Για ακόμη 44 χρόνια θα συνεχίσει η Ελλάδα να αποπληρώνει τα δάνεια που συνδέονται με τα μνημόνια, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το βάρος των χρηματοδοτικών παρεμβάσεων της περιόδου 2010-2018 παραμένει ενεργό, με τις τελευταίες δόσεις να τοποθετούνται χρονικά έως το 2070.
Σύμφωνα με την εαρινή έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ) για το 2026, η πλήρης εξόφληση των δανείων προς τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης θα ολοκληρωθεί σε βάθος δεκαετιών. Πρόκειται για συνολικά 288,7 δισ. ευρώ που έλαβε η χώρα από τις χώρες της Ευρωζώνης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) κατά την περίοδο των προγραμμάτων διάσωσης.
Μέχρι σήμερα έχουν αποπληρωθεί περίπου 77 δισ. ευρώ, μεταξύ των οποίων και 32,1 δισ. ευρώ προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους παραμένει ανοικτό, καθώς το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανέρχεται σε 211,4 δισ. ευρώ, με τις πληρωμές να συνεχίζονται μέχρι τα μέσα του αιώνα. Η μακρά διάρκεια αποπληρωμής αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της συμφωνίας ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, η οποία μείωσε τις ετήσιες πιέσεις αλλά επέκτεινε χρονικά τις υποχρεώσεις της χώρας.
Αναλυτικότερα, από το συνολικό ποσό των 52,9 δισ. ευρώ διμερών διακρατικών δανείων που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα από χώρες της ευρωζώνης (GLF), το υπόλοιπο ανεξόφλητο κεφάλαιο ανέρχεται σε 26,3 δισ. ευρώ.
Εκτιμάται ότι στο τέλος του 2026 θα απομένουν περίπου 19 δισ. ευρώ τα οποία και θα αποπληρωθούν πρόωρα με καταβολές 5 δισ. ευρώ ετησίως περίπου τα τέσσερα χρόνια που θα ακολουθήσουν με ημερομηνία αποπληρωμής το 2031.
Από τα δανειακά κεφάλαια τουΕυρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) ύψους 141,8 δισ. ευρώ, το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανέρχεται σε περίπου 125,7 δισ. ευρώ.
Με βάση το υφιστάμενο χρονοδιάγραμμα, η καταβολή των ετήσιων δόσεων θα επεκταθεί έως το 2070. Ενώ, η χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 58,8 δισ. ευρώ που αντλήθηκε από τον ESM κατά τη διάρκεια του τρίτου προγράμματος, αναμένεται να αποπληρωθεί από το 2034 έως το 2060.
Επιπλέον 23 δισ. ευρώ
Στις μακροχρόνιες υποχρεώσεις της χώρας προστίθενται και άλλα δάνεια, πέρα από τα μνημονιακά. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνονται χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (EIB), καθώς και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης για την αντιμετώπιση των κινδύνων ανεργίας σε περιόδους κρίσης, με συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο 11,6 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η Ελλάδα καλείται να αποπληρώσει δάνεια ύψους 11,4 δισ. ευρώ από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), με την πρώτη δόση να έχει προγραμματιστεί για το 2032. Με την προσθήκη αυτών των υποχρεώσεων, το συνολικό ποσό των δανείων που θα πρέπει να εξυπηρετηθούν έως το 2070 ξεπερνά τα 230 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την Εαρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ):
- Στο τέλος του 2025, η χώρα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 88% του ΑΕΠ και περίπου 55% του δημόσιου χρέους κεντρικής διοίκησης αυτήν την στιγμή. Το ποσό αυτό πρέπει να αποπληρωθεί πλήρως, σε άνισες ετήσιες δόσεις, έως το 2070. Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να αποπληρώσει τα δάνεια του ESM μεταξύ 2034 και 2060, ενώ η αποπληρωμή των δανείων του EFSF ξεκίνησε το 2023 και θα συνεχιστεί έως το 2070.
- Η Ελλάδα έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ, το οποίο διαμορφώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, καταγράφοντας μείωση κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.
Η αποκλιμάκωση αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το 2026, με το χρέος να υποχωρεί περαιτέρω κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες και να διαμορφώνεται στο 136,8% του ΑΕΠ. Αν οι προβλέψεις αυτές επαληθευτούν, το δημόσιο χρέος της χώρας αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το όριο του 140% του ΑΕΠ, ένα ορόσημο με ιδιαίτερο συμβολισμό για τη μακροχρόνια προσπάθεια δημοσιονομικής σταθεροποίησης. Η αποκλιμάκωση προβλέπεται να συνεχιστεί μέχρι και το 2029 φτάνοντας κάτω από το 120% του ΑΕΠ.
- Η εξέλιξη αυτή οφείλεται πρωτίστως στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη του ΑΕΠ και τη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης Προόδου 2026 για τη δυναμική του χρέους, προκύπτει ότι η συνεισφορά των πρωτογενών πλεονασμάτων στην μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ ανήλθε σε 4,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2025, με την ίδια να εκτιμάται μειούμενη σε 3,2 ποσοστιαίες μονάδες το 2026.
Η πρόκληση των πρωτογενών πλεονασμάτων
Η μακρά περίοδος αποπληρωμής του χρέους προϋποθέτει τη διατήρηση υψηλών δημοσιονομικών επιδόσεων για τις επόμενες δεκαετίες. Όπως επισημαίνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων θα απαιτήσει «συστηματικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα», ακόμη και σε ένα ευνοϊκό περιβάλλον όπου η ανάπτυξη της οικονομίας υπερβαίνει το κόστος δανεισμού.
Με βάση τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα καλείται να διατηρεί κατά μέσο όρο ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 2% του ΑΕΠ σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Ωστόσο, η επίτευξη τέτοιων επιδόσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται σημαντική πρόκληση, με δεδομένη την ιστορική πορεία των δημόσιων οικονομικών.
Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για τα αναγκαία πλεονάσματα δεν μπορούν να βασίζονται μόνο σε αριθμητικούς υπολογισμούς, καθώς επηρεάζονται από κρίσιμους παράγοντες, όπως τα επιτόκια, η ανάπτυξη, τα φορολογικά έσοδα και η πορεία του νέου χρέους που εκδίδεται στις αγορές.
(Με πληροφορίες από ΕΡΤ)