα υπαρκτό πρόβλημα της αγοράς, τις μεγάλες καθυστερήσεις και τις περιπτώσεις στρατηγικών κακοπληρωτών. Από την άλλη, όμως, δημιουργεί πολύ μεγάλη πίεση σε όσους πραγματικά δυσκολεύονται. Έτσι, σε μια αγορά κατοικίας που γίνεται ολοένα και πιο ακριβή, η ασφάλεια της στέγης δεν θεωρείται πλέον δεδομένη για κανέναν ενοικιαστή…