Η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική έχει λάθος δεδομένα και αν η ΕΕ θέλει βιομηχανία, πρέπει να δώσει περισσότερο χώρο στις εθνικές κυβερνήσεις, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος του ΔΣ του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, σε συζήτηση με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, Κωνσταντίνο Γιαζιτζόγλου, στο πλαίσιο της Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του ΣΜΕ την Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2026, στο ξενοδοχείο Royal Olympic.
Ερωτηθείς από τον κ. Γιαζιτζόγλου κατά την έναρξη της συζήτησης για το πόσο προβληματίζει τη βιομηχανία το θέμα των πρώτων υλών εν μέσω μιας περιόδου όπου «αμφισβητούνται οι κανόνες», δεδομένης της θέσης των BRICS στον τομέα των κρίσιμων και στρατηγικών πρώτων υλών, ο κ. Θεοδωρόπουλος σχολίασε ότι το θέμα δεν είναι μόνο οι πρώτες ύλες: «Νομίζαμε ότι τα πάντα θα είναι εύκολα…ακολουθήσαμε περιβαλλοντικές πολιτικές που αποβιομηχάνισαν σε μεγάλο βαθμό την Ευρώπη, αποφασίσαμε μόνοι μας να σώσουμε τον πλανήτη…αποφασίσαμε να είμαστε μια ήπειρος υπηρεσιών. Δυστυχώς, όταν παίρνεις αποφάσεις που δεν είναι καλά ζυγισμένες, συγκρούεσαι με την πραγματικότητα» είπε χαρακτηριστικά, υποδεικνύοντας τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, την έκθεση Ντράγκι και τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, που «μας λέει ότι ήταν λάθος η αποβιομηχάνιση».
Ο κ. Θεοδωρόπουλος αναφέρθηκε εκτενώς στο κόστος της ενέργειας, σημειώνοντας ότι, ως Ευρώπη, «είμαστε 3-6 φορές ακριβότεροι» από τους μεγάλους ανταγωνιστές, υποδεικνύοντας παράλληλα πως «συνεχίζουμε να διοικούμαστε από έναν οργανισμό με 28 γνώμες…δεν μπορεί να είναι γρήγορος ή ευέλικτος». Εκτίμησε ότι η Ευρώπη «ξυπνά», και τα πράγματα είναι καλύτερα σε σχέση με πριν από 4 χρόνια, μα και πάλι δεν μπορεί να τρέξει ή να δείξει ευελιξία, ειδικά σε σχέση με τους ανταγωνιστές, που έχουν αναπτύξει ταχύτητες.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ άσκησε έντονη κριτική στις πολιτικές της ΕΕ, αναφερόμενος σε συνάντηση με Ευρωπαία Επίτροπο πριν χρόνια: «Μας είπε ξεκάθαρα: Δεν θέλω βιομηχανία στην Ευρώπη». Στο σημείο αυτό, ο κ. Γιαζιτζόγλου σημείωσε πως η Ευρώπη δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τη βιομηχανία, θέτοντας το ερώτημα: «Πόσο εύκολο είναι να παραδεχτεί ο βασιλιάς στο θέμα αυτό ότι είναι γυμνός για να αλλάξει ρότα; Εδώ θέλει κάτι γενναίο. Έχουμε ελπίδα;».
Ο κ. Θεοδωρόπουλος αναφέρθηκε σε πρόσφατο τραπέζι μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, όπου διαπιστώθηκε ότι μόλις το 6% των επενδύσεων που «τρέχουν» είναι στην Ευρώπη: «Είναι πολλά τα αντικίνητρα για την Ευρώπη και πολλά τα κίνητρα για τις άλλες χώρες…η ανταγωνιστικότητα είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» είπε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι «εμείς στον ΣΕΒ προσπαθούμε να βάλουμε στον δημόσιο διάλογο την παραγωγικότητα- μετρήσιμο μέγεθος, μπορείς να το συγκρίνεις με τις υπόλοιπες χώρες». Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που δεν μπορεί να βγάλει άνετα τον μήνα, σχολιάζοντας πως «αν θέλουμε να βοηθήσουμε, πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να βελτιώσουμε την παραγωγικότητα».
Εστιάζοντας στο κομμάτι της ενέργειας οι δύο συνομιλητές σχολίασαν πως «έχουμε την ακριβότερη ενέργεια στον κόσμο ως Ευρώπη», με τον κ. Γιαζιτζόγλου να θέτει το ερώτημα «μήπως επειδή αυτό το θέμα ξεπερνά την ελληνική κυβέρνηση, θα έπρεπε να τεθεί προς τις Βρυξέλλες;» και τον κ. Θεοδωρόπουλο να απαντά πως αν η Ευρώπη συνειδητοποιούσε την ανάγκη για βιομηχανία, θα έπρεπε να είχε δώσει χώρο στις εθνικές κυβερνήσεις να βοηθήσουν στο ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας, «όμως έσφιγγαν τον κλοιό». Παράλληλα έκανε λόγο για λάθος δεδομένα στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, τονίζοντας ότι δεν μιλάμε για μια πραγματικά ενοποιημένη αγορά. Ωστόσο σημείωσε ότι γίνονται βήματα τις τελευταίες εβδομάδες, με περισσότερο δημοσιονομικό χώρο, συζητήσεις για ενισχύσεις στη μείωση κόστους κ.α.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ αναφέρθηκε επίσης στο χωροταξικό, λέγοντας πως «έχουμε δουλέψει πάρα πολύ καιρό με το υπουργείο», το νομοσχέδιο αναμένεται, τα περισσότερα θέματα «τα έχουμε φέρει σε πολύ ικανοποιητικό επίπεδο» και εκτιμώντας εν τέλει ότι «θα έχουμε ένα καλό χωροταξικό για τη βιομηχανία».
«Δεν μπορεί να γίνει βιομηχανία εκεί που δεν απαγορεύεται, μα εκεί που ρητά επιτρέπεται…το χωροταξικό πλαίσιο δίνει κατευθύνσεις, θέλαμε να είναι σαφείς οι κατευθύνσεις- θέλαμε να είναι πολύ ξεκάθαρο πού μπορεί να γίνει βιομηχανία» τόνισε, ενώ χαρακτήρισε την ασάφεια στους νόμους «μια από τις μεγάλες πληγές της πατρίδας μας».
Κατά το κλείσιμο της συζήτησης, ο κ. Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι, από πλευράς της βιομηχανίας, «δεν έχουμε φροντίσει να τονίσουμε αρκετά τη συμβολή μας στην οικονομία- ο τουρισμός το έχει κάνει…στα δικά μας θέματα δεν έχουμε σύμμαχο την κοινωνία, και αυτό θα το βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας…οι πολιτικοί δεν μπορούν να πάνε κόντρα στους δικούς τους πελάτες, βασική μας προτεραιότητα είναι να βγούμε προς την κοινωνία, να καταλάβουν τη σημασία». Σε αυτό το πλαίσιο υπέδειξε τους υψηλούς μισθούς στη βιομηχανία- παραπάνω από τον μέσο όρο της χώρας- και τη δυνατότητα να χτίσει κανείς τη ζωή του ως στέλεχος ή εργαζόμενος με σιγουριά: «Αυτό πρέπει να το αναδείξουμε» σημείωσε, αναφέροντας ότι ετοιμάζεται σειρά συμπαραγωγών με τον ΣΚΑΪ για τη βιομηχανία, όπου θα αναδειχθεί και ο εξορυκτικός κλάδος. Μάλιστα, αναφέρθηκε σε επίσκεψή του στον «Ελληνικό Χρυσό» λέγοντας χαρακτηριστικά πως «έμεινα άναυδος…πραγματικά εκείνο το βράδυ γεννήθηκε η ιδέα, δεν γίνεται να μην τα δείχνουμε όλα αυτά…πρέπει να αποκτήσουμε ερείσματα στην κοινωνία αν θέλουμε οι πολιτικοί να μας ακούνε. Όσο η κοινωνία μας θεωρεί κώνωπες βλαβερούς, δεν θα περάσουν τα μηνύματά μας. Πρέπει να μιλάμε περισσότερο, να πάψουμε να είμαστε ενοχικοί…τώρα μιλάμε για πολύτιμα ορυκτά όπως το γάλλιο. Είναι ευκαιρία. Ας μιλήσουμε, ας διεκδικήσουμε αυτό που μας ανήκει».
Ανάγκη στοιχειώδους αυτάρκειας σε κρίσιμες ύλες
«Το πρώτο εξάμηνο του 2026, ένας πόλεμος πολύ κοντά μας, μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε όλες μας τις προβλέψεις. Η εκτόξευση των διεθνών τιμών της ενέργειας και η διακοπή, για άλλη μια φορά, βασικών εφοδιαστικών αλυσίδων, υπογραμμίζει την ανάγκη στοιχειώδους αυτάρκειας σε κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες» τόνισε από πλευράς του ο κ. Γιαζιτζόγλου.
«Ξεκινώντας τον δεύτερο αιώνα της ζωής μας ως Σύνδεσμος, έχουμε λόγους να είμαστε αισιόδοξοι. Μετά από δεκαετίες στην αφάνεια, η δημόσια αναγνώριση του ρόλου των ορυκτών πρώτων υλών στην ασφάλεια, την ευημερία και την πρόοδο, αποτελεί δικαίωση για όλους τους ανθρώπους του κλάδου μας. Η Ε.Ε. και η Δύση γενικότερα, αντιλαμβάνεται πλέον την σημασία των ΟΠΥ και αναγνωρίζει την ουσιαστική συμβολή μας όχι μόνο στην ανάπτυξη αλλά και στην γεωπολιτική σταθερότητα. Το γεγονός ότι οι «Κρίσιμες και Στρατηγικές Ορυκτές Πρώτες Ύλες» έγιναν σχεδόν καθημερινό αντικείμενο δημόσιας συζήτησης δεν σημαίνει βέβαια ότι λύθηκαν τα προβλήματα. Απέχουμε ακόμα αρκετά από το να δούμε, σε εθνικό αλλά και Ευρωπαϊκό επίπεδο, ουσιαστικά βήματα για την άρση των παραγόντων που οδήγησαν τον κλάδο σε συρρίκνωση τα τελευταία τριάντα χρόνια» ανέφερε.
«Σχεδόν όλο το 2025 κύλησε με πλήρη αβεβαιότητα σε σχέση με το πώς θα λειτουργήσουν εφεξής οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Ως κλάδος, θα μπορούσαμε να δούμε και μια θετική πλευρά σε αυτό, καθώς έγινε πλέον σαφές με τον πιο ξεκάθαρο και ωμό τρόπο, ότι δεν μπορεί κανείς να εξαρτάται από τρίτους όταν πρόκειται για στρατηγικές επιλογές. Οι απέλπιδες και πολλές φορές αφελείς προσπάθειες της νέας αμερικανικής ηγεσίας να διασφαλίσει σπάνιες γαίες και άλλες ορυκτές πρώτες ύλες, απέδειξαν την αγωνία της απέναντι στο ασιατικό μονοπώλιο και κατέδειξαν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο το πόσο λάθος δρόμο έχει πάρει η Ευρώπη».
Η εξόρυξη στην Ελλάδα
Στα αρνητικά, σημείωσε, θα πρέπει να καταγραφεί, αφ’ ενός μεν το ότι οι επιλογές της ενεργειακής μετάβασης νομοτελειακά οδήγησαν σε περαιτέρω μείωση των όγκων της παραγωγής του λιγνίτη, αφ’ ετέρου δε ότι «μετά την αποτυχημένη πρώτη προσπάθεια να αξιοποιηθεί ο πλούτος της ΛΑΡΚΟ, υπήρξε μια μακρά περίοδος απραξίας. Η περίοδος αυτή διεκόπη πρόσφατα με την αναζήτηση νέου σεναρίου πώλησης. Ο σοφός Ελληνικός λαός λέει μεν «Κάλιο αργά παρά ποτέ» αλλά λέει επίσης και ότι «Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει» Επίσης, το μάρμαρο εξακολουθεί να υπολείπεται των περιόδων της εκρηκτικής ζήτησης από την Μέση Ανατολή και την Ασία, αλλά σταδιακά βρίσκει «ποιοτικές» εναλλακτικές αγορές, αναπροσαρμόζοντας και τους στόχους του.Από την άλλη πλευρά τα δομικά υλικά απολαμβάνουν την συνεχώς αναπτυσσόμενη οικοδομική δραστηριότητα της χώρας μας, η οποία βασίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Τα βιομηχανικά ορυκτά, παρότι επηρεάζονται περισσότερο από τις αναταραχές των εφοδιαστικών αλυσίδων, συνολικά συνεχίζουν την σταθερή θετική τους πορεία».
Τέλος, όπως δήλωσε, «ο τομέας των μετάλλων μπορεί να υπερηφανεύεται για τις επιδόσεις του αλλά και τις προοπτικές του, αφού αφ’ ενός η μεγάλη επένδυση της Ελληνικός Χρυσός οδεύει ολοταχώς προς ολοκλήρωση, αφ’ ετέρου δε η ΜΕΤΛΕΝ προχωράει με την παραγωγή του Γαλλίου. Έτσι, πριν από τα τέλη του 2026, η χώρα μας θα ξεκινήσει την παραγωγή ακόμα δύο κρίσιμων και στρατηγικών ορυκτών (Χαλκού και Γαλλίου), αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος της εξάρτησης της ΕΕ από τρίτους».
Δεν θα σχολιάσω τους δείκτες ασφάλειας, είπε ο πρόεδρος του ΣΜΕ ,διότι «πάγια θέση μου είναι ότι εφόσον έχουμε έστω και ένα ατύχημα σε χώρο εργασίας, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να πανηγυρίζουμε. Η επιστημονική γνώση και η τεχνολογία μας επιτρέπουν σήμερα να στοχεύουμε σε μηδέν χαμένο χρόνο από ατύχημα. Προϋπόθεση είναι να εξηγήσουμε και αν χρειαστεί να επιβάλουμε τους σωστούς κανόνες σε όλους τους συναδέλφους, ανεξάρτητα από τη θέση τους στην ιεραρχία. Σε ότι αφορά τους δείκτες βιώσιμης ανάπτυξης, το αναπάντητο ερώτημα παραμένει ποια είναι η βάση σύγκρισης. Κάθε φορά που συζητάμε για την εξόρυξη, κάποιος αντιπαραθέτει την επίπτωση που έχει στο περιβάλλον. Η εύλογη απορία είναι «Η εξόρυξη έχει επίπτωση στο περιβάλλον συγκρινόμενη με τι ;» . Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον και το ερώτημα είναι, αφενός μεν αν κρίνουμε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα απαραίτητη, αφετέρου δε εάν αξιοποιούμε τις καλύτερες τεχνολογίες, ώστε να έχουμε τη λιγότερη δυνατή επίπτωση. Στην περίπτωση της εξόρυξης, στην Ευρώπη ισχύουν και τα δύο. Προφανώς, όσο αγνοούμε επιδεικτικά το από που – και με τι περιβαλλοντικό κόστος – προμηθευόμαστε τις πρώτες ύλες που χρειαζόμαστε, ακόμα και η παραμικρή διαταραχή της ευζωίας μας δεν είναι αποδεκτή. Πάντως σήμερα πλέον, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι, εάν θέλουμε ορυκτές πρώτες ύλες με το μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, πρέπει να τις εξορύξουμε στην ΕΕ».
Σε ότι αφορά το εθνικό θεσμικό πλαίσιο, ανέφερε πως «αναμένουμε την νομοθέτηση σειράς από ρυθμίσεις για ζητήματα που δεν αποτελούν μείζονα προβλήματα αλλά αθροιστικά επιβαρύνουν και επιβραδύνουν τα μέλη μας. Η πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του ΚΜΛΕ, την οποία με επιμονή ζητούμε εδώ και χρόνια, μας βρίσκει θερμούς υποστηρικτές επι της αρχής. Πιστεύομε ότι ο συγκεκριμένος κώδικας θα πρέπει να γίνει σύγχρονος αλλά και λειτουργικός. Η πρόσφατη κινητικότητα στα θέματα χωροταξίας, συνάδει με την πάγια θέση μας ότι θα πρέπει να υπάρχουν ξεκάθαροι κανόνες για το «που επιτρέπεται τι» ώστε να επικρατεί ασφάλεια δικαίου για τους επενδυτές. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να επαναλάβουμε το κοινότυπο ότι τα ορυκτά τα χωροθετεί η φύση και όχι ο νομοθέτης. Τέλος, θα επιμείνουμε ότι η χώρα χρειάζεται μια σύγχρονη Εθνική Πολιτική, η οποία θα εκφράζεται και από έναν διαφορετικό Μεταλλευτικό Κώδικα».