της Ιωάννας Λιούτα*
Τα νούμερα και οι αριθμοί λένε την αλήθεια και δεν κομματικοποιούνται. Η συγκριτική ανάλυση των οικονομικών δεδομένων Ελλάδας και Κύπρου για το 2026 αποκαλύπτει ότι ο Έλληνας καταναλωτής καλείται να πληρώνει τη βενζίνη ακριβότερα κατά 39,4 λεπτά το λίτρο,μια δυσθεώρητη απόκλιση της τάξεως του 25%,ενώ το ονομαστικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κύπρου ($45.409) υπερβαίνει το αντίστοιχο ελληνικό ($29.696) κατά 53%.
Πρόκειται για μια μακροοικονομική παραδοξότητα που αγγίζει τα όρια της θεσμικής ληστείας. Ο πολίτης με το σημαντικά χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα επιβαρύνεται με δυσανάλογα υψηλότερο λειτουργικό κόστος μετακίνησης. Η Κύπρος εισάγει το σύνολο των καυσίμων της από το εξωτερικό, με κύριο προμηθευτή την Ελλάδα, καθώς η χώρα δεν διαθέτει δικά της διυλιστήρια και βασίζεται αποκλειστικά σε εισαγωγές Πώς δικαιολογείται αυτή η χαοτική απόσταση;
Η συνήθης, βολική καραμέλα των εγχώριων αναλυτών και των κυβερνητικών εκπροσώπων είναι η «διεθνής συγκυρία» και οι διακυμάνσεις του αργού πετρελαίου Brent. Αυτή η δικαιολογία αποτελεί ένα τεχνοκρατικό προπέτασμα καπνού. Η διεθνής τιμή του Brent είναι ακριβώς η ίδια τόσο για τα ελληνικά όσο και για τα κυπριακά διυλιστήρια. Η τελική τιμή στην αντλία δεν διαμορφώνεται στις αγορές παραγώγων του Λονδίνου, αλλά στην εσωτερική αλυσίδα αξίας.
Η απόκλιση των 39,4 λεπτών εξηγείται πλήρως αν αναλυθεί η δομή της τελικής τιμής, η οποία στην Ελλάδα αποτελείται από τρεις βασικούς πυλώνες.
- ΕΦΚ και ΦΠΑ. Το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει τα καύσιμα όχι ως αγαθό πρώτης ανάγκης ή παραγωγικό συντελεστή, αλλά ως εύκολη, σταθερή και ληστρική πηγή φορολογικών εσόδων. Ο συνδυασμός του υψηλού Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και του ΦΠΑ 24%,ο οποίος επιβάλλεται ακόμα και πάνω στον ίδιο τον φόρο, συνιστά διπλή φορολόγηση. Η Κύπρος διατηρεί ορθολογικά φορολογικά κλιμάκια, αρνούμενη να αφαιμάξει την αγοραστική δύναμη των πολιτών της.
- Ολιγοπωλιακά περιθώρια διύλισης και εμπορίας. Η ελληνική αγορά καυσίμων πάσχει από δομική έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού. Τα περιθώρια κέρδους στη διύλιση και τη χονδρική εμπορία παραμένουν προκλητικά υψηλά, προστατευμένα από γραφειοκρατικά εμπόδια εισόδου νέων παικτών.
- Ασυμμετρία μετακύλισης τιμών.Πρόκειται για το φαινόμενο της «ρουκέτας και του φτερού» (rocket and feather effect). Όταν οι διεθνείς τιμές του Brent αυξάνονται, η αναπροσαρμογή στην ελληνική αντλία γίνεται ακαριαία σαν «ρουκέτα». Όταν οι τιμές υποχωρούν, η υποχώρηση μεταφέρεται στους καταναλωτές με ρυθμούς «φτερού», επιτρέποντας στα ενδιάμεσα στάδια της εμπορίας να καρπώνονται υπερκέρδη.
Το πραγματικό κόστος ενός αγαθού δεν αποτυπώνεται στην ονομαστική του τιμή, αλλά στην αγοραστική δύναμη που απαιτείται για την απόκτησή του. Όταν ο Έλληνας εργαζόμενος χρειάζεται διπλάσιο ποσοστό του ημερήσιου εισοδήματός του για να γεμίσει το ρεζερβουάρ σε σχέση με τον Κύπριο, δεν μιλάμε απλώς για ακρίβεια, αλλά για βίαιη αναδιανομή πλούτου.
Η εμμονή στη διατήρηση αυτού του καθεστώτος είναι πολιτική επιλογή. Η διατήρηση των εξωφρενικών φόρων στα καύσιμα συντηρεί έναν κρατικό μηχανισμό που αρνείται να μεταρρυθμιστεί, ενώ παράλληλα εκτρέφει τα υπερκέρδη των εγχώριων πετρελαϊκών ομίλων.
Όσο η πολιτεία αρνείται να αγγίξει τη δομή του ΕΦΚ, όσο η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρακολουθεί αμέτοχη την ολιγοπωλιακή τιμολόγηση, και όσο η μετακύλιση των διεθνών τιμών παραμένει αδιαφανής, η αντλία θα παραμένει ο μηχανισμός με τον οποίο το κράτος φτωχοποιεί στοχευμένα τη μεσαία τάξη. Τα στοιχεία του 2026 καταγράφουν την αλήθεια χωρίς περιτυλίγματα: η Ελλάδα δεν είναι απλώς ακριβή, είναι θεσμικά άδικη.
*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια