Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές στα καύσιμα, καθώς η περιορισμένη δυναμικότητα διύλισης και τα μειωμένα αποθέματα διατηρούν το κόστος της βενζίνης και του ντίζελ σε υψηλά επίπεδα.
  • Το χάσμα μεταξύ της τιμής του αργού πετρελαίου και των διυλισμένων προϊόντων παραμένει εξαιρετικά διευρυμένο, περιορίζοντας τα οφέλη από οποιαδήποτε πιθανή αποκλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή.
  • Η παγκόσμια αγορά επηρεάζεται αρνητικά από τις επιθέσεις σε ρωσικές υποδομές, τους περιορισμούς στις εξαγωγές από την Κίνα και τις συνεχιζόμενες δυσκολίες στη ναυσιπλοΐα που καθιστούν δύσκολη την επάρκεια καυσίμων.
  • Η Ευρώπη παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε αυτό το περιβάλλον λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές, ενώ οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες καταγράφουν σημαντικά κέρδη από την αυξημένη ζήτηση για διυλισμένα προϊόντα.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, αυτό του τερματισμού του πολέμου στη Μέση Ανατολή, και στην ομαλοποίηση της αγοράς του αργού πετρελαίου, οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα αργήσουν πολύ να δουν χαμηλές τιμές στα βενζινάδικα.

Η αιτία, δεν είναι στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου αλλά στα διυλισμένα προϊόντα καθώς οι τιμές του ντίζελ και της βενζίνης εξακολουθούν να διαπραγματεύονται σε εξαιρετικά υψηλά premium έναντι του αργού, εξαιτίας της περιορισμένης δυναμικότητας διύλισης, τα προβλήματα στον εφοδιασμό και στην τεράστια συρρίκνωση των αποθεμάτων.

Advertisement
Advertisement

Σύμφωνα με τους Financial Times, το χάσμα μεταξύ των τιμών του αργού και των διυλισμένων προϊόντων έχει διογκωθεί τις τελευταίες εβδομάδες και έχει υποχωρήσει ελάχιστα μετά τη συμφωνία Ιράν – Ομάν, παρά τις προσδοκίες για αποκατάσταση των πετρελαϊκών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Το αποτέλεσμα είναι, ότι ακόμη και εάν αποκαταστασθούν πλήρως οι ροές μέσω των Στενών δεν αναμένονται ευχάριστα νέα μέσα στους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με την Argus, το ντίζελ διαπραγματεύεται σήμερα με premium περίπου 70 δολαρίων ανά βαρέλι έναντι του αργού πετρελαίου. Η διαφορά παραμένει κοντά στο ιστορικό υψηλό των 90 δολαρίων που καταγράφηκε την περασμένη εβδομάδα και είναι πολλαπλάσια των περίπου 20 δολαρίων ανά βαρέλι που θεωρούνται συνηθισμένο επίπεδο για την αγορά.

Πρακτικά, το περιθώριο βρίσκεται περίπου 3,5 φορές πάνω από τα συνήθη επίπεδα.

Έτσι, ενώ η τιμή του αργού μπορεί να αποκλιμακώνεται, οι περιορισμοί στη μετατροπή του σε βενζίνη, ντίζελ και άλλα καύσιμα κρατούν τις τιμές των τελικών προϊόντων σε πολύ υψηλά επίπεδα.

«Βλέπουμε κάποια αποκλιμάκωση στην αγορά αργού, αλλά ισχυρές τιμές στο ντίζελ και τη βενζίνη», επισημαίνει στους FT η Isabelle Gilks, αναλύτρια λιανικής αγοράς καυσίμων στη Wood Mackenzie, κάνοντας λόγο για έναν συνδυασμό προβλημάτων στη ναυσιπλοΐα και ανεπαρκούς δυναμικότητας επεξεργασίας.

Advertisement

Ο ρόλος των διυλιστηρίων

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν περιόρισε μόνο τις εξαγωγές αργού πετρελαίου. Στον Κόλπο βρίσκονται ορισμένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια στον κόσμο, τα οποία επίσης επηρεάστηκαν από τον κατά διαστήματα αποκλεισμό της ναυσιπλοΐας από την Τεχεράνη.

Υπό κανονικές συνθήκες, η περιοχή του Κόλπου αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς αργού, τροφοδοτώντας παράλληλα διυλιστήρια και εκτός Μέσης Ανατολής.

Στην ήδη πιεσμένη εικόνα προστίθενται οι ολοένα εντονότερες ουκρανικές επιθέσεις με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, οι οποίες έχουν θέσει εκτός λειτουργίας πρόσθετη δυναμικότητα, αλλά και οι περιορισμοί που έχει επιβάλει η Κίνα στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων.

Advertisement

Μπροστά στις ελλείψεις, τα διυλιστήρια προσαρμόζουν την παραγωγή τους, δίνοντας κάθε φορά προτεραιότητα στα προϊόντα που προσφέρουν τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους.

Στην αρχή του πολέμου, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπιζόταν στα αεροπορικά καύσιμα, όπου τα περιθώρια παραμένουν υπερδιπλάσια των προπολεμικών επιπέδων. Πλέον, όμως, η ανησυχία έχει μεταφερθεί σε άλλα καύσιμα μεταφορών και κυρίως στο ντίζελ.

«Έχουμε αντιμετωπίσει διαδοχικές κρίσεις σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς πετρελαϊκών προϊόντων και τα διυλιστήρια μπορούν να λύσουν μόνο ένα πρόβλημα κάθε φορά», σημειώνει ο Daniel Evans, επικεφαλής καυσίμων και διύλισης στην S&P Global.

Advertisement

Για μια ακόμη φορά εγκλωβισμένη η Ευρώπη

Ιδιαίτερα εκτεθειμένη και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα είναι η Ευρώπη η οποία μετά από χρόνια ανεπαρκών επενδύσεων στη διύλιση, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές για να καλύψει τις ανάγκες της σε πετρελαϊκά προϊόντα.

Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με έναν διπλό κίνδυνο: τις υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό για διαθέσιμες ποσότητες ντίζελ και βενζίνης.

Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η επαναλειτουργία του Ορμούζ μπορεί να περιορίσει τον γεωπολιτικό κίνδυνο και να αυξήσει τη διαθεσιμότητα αργού, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αποκαταστήσει τη χαμένη δυναμικότητα των διυλιστηρίων.

Advertisement

Ποιος βγαίνει κερδισμένος

Αντίθετα, οι μεγάλοι κερδισμένοι από την εκτίναξη των περιθωρίων διύλισης είναι οι πετρελαϊκές εταρείες που βρίσκονται στον Κόλπο του Μεξικού καθώς η παγκόσμια αγορά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τις αμερικανικές εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων.

Advertisement

Marathon Petroleum, Phillips 66 και Valero Energy ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών για τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου. Exxon και Chevron ανακοίνωσαν συνολικά κέρδη 26,5 δισ. δολαρίων για το τρίμηνο που ολοκληρώθηκε στα τέλη Ιουνίου, με σημαντική ώθηση από τις δραστηριότητες διύλισης.

Η Exxon, η οποία διαθέτει το μεγαλύτερο παγκόσμιο δίκτυο διυλιστηρίων εκτός Κίνας, παρήγαγε μάλιστα ποσότητες-ρεκόρ ντίζελ κατά το δεύτερο τρίμηνο προκειμένου να ανταποκριθεί στην εκρηκτική αύξηση της διεθνούς ζήτησης.

Τα τεράστια κέρδη των πετρελαϊκών ομίλων έχουν προκαλέσει την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις τιμές των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.

Advertisement

Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι Chevron και Exxon έχουν βγάλει «πάρα πολλά χρήματα» και ότι θα πρέπει να «επιστρέψουν ένα μέρος αυτών στο κοινό».

Είχε προηγηθεί η εντολή του προς το υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει ενεργειακές εταιρείες για πιθανή αισχροκέρδεια, ακολουθώντας ουσιαστικά μια τακτική που είχε χρησιμοποιήσει και ο Τζο Μπάιντεν μετά την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

«Οι λιανοπωλητές βενζίνης πρέπει να ρίξουν τις τιμές τους, αμέσως», είχε γράψει ο Τραμπ στο Truth Social στα τέλη Ιουνίου, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά «έρχονται μεγάλα προβλήματα».

Οι πιέσεις, ωστόσο, παραμένουν. Οι αυξημένες αμερικανικές εξαγωγές βενζίνης και ντίζελ προς χώρες που προηγουμένως προμηθεύονταν από τη Μέση Ανατολή έχουν συμβάλει στην άνοδο της εγχώριας τιμής της βενζίνης πάνω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, περίπου 35% υψηλότερα από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στο ντίζελ. Η μέση τιμή στις ΗΠΑ έχει φτάσει τα 5,34 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι 3,74 δολαρίων πριν από έναν χρόνο.