Αυτές τις ημέρες η κυβέρνηση βρίσκεται σε έναν πραγματικό οίστρο εξαγγελιών. Φορολογικές ελαφρύνσεις, οικονομικές παρεμβάσεις, έργα υποδομής, μέτρα για τη βελτίωση της καθημερινότητας. Όλα καλοδεχούμενα. Όμως, μήπως ήρθε η ώρα να ανοίξει και μια συζήτηση που εδώ και χρόνια παραμένει ξεχασμένη;
Απευθύνομαι προσωπικά στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Να εξετάσουν σοβαρά την επαναφορά των φορολογικών κινήτρων για μεγάλες δωρεές προς το Δημόσιο και το κοινωνικό σύνολο.
Δεν μιλώ για ανεξέλεγκτες φοροαπαλλαγές. Ούτε για “παραθυράκια”. Μιλώ για ένα σύγχρονο, αυστηρό και απόλυτα διαφανές πλαίσιο, όπου ένας επιχειρηματίας ή μια εταιρεία που χρηματοδοτεί την κατασκευή μιας σχολικής μονάδας, την αγορά ιατρικού εξοπλισμού για ένα νοσοκομείο, την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, την ανέγερση μιας γέφυρας ή ενός δημόσιου κτιρίου, θα έχει ένα συγκεκριμένο φορολογικό όφελος. Όχι ανεξέλεγκτο, αλλά απολύτως ελεγχόμενο.
Η Ελλάδα χτίστηκε πάνω στους εθνικούς ευεργέτες. Από τον Αβέρωφ και τον Συγγρό μέχρι τον Ζάππα, τον Τοσίτσα και τόσους άλλους, η χώρα απέκτησε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, δρόμους και πολιτιστικά ιδρύματα χάρη σε ανθρώπους που επέστρεψαν στην πατρίδα μέρος της περιουσίας τους. Και κανείς δεν ενοχλήθηκε επειδή μια μαρμάρινη πλάκα έγραφε το όνομα του δωρητή. Αντίθετα, αποτελούσε τιμή και παράδειγμα προς μίμηση.
Βεβαίως, υπήρξε και η σκοτεινή πλευρά. Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη κατήργησε ουσιαστικά αυτές τις φορολογικές διευκολύνσεις, καθώς είχαν στηθεί πραγματικές βιομηχανίες εικονικών δωρεών μέσω μονών, εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και διαφόρων συλλόγων. Δηλώνονταν μεγάλα ποσά στις αποδείξεις, ενώ στην πραγματικότητα καταβαλλόταν ένα μικρό μόνο μέρος τους. Ήταν καθαρή φοροδιαφυγή και η παρέμβαση τότε ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Αν θυμάμαι σωστά, μοναδική ουσιαστική εξαίρεση αποτέλεσε το Ίδρυμα Λαμπράκη για τα έργα του Μεγάρου Μουσικής.
Όμως το 2026 δεν είναι το 2002. Η ψηφιακή εποχή, οι ηλεκτρονικές πληρωμές, οι διασταυρώσεις στοιχείων και οι ανεξάρτητοι ελεγκτικοί μηχανισμοί μπορούν να αποκλείσουν τις παλιές κομπίνες.
Αν το κράτος καταφέρει να κινητοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια για έργα κοινής ωφέλειας, θα εξοικονομήσει πολύτιμους δημόσιους πόρους. Χρήματα που θα μπορούν να κατευθυνθούν εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη κοινωνική ανάγκη: σε καλύτερους μισθούς, υψηλότερες συντάξεις, ενίσχυση της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας.
Ίσως, λοιπόν, αξίζει να ξαναβάλουμε στο δημόσιο διάλογο την έννοια της μεγάλης δωρεάς. Όχι ως φορολογικό τέχνασμα, αλλά ως μια νέα συμφωνία εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και εκείνους που έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν ουσιαστικά στην κοινωνία.