Οι διεθνείς αγορές πετρελαίου πέρασαν μέσα σε λίγες ώρες από τον φόβο μιας νέας ενεργειακής κρίσης στην αισιοδοξία για αποκλιμάκωση. Δύο εξελίξεις άλλαξαν άρδην το κλίμα: η απόφαση του ΟΠΕΚ+ να αυξήσει εκ νέου την παραγωγή πετρελαίου από τον Σεπτέμβριο και η ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι «παγώνει» τα σχέδια για νέα στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, επιλέγοντας τον δρόμο των διαπραγματεύσεων.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση. Το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για την Ευρώπη, υποχώρησε σχεδόν κατά 5%, ενώ αντίστοιχη ήταν η πτώση και για το αμερικανικό αργό WTI. Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές η τιμή του Brent ήταν στα 82,72 δολάρια (έχοντας διαγράψει ήδη διακύμανση από τα 84,53 δολάρια έως τα 81,93 ανά βαρέλι). Η τιμή του αργού ήταν στα 79,82 δολάρια το βαρέλι (με διακύμανση από τα 81,30 έως τα 78,83 δολάρια).
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την εκτίμηση των επενδυτών ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, μειώνεται ο κίνδυνος διακοπής της παγκόσμιας τροφοδοσίας πετρελαίου, ιδιαίτερα μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου αργού πετρελαίου.
Η απόφαση του ΟΠΕΚ+
Καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση έπαιξε και η απόφαση του ΟΠΕΚ+ να αυξήσει την ημερήσια παραγωγή του κατά περίπου 188.000 βαρέλια από τον Σεπτέμβριο. Η απόφαση σηματοδοτεί ουσιαστικά την ολοκλήρωση της σταδιακής άρσης των εθελοντικών περικοπών παραγωγής που είχαν εφαρμοστεί τα προηγούμενα χρόνια, με στόχο τη στήριξη των τιμών. Με περισσότερα βαρέλια να κατευθύνονται στην αγορά, οι επενδυτές θεωρούν ότι η προσφορά θα επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση, περιορίζοντας έτσι τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
“Σκωτζέζικο ντους”…
Σημαντική ήταν και η πολιτική διάσταση των εξελίξεων. Η απόφαση της Ουάσιγκτον να δώσει χώρο στη διπλωματία και να επιδιώξει νέες συνομιλίες με την Τεχεράνη για την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ καθησύχασε τις αγορές, οι οποίες τις προηγούμενες εβδομάδες προεξοφλούσαν ακόμη και το ενδεχόμενο σοβαρής διαταραχής στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών αποτελεί θετική εξέλιξη, καθώς η χώρα καλύπτει σχεδόν το σύνολο των αναγκών της με εισαγόμενο πετρέλαιο. Εφόσον η πτώση διατηρηθεί, αναμένεται να αρχίσει σταδιακά να αποτυπώνεται στις τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης, περιορίζοντας το κόστος μεταφορών, λειτουργίας των επιχειρήσεων και, τελικά, τις πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, θα δώσει μια ανάσα και στους αναρίθμητους ταξιδιώτες που αυτήν την πρείοδο ξοδεύουν καύσιμα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Η μετακύλιση, ωστόσο, δεν θα είναι άμεση, καθώς επηρεάζεται από τα αποθέματα των εταιρειών εμπορίας, τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας ευρώ – δολαρίου και το υψηλό φορολογικό βάρος που επιβαρύνει τα καύσιμα στην Ελλάδα.