Ακόμη ένας γύρος κρίσιμων συνομιλιών για την επίμαχη εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ πραγματοποιείται απόψε στις Βρυξέλλες, καθώς στις 7 το απόγευμα τοπική ώρα (8 ώρα Ελλάδας) ευρωβουλευτές, διπλωμάτες των κρατών-μελών και αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα συναντηθούν κεκλεισμένων των θυρών σε μια προσπάθεια να γεφυρωθούν οι τελευταίες διαφορές γύρω από τη συμφωνία, πριν η νέα κρίση με τους δασμούς εκτροχιάσει οριστικά τη διαδικασία.
Η αποψινή συνάντηση πραγματοποιείται υπό τη βαριά σκιά των νέων απειλών του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και φορτηγά, αλλά και της προειδοποίησης της προέδρου της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι «έτοιμη για όλα τα σενάρια».
Η φον ντερ Λάιεν, μιλώντας χθες από το Ερεβάν, επέμεινε ότι «μια συμφωνία είναι συμφωνία», τονίζοντας ότι η ΕΕ βρίσκεται πλέον «στα τελικά στάδια» εφαρμογής ενός βασικού πυλώνα της συμφωνίας που προβλέπει την κατάργηση δασμών σε ένα ευρύ φάσμα αμερικανικών προϊόντων. Παράλληλα, όμως, υπογράμμισε ότι και οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, προειδοποιώντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «είναι προετοιμασμένη για κάθε σενάριο».
Στις Βρυξέλλες, η συζήτηση περί πιθανών αντιμέτρων επανέρχεται πλέον ανοιχτά στο τραπέζι, με ιδιαίτερη έμφαση στο εργαλείο κατά του εξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument), το αποκαλούμενο και «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ, το οποίο επιτρέπει αντίδραση σε πιέσεις από τρίτες χώρες, μέσω περιορισμών στην πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά ή ακόμη και επανεξέτασης επιμέρους δεσμεύσεων της συμφωνίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, από το Ερεβάν, άφησε εμμέσως ανοιχτό το ενδεχόμενο αξιοποίησης του εργαλείου αυτού, δηλώνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «διαθέτει τα εργαλεία» για να απαντήσει.
Ωστόσο, παραμένει έντονος ο διχασμός στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τις πρωτεύουσες σχετικά με την πορεία της συμφωνίας.
Από τη μία πλευρά, ο Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς όπως και το Βερολίνο υπό τον Φρίντριχ Μερτς, χώρα της οποίας η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αυτοκινητοβιομηχανία, επιθυμούν να ολοκληρωθεί γρήγορα η συμφωνία πριν υπάρξει περαιτέρω επιδείνωση των διατλαντικών σχέσεων.
Από την άλλη, σημαντικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κυρίως από την πλευρά των Σοσιαλιστών και της Αριστεράς, θεωρεί ότι οι τελευταίες απειλές Τραμπ επιβεβαιώνουν πως η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να θεωρείται πλήρως αξιόπιστος εταίρος.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (INTA) Μπέρντ Λάνγκε είχε κάνει λόγο τις προηγούμενες ημέρες για «απαράδεκτη συμπεριφορά» του Αμερικανού προέδρου, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη παραβιάσει επανειλημμένα το πνεύμα της συμφωνίας.
Καθοριστικό σημείο τριβής παραμένουν οι λεγόμενες ρήτρες ασφαλείας που προωθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και οι οποίες έχουν προκαλέσει δυσφορία στην αμερικανική πλευρά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η «ρήτρα έναρξης» (sunrise clause), σύμφωνα με την οποία η ΕΕ θα προχωρήσει στη μείωση δασμών σε αμερικανικά προϊόντα μόνο εφόσον η Ουάσιγκτον αποσύρει πρώτα μέτρα που παραβιάζουν τη συμφωνία. Επίσης, υπάρχει και η «ρήτρα λήξης» (sunset clause), βάσει της οποίας η συμφωνία εκπνέει τον Μάρτιο του 2028, εκτός αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν στην παράτασή της. Παράλληλα, προβλέπεται και η δυνατότητα αναστολής των δασμολογικών παραχωρήσεων, οι οποίες παραμένουν αναστρέψιμες και μπορούν να αποσυρθούν σε περίπτωση νέων αμερικανικών μέτρων.
Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές, στις διαπραγματεύσεις εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο οι ρήτρες, οι ρήτρες οι οποίες προστέθηκαν από τους ευρωβουλευτές μετά τη σύναψη της συμφωνίας στη Σκωτία, να αποδυναμωθούν και να μετατραπούν σε μια μη δεσμευτική πολιτική αναφορά.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά και η παρουσία του Μάρος Σέφτσοβιτς στις αποψινές συζητήσεις, καθώς μόλις χθες συναντήθηκε στο Παρίσι, στο περιθώριο της G7, με τον Αμερικανό ομόλογό του Jamieson Greer. Όμς, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, οι συνομιλίες δεν οδήγησαν σε αποκλιμάκωση της κρίσης, ενώ η απειλή επιβολής δασμών 25% φαίνεται πως παρέμεινε πλήρως στο τραπέζι.
Την ίδια στιγμή, η πίεση αυξάνεται και στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, με τον επικεφαλής του, Μάνφρεντ Βέμπερ, να προειδοποιεί ανοιχτά ότι εάν οι αποψινές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου και κρατών-μελών δεν οδηγήσουν σε αποτέλεσμα, το ΕΛΚ, το οποίο έχει και τις περισσότερες έδρες, θα επιχειρήσει να οδηγήσει τη συμφωνία απευθείας σε ψηφοφορία στην ολομέλεια.
Ο Βέμπερ χαρακτήρισε την κίνηση αυτή «έκκληση προς τους Σοσιαλιστές», τόσο στο Βερολίνο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υποστηρίζοντας ότι «η Ευρώπη πρέπει να δείξει ότι όσα υπογράφονται μπορούν και να υλοποιηθούν».
Η παρέμβασή του αποτυπώνει το βαθύ ρήγμα που έχει δημιουργηθεί γύρω από τη συμφωνία. Από τη μία πλευρά, το Συμβούλιο και μέρος του ΕΛΚ επιδιώκουν να διατηρηθεί το κείμενο όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αρχική εκδοχή της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φοβούμενοι περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πίεση κορυφώνεται σε μια ήδη εύθραυστη περίοδο για την ευρωπαϊκή οικονομία, με την ΕΕ να βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή, την ενεργειακή αστάθεια και τις αυξανόμενες ανησυχίες για επιβράδυνση της ανάπτυξης. Έτσι, η αποψινή κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση στις Βρυξέλλες αποκτά χαρακτήρα μιας ακόμη πολιτικής δοκιμασίας.