Δεν είναι τυχαίο ότι η Τράπεζα της Ελλάδος χρειάστηκε να τοποθετηθεί ειδικά για τα επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων. Η συζήτηση είναι γνωστή και διαρκής: οι τράπεζες κατηγορούνται ότι ανεβάζουν γρήγορα τα επιτόκια όταν ανεβαίνει το κόστος χρήματος, αλλά τα μειώνουν πιο αργά όταν αρχίζει η αποκλιμάκωση. Με άλλα λόγια, ότι το «ανέβασμα» περνά αμέσως στον πελάτη, ενώ το «κατέβασμα» περνά με καθυστέρηση ή κουτσουρεμένο.
Η ΤτΕ, μέσα από την τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το ερώτημα. Και το συμπέρασμά της είναι ότι, στα νέα επιχειρηματικά δάνεια, δεν προκύπτουν ενδείξεις τέτοιας ασυμμετρίας. Δηλαδή, σύμφωνα με την ανάλυση της κεντρικής τράπεζας, οι ελληνικές τράπεζες δεν φαίνεται να αυξάνουν τα επιτόκια περισσότερο στον ανοδικό κύκλο και να τα μειώνουν λιγότερο στον καθοδικό.
Αυτό έχει πολιτική και οικονομική σημασία. Διότι η περίοδος 2022-2025 ήταν περίοδος μεγάλων μεταβολών στα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Πρώτα ήρθαν οι απότομες αυξήσεις για να αντιμετωπιστεί ο πληθωρισμός. Στη συνέχεια ήρθε η σταδιακή αποκλιμάκωση. Άρα το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν οι μειώσεις περνούν στην πραγματική οικονομία, στις επιχειρήσεις, στους επαγγελματίες, στην αγορά.
Η απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ότι, τουλάχιστον στα επιχειρηματικά δάνεια, η μετάδοση είναι πιο συμμετρική απ’ ό,τι ίσως πιστεύει η κοινή γνώμη. Η εξήγηση που δίνει είναι ότι έχει ενισχυθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών, ιδιαίτερα για πελάτες υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας. Δηλαδή για επιχειρήσεις που έχουν καλά οικονομικά στοιχεία, σταθερό κύκλο εργασιών, εξασφαλίσεις και χαμηλότερο ρίσκο.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα. Άλλο πράγμα να λέμε ότι η προσαρμογή είναι συμμετρική και άλλο να λέμε ότι τα επιτόκια είναι χαμηλά. Ο δανεισμός παραμένει ακριβός για μεγάλη μερίδα νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ειδικά όταν δεν υπάρχουν ισχυρές εξασφαλίσεις ή όταν το οικονομικό προφίλ του δανειολήπτη δεν είναι άριστο.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων συνολικά κινείται κοντά στο 4,76%. Στα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο ο μέσος όρος είναι περίπου 3,5%. Στα επιχειρηματικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια και κυμαινόμενο επιτόκιο κινείται γύρω στο 4,4%, ενώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις περίπου στο 4,6%. Στα καταναλωτικά, όμως, η εικόνα είναι πολύ βαρύτερη: τα δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια κινούνται κοντά στο 11%, ενώ οι πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια και υπεραναλήψεις φθάνουν περίπου στο 14,6%.
Σήμερα, η εικόνα στην αγορά των δανείων παραμένει αρκετά διαφοροποιημένη ανά κατηγορία. Στα στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου, το κόστος κινείται περίπου από 2,4% έως 4,9%, ανάλογα με τη διάρκεια, το πρόγραμμα, το ποσοστό χρηματοδότησης και το προφίλ του δανειολήπτη. Στα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου, η τιμολόγηση συνήθως διαμορφώνεται με βάση το Euribor συν ένα περιθώριο της τράπεζας, που μπορεί να κινείται περίπου από 1,4% έως 2,6%. Έτσι, το τελικό επιτόκιο μπορεί να φθάνει συνήθως κοντά στο 3,5% έως 5%, πριν υπολογιστούν τυχόν πρόσθετα κόστη.
Στα επιχειρηματικά δάνεια τακτής λήξης, η μέση εικόνα της αγοράς βρίσκεται περίπου μεταξύ 4,3% και 5,1%, με χαμηλότερο κόστος για μεγαλύτερες και ισχυρότερες επιχειρήσεις που έχουν καλό πιστοληπτικό προφίλ και εξασφαλίσεις. Στα δάνεια κεφαλαίου κίνησης και στις ανοικτές επιχειρηματικές πιστώσεις, το κόστος μπορεί να είναι υψηλότερο και διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το ρίσκο, τον κλάδο, τον τζίρο, τις εγγυήσεις και τη σχέση της επιχείρησης με την τράπεζα.
Πιο βαριά είναι η εικόνα στην καταναλωτική πίστη. Τα προσωπικά και καταναλωτικά δάνεια κινούνται συνήθως περίπου από 7% έως 14,5%, ανάλογα με το ποσό, τη διάρκεια, το εισόδημα, το ιστορικό αποπληρωμών και το αν υπάρχουν πρόσθετες εξασφαλίσεις. Ακόμη ακριβότερα παραμένουν οι πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις, όπου το μέσο επιτόκιο κινείται κοντά στο 14% με 15%.
Όσο για τα φοιτητικά ή δάνεια σπουδών, στην πράξη εντάσσονται στην ευρύτερη καταναλωτική πίστη και συνήθως κινούνται περίπου στο 10% έως 12%, ανάλογα με το πρόγραμμα και τους όρους αποπληρωμής. Σε όλες τις περιπτώσεις, πάντως, ο δανειολήπτης δεν πρέπει να κοιτά μόνο το ονομαστικό επιτόκιο, αλλά το συνολικό κόστος, δηλαδή το ΣΕΠΠΕ, όπου συνυπολογίζονται έξοδα φακέλου, ασφάλειες, προμήθειες και λοιπές επιβαρύνσεις.
Στα περισσότερα καταναλωτικά και φοιτητικά δάνεια προστίθεται και η εισφορά του Ν.128/1975, που για την καταναλωτική πίστη είναι συνήθως 0,60%. Στα στεγαστικά η αντίστοιχη εισφορά είναι πολύ χαμηλότερη, συνήθως 0,12%. Άρα ο πολίτης δεν πρέπει να κοιτά μόνο το ονομαστικό επιτόκιο, αλλά το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης, δηλαδή το ΣΕΠΠΕ, όπου μπαίνουν και έξοδα, προμήθειες, ασφάλειες και λοιπές επιβαρύνσεις.
Η μεγάλη διαφορά από τράπεζα σε τράπεζα δεν είναι πάντα στο βασικό επιτόκιο, αλλά στο περιθώριο, στο λεγόμενο spread. Εκεί παίζουν ρόλο το εισόδημα, η σταθερότητα εργασίας, οι καταθέσεις, η μισθοδοσία, οι εξασφαλίσεις, η αξία του ακινήτου, το ιστορικό πληρωμών και βέβαια το ύψος του δανείου. Ένας ισχυρός πελάτης μπορεί να πάρει αισθητά καλύτερη τιμολόγηση από έναν πελάτη υψηλότερου ρίσκου.
Το συμπέρασμα είναι διπλό. Από τη μία, η Τράπεζα της Ελλάδος θέλει να κλείσει τη συζήτηση ότι οι τράπεζες λειτουργούν μονομερώς σε βάρος των επιχειρήσεων όταν αλλάζουν τα επιτόκια της ΕΚΤ. Από την άλλη, η ίδια η πραγματικότητα δείχνει ότι το κόστος δανεισμού παραμένει βαρύ, κυρίως για νοικοκυριά, καταναλωτές και μικρές επιχειρήσεις χωρίς ισχυρές εγγυήσεις.
Με απλά λόγια: η ΤτΕ λέει ότι οι τράπεζες δεν «κλέβουν» στον ρυθμό προσαρμογής των επιχειρηματικών επιτοκίων. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι το χρήμα στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι ακριβό για όσους το έχουν περισσότερο ανάγκη.