Σε μια αγορά όπου τα ενοίκια έχουν γίνει για πολλούς σχεδόν ένας δεύτερος μισθός, η κυβέρνηση ετοιμάζει νέο πρόγραμμα «Ανακαινίζω» με επιδότηση έως 36.000 ευρώ ανά κατοικία. Το μεγάλο στοίχημα είναι αν η ανακαίνιση κλειστών διαμερισμάτων μπορεί πράγματι να αυξήσει την προσφορά και να συγκρατήσει τις τιμές.
Το νέο στεγαστικό πρόγραμμα «Ανακαινίζω» αναμένεται να ανακοινωθεί μέχρι το τέλος Μαΐου και φιλοδοξεί να βάλει ξανά στην αγορά χιλιάδες παλιά και κλειστά ακίνητα. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ο προϋπολογισμός του φτάνει τα 500 εκατ. ευρώ, ενώ η επιδότηση μπορεί να αγγίξει τα 36.000 ευρώ ανά κατοικία.
Το πρόγραμμα θα αφορά κατοικίες έως 120 τ.μ., με οικοδομική άδεια έως τις 31 Δεκεμβρίου 1990, οι οποίες είτε παραμένουν κλειστές για τουλάχιστον δύο χρόνια και θα διατεθούν σε μακροχρόνια μίσθωση, είτε χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία. Η ενίσχυση θα υπολογίζεται με πλαφόν 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η βασική διαφορά με προηγούμενα προγράμματα είναι ότι το βάρος δεν πέφτει κυρίως στην ενεργειακή αναβάθμιση, αλλά στις πρακτικές εργασίες που κάνουν ένα παλιό σπίτι κατοικήσιμο: υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, μπάνιο, πλακάκια, βαψίματα, επισκευές και αποκατάσταση φθορών.
Η διαδικασία θα γίνει σε δύο φάσεις. Πρώτα θα ελεγχθεί η επιλεξιμότητα μέσω gov.gr και στη συνέχεια, από την 1η Σεπτεμβρίου, θα ανοίξει η υποβολή αιτήσεων. Τα εισοδηματικά κριτήρια αναμένεται να κινηθούν στο μοντέλο του «Σπίτι μου 2»: έως 25.000 ευρώ για άγαμους, έως 35.000 ευρώ για ζευγάρια, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί.
Το πρόγραμμα έρχεται σε μια στιγμή που η στεγαστική πίεση έχει περάσει από το επίπεδο της «δυσκολίας» στο επίπεδο της καθημερινής ασφυξίας. Το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση ενοικίων 10,1%, τη δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ, πίσω μόνο από την Κροατία.
Στην Αθήνα, η εικόνα είναι ακόμη πιο σκληρή. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η μελέτη του ΚΕΦΙΜ, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αντιστοιχεί πλέον στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ για δύο υπνοδωμάτια φτάνει στο 93,6%.
Την ίδια ώρα, η Eurostat καταγράφει ότι το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό υπερφόρτωσης στεγαστικού κόστους στην ΕΕ: 28,9% του πληθυσμού ξόδευε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν το νέο «Ανακαινίζω» θα πετύχει απορρόφηση κονδυλίων. Είναι αν θα καταφέρει να φέρει πραγματικά σπίτια στην αγορά και μάλιστα σε τιμές που μπορούν να πληρώσουν οι ενοικιαστές.
Γιατί η στεγαστική κρίση δεν λύνεται με μία μόνο παρέμβαση. Χρειάζεται περισσότερη προσφορά κατοικιών, περιορισμό της πίεσης από τη βραχυχρόνια μίσθωση όπου υπάρχει κορεσμός, κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις και ουσιαστική προστασία των νοικοκυριών που βλέπουν το ενοίκιο να απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.
Το νέο πρόγραμμα μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Αλλά η επιτυχία του θα κριθεί στο πιο απλό και πιο δύσκολο σημείο: αν τα κλειστά διαμερίσματα ανοίξουν πραγματικά και αν ανοίξουν για τους ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη.