Περιορισμένες παραμένουν οι δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παρέμβει άμεσα απέναντι στη στεγαστική κρίση και τον κίνδυνο απώλειας κατοικίας για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, παρά το φιλόδοξο κοινωνικό σχέδιο που παρουσίασε την Τετάρτη για την αντιμετώπιση της φτώχειας, της αστεγίας και του στεγαστικού αποκλεισμού στην Ευρώπη.

Κατά την παρουσίαση της πρώτης ευρωπαϊκής στρατηγικής κατά της φτώχειας στις Βρυξέλλες, η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος της Κομισιόν για τα Κοινωνικά Δικαιώματα και τις Δεξιότητες, Ροξάνα Μινζάτου, κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα τι μπορεί να κάνει πρακτικά η ΕΕ όταν ένα υπερχρεωμένο νοικοκυριό αδυνατεί να αποπληρώσει το στεγαστικό του δάνειο και βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο να χάσει το σπίτι του.

Advertisement
Advertisement

Η απάντηση της Επιτροπής ήταν ότι η νέα σύσταση για την καταπολέμηση του «στεγαστικού αποκλεισμού» δεν αποτελεί δεσμευτική νομοθεσία, αλλά ένα πολιτικό εργαλείο πίεσης προς τα κράτη-μέλη, ώστε να ενισχύσουν την προστασία απέναντι σε εξώσεις, να δημιουργήσουν μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης και να στηρίξουν περισσότερο τα ευάλωτα νοικοκυριά.

Η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει πάντως τα όρια των ευρωπαϊκών αρμοδιοτήτων στο στεγαστικό πεδίο. Όπως τόνισε η Ροξάνα Μινζάτου, η νέα πρωτοβουλία αποτελεί «ένα ήπιο νομικό εργαλείο», καθώς πρόκειται για σύσταση του Συμβουλίου και όχι για δεσμευτική ευρωπαϊκή νομοθεσία.

«Δεν είναι η Επιτροπή που μπορεί να παρέμβει άμεσα», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η εφαρμογή των μέτρων θα εξαρτηθεί από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών.

Η Κομισιόν επιμένει ωστόσο ότι επιχειρεί να χαράξει μια πολιτική κατεύθυνση γύρω από ζητήματα όπως οι εξώσεις, η υπερχρέωση και η απώλεια κατοικίας.

«Όταν βλέπετε στη σύσταση για τον στεγαστικό αποκλεισμό ότι αναφερόμαστε στις εξώσεις και στα στεγαστικά δάνεια, πρόκειται για μια πολιτική κατεύθυνση που θέτουμε και η οποία φυσικά, αφού συμφωνηθεί και με το Συμβούλιο, θα εφαρμοστεί από τα κράτη-μέλη και τις κυβερνήσεις, ώστε να μπορούν να προστατεύουν καλύτερα τους πολίτες και τους καταναλωτές, πάντοτε στο πλαίσιο της χρηματοοικονομικής νομοθεσίας που σχετίζεται με το θέμα», δήλωσε.

Η ίδια επέμεινε ότι στόχος της Επιτροπής είναι να διαμορφώσει μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική κατεύθυνση, ακόμη και εντός των περιορισμένων αρμοδιοτήτων της ΕΕ στο στεγαστικό πεδίο.

Advertisement

«Αυτό που κάνουμε είναι να θέτουμε μια πολιτική κατεύθυνση μέσω αυτής της σύστασης του Συμβουλίου. Και θέλω οι πολίτες μας να εμπιστευθούν ότι, παρότι δεν είναι νομικά δεσμευτική επειδή κινούμαστε εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της ΕΕ, τέτοιες συστάσεις έχουν λειτουργήσει και στο παρελθόν. Οι συστάσεις έχουν ισχύ και διαμορφώνουν τις πολιτικές και τη συμπεριφορά των κυβερνήσεων στα κράτη-μέλη», υπογράμμισε η Μινζάτου.

Σύμφωνα με το κείμενο, ο στεγαστικός αποκλεισμός αφορά ανθρώπους που αδυνατούν να διατηρήσουν «αξιοπρεπή, σταθερή και οικονομικά προσιτή κατοικία» και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, νοικοκυριά που κινδυνεύουν με έξωση, ανθρώπους που δεν μπορούν να καλύψουν στεγαστικές υποχρεώσεις, όσους ζουν σε ακατάλληλες ή υπερπλήρεις κατοικίες.

Η Επιτροπή αναφέρεται ακόμη στις δυσκολίες πρόσβασης φοιτητών και νέων σε προσιτή στέγη, προειδοποιώντας ότι η στεγαστική κρίση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην εγκατάλειψη σπουδών ή επαγγελματικών ευκαιριών.

Advertisement

Η σύσταση προβλέπει τη δημιουργία μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης για νοικοκυριά που κινδυνεύουν να χάσουν την κατοικία τους, υπηρεσίες συμβουλευτικής για χρέη και στεγαστικές υποχρεώσεις, συστήματα διαμεσολάβησης με ιδιοκτήτες και πιστωτές, καθώς και έκτακτη οικονομική στήριξη για ενοίκια ή στεγαστικές ανάγκες.

Παράλληλα, καλεί τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν την προστασία απέναντι σε αναγκαστικές και αυθαίρετες εξώσεις, ειδικά για οικογένειες με παιδιά και μονογονεϊκά νοικοκυριά, ενώ ζητά να διασφαλίζεται ότι κανένα παιδί δεν μένει χωρίς κατάλληλη στέγη.

Επιπλέον, η Επιτροπή ζητά αύξηση της προσφοράς κοινωνικής και προσιτής κατοικίας μέσω νέων κατασκευών, ανακαινίσεων και αξιοποίησης κενών κτιρίων και κατοικιών, προειδοποιώντας ότι η στεγαστική κρίση έχει πλέον λάβει διαστάσεις ευρύτερης κοινωνικής αποσταθεροποίησης στην Ευρώπη.

Advertisement

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ίδια η Κομισιόν, οι τιμές κατοικίας στην ΕΕ έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 60% από το 2013, ενώ τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Την ίδια ώρα, περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι εκτιμάται ότι βιώνουν αστεγία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο κείμενο της σύστασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει τη στεγαστική κρίση ως ένα πρόβλημα που ξεπερνά πλέον τα όρια της κοινωνικής πολιτικής και επηρεάζει άμεσα τη συνοχή, την οικονομία και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Η Κομισιόν προειδοποιεί ότι η συνεχής αύξηση του κόστους στέγασης περιορίζει την πρόσβαση των πολιτών στην εργασία, δυσκολεύει τη μετακίνηση εργαζομένων προς περιοχές με περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Advertisement

«Όταν το κόστος στέγασης αυξάνεται ταχύτερα από τους μισθούς, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να περιορίζουν τις δαπάνες τους, να αυξάνουν τον χρόνο μετακίνησης ή να εγκαταλείπουν περιοχές με περισσότερες θέσεις εργασίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο και η Επιτροπή συνδέει ευθέως την έλλειψη προσιτής κατοικίας με τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού και φτωχοποίησης, σημειώνοντας ότι η αστεγία αποτελεί «την πιο ακραία μορφή φτώχειας και κοινωνικής περιθωριοποίησης».

Advertisement

Υπογραμμίζει δε ότι η αντιμετώπιση του στεγαστικού αποκλεισμού δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στις εθνικές κυβερνήσεις, αλλά απαιτεί συντονισμό μεταξύ πολλών επιπέδων διοίκησης και υπηρεσιών και επιμένει στην ανάγκη καλύτερου συντονισμού μεταξύ στεγαστικών, κοινωνικών, υγειονομικών και εργασιακών πολιτικών, υποστηρίζοντας ότι η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα αγοράς ακινήτων, αλλά ευρύτερη πρόκληση κοινωνικής συνοχής και οικονομικής σταθερότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, παρά τη φιλόδοξη ρητορική και το εύρος των παρεμβάσεων που περιγράφονται στη σύσταση, η εφαρμογή τους αναμένεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη. Το σχέδιο προϋποθέτει στενό συντονισμό μεταξύ κυβερνήσεων, περιφερειών, δήμων και κοινωνικών υπηρεσιών, σε ένα πεδίο όπου συχνά καταγράφονται καθυστερήσεις, αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων και προβλήματα συνεργασίας ακόμη και εντός των ίδιων των κρατών-μελών.

Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις λειτουργούν με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, προσπαθώντας παράλληλα να διαχειριστούν διαδοχικές κρίσεις που συνεχίζουν να τροφοδοτούν την ακρίβεια και την πίεση στο κόστος ζωής.

Advertisement

Έτσι, παρά την προσπάθεια της Κομισιόν να παρουσιάσει τη νέα στρατηγική ως σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική, παραμένουν ερωτήματα για το κατά πόσο η μη δεσμευτική αυτή σύσταση μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικές αλλαγές ή αν τελικά κινδυνεύει να παραμείνει κυρίως ένα πολιτικό πλαίσιο κατευθύνσεων και καλών προθέσεων, την ώρα που ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στην Ευρώπη ζουν με τον φόβο ότι κάποια στιγμή θα χτυπήσει η πόρτα για την έξωση ή την απώλεια του σπιτιού τους.