Αγέλη περίπου 20 σκύλων κινείται σε περιοχές της Θεσσαλονίκης, από την Πυλαία και την Τούμπα έως την Καλαμαριά, προκαλώντας φόβο στους κατοίκους. Το περιστατικό, όμως, δεν είναι απλώς μια ακόμη τοπική είδηση. Είναι η βιτρίνα ενός προβλήματος που σέρνεται χρόνια: εγκαταλείψεις ζώων, ελλιπείς στειρώσεις, δήμοι χωρίς επαρκείς πόρους, καταφύγια που σε ορισμένες περιπτώσεις θυμίζουν ντροπή και μια Πολιτεία που νομοθετεί, αλλά δεν φροντίζει πάντα να εφαρμόζεται ο νόμος.
Η είδηση από τη Θεσσαλονίκη είναι από εκείνες που προκαλούν δύο αντιδράσεις ταυτόχρονα. Από τη μία, τον απολύτως δικαιολογημένο φόβο των πολιτών που λένε ότι δυσκολεύονται να κυκλοφορήσουν, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες, όταν μια μεγάλη ομάδα σκύλων κινείται στους δρόμους. Από την άλλη, την ανάγκη να θυμηθούμε κάτι που συχνά χάνεται μέσα στον πανικό: τα ζώα δεν γεννήθηκαν αδέσποτα. Κάποιος τα εγκατέλειψε, κάποιος δεν τα στείρωσε, κάποιος δεν τα κατέγραψε, κάποιος δεν τα φρόντισε και κάποιοι αρμόδιοι δεν έκαναν εγκαίρως αυτό που έπρεπε.
Η αγέλη των περίπου 20 σκύλων που αναστατώνει περιοχές της Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς «ένα πρόβλημα με σκυλιά». Είναι πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας υγείας, διοίκησης και ευζωίας των ζώων. Και όσο το αντιμετωπίζουμε μόνο όταν εμφανίζεται μπροστά μας, με φόβο ή με αγανάκτηση, τόσο θα επανέρχεται.
Οι κάτοικοι έχουν δίκιο να ζητούν άμεσα μέτρα. Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από έναν ηλικιωμένο, έναν γονιό με παιδί, έναν εργαζόμενο που επιστρέφει νύχτα στο σπίτι του ή έναν διανομέα να «μην φοβάται», όταν μπροστά του έχει μια ομάδα μεγαλόσωμων ή αγχωμένων σκύλων που κινούνται ως αγέλη. Άλλο το ένα αδέσποτο ζώο που ζει σε μια γειτονιά και άλλο η δυναμική μιας ομάδας σκύλων, όπου το ένστικτο, ο ανταγωνισμός, ο φόβος και η προστασία της ομάδας μπορούν να αλλάξουν συμπεριφορές.
Αλλά και η εύκολη κραυγή «μαζέψτε τα» δεν λύνει τίποτα, αν δεν συνοδεύεται από νόμιμη, οργανωμένη και ανθρώπινη διαχείριση: περισυλλογή από εκπαιδευμένα συνεργεία, κτηνιατρικός έλεγχος, ηλεκτρονική σήμανση, εμβολιασμός, στείρωση, αξιολόγηση συμπεριφοράς, υιοθεσίες, ανάδοχοι και ασφαλής επανένταξη όπου επιτρέπεται. Όχι εξαφανίσεις. Όχι μετακινήσεις από δήμο σε δήμο. Όχι εγκλεισμός σε καταφύγια-αποθήκες ψυχών. Όχι δηλητήρια. Όχι θανατώσεις ως «λύση».
Τί κάνουμε όταν βρεθούμε απέναντι από αγέλη
Και επειδή το πρακτικό προηγείται του πολιτικού, ας πούμε καθαρά τι πρέπει να κάνει ένας πολίτης αν βρεθεί απέναντι σε αγέλη σκύλων.
Δεν τρέχουμε. Το τρέξιμο μπορεί να ενεργοποιήσει το ένστικτο καταδίωξης. Δεν φωνάζουμε, δεν ουρλιάζουμε, δεν κάνουμε απότομες κινήσεις με τα χέρια, δεν προσπαθούμε να χτυπήσουμε ή να διώξουμε τα ζώα κλωτσώντας. Δεν κοιτάμε επίμονα τα σκυλιά στα μάτια, γιατί σε αρκετές περιπτώσεις αυτό μπορεί να εκληφθεί ως πρόκληση. Στεκόμαστε όσο γίνεται ήρεμα, με το σώμα ελαφρά στο πλάι και όχι επιθετικά απέναντι. Αν χρειαστεί, μιλάμε με σταθερή, χαμηλή φωνή, με απλές λέξεις όπως «φύγε» ή «πίσω», χωρίς υστερία.
Αν έχουμε τσάντα, μπουφάν, ποδήλατο, σακίδιο ή οποιοδήποτε αντικείμενο, το κρατάμε ανάμεσα σε εμάς και τα ζώα ως φυσικό φράγμα. Δεν το κουνάμε σαν όπλο, εκτός αν υπάρχει άμεση επίθεση. Υποχωρούμε αργά, χωρίς να γυρίσουμε την πλάτη, προσπαθώντας να φτάσουμε σε είσοδο πολυκατοικίας, αυτοκίνητο, περίπτερο, κατάστημα, αυλή, στάση ή σημείο με κόσμο. Αν είμαστε με παιδί, δεν το αφήνουμε να τρέξει. Το κρατάμε κοντά μας και απομακρυνόμαστε αργά. Αν είμαστε με δικό μας σκύλο, δεν αφήνουμε το λουρί χαλαρό και δεν μπαίνουμε ανάμεσα στα ζώα με πανικό.
Αν υπάρξει δάγκωμα, το τραύμα πρέπει να πλυθεί αμέσως με άφθονο νερό και σαπούνι και να ζητηθεί ιατρική εκτίμηση, ιδίως αν το δάγκωμα είναι βαθύ, αν υπάρχει αιμορραγία, αν δεν γνωρίζουμε αν το ζώο είναι εμβολιασμένο ή αν ο τραυματισμένος δεν έχει πρόσφατη κάλυψη τετάνου. Και φυσικά το περιστατικό πρέπει να δηλωθεί στον δήμο και, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, στις αρμόδιες αρχές.
Αυτά, όμως, είναι οδηγίες επιβίωσης. Δεν είναι πολιτική λύση.
Αδέσποτα και Τοπική Αυτοδιοίκηση
Η πολιτική λύση περνά μέσα από την ευθύνη της Πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Και εδώ αρχίζει το μεγάλο μπέρδεμα, που δεν είναι καθόλου αθώο.
Για χρόνια, τα ζητήματα των ζώων συντροφιάς συνδέονταν θεσμικά με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσα από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και τη γενική λογική της διαχείρισης ζώων. Όταν ο Μάκης Βορίδης βρέθηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, το κέντρο βάρους μεταφέρθηκε στο ΥΠΕΣ, δηλαδή στο υπουργείο που έχει οργανική σχέση με τους δήμους. Η αρμοδιότητα των δήμων για την περισυλλογή και διαχείριση των αδέσποτων προϋπήρχε, αλλά με το νέο πλαίσιο η εποπτεία, ο συντονισμός, το μητρώο και το λεγόμενο πρόγραμμα «Άργος» δέθηκαν πιο καθαρά με το Υπουργείο Εσωτερικών και την Αυτοδιοίκηση.
Στα χαρτιά, το μοντέλο έμοιαζε λογικό. Οι δήμοι ξέρουν τις γειτονιές τους, βλέπουν το πρόβλημα καθημερινά, μπορούν να οργανώσουν σημεία σίτισης, περισυλλογές, στειρώσεις, υιοθεσίες, συνεργασίες με φιλοζωικά σωματεία και κτηνιάτρους. Στην πράξη, όμως, πολλοί δήμοι φωνάζουν εδώ και χρόνια ότι τους δόθηκε μια βαριά αρμοδιότητα χωρίς επαρκές προσωπικό, χωρίς επαρκείς υποδομές και χωρίς σταθερή χρηματοδότηση στο ύψος του πραγματικού προβλήματος.
Και εδώ βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος. Το κράτος λέει ότι υπάρχουν προγράμματα, κονδύλια, επιχορηγήσεις, πλατφόρμες, μητρώα και υποχρεώσεις. Οι δήμοι απαντούν ότι αυτά δεν φτάνουν, ότι οι ανάγκες είναι πολλαπλάσιες, ότι τα λειτουργικά έξοδα για αδέσποτα, καταφύγια, τροφές, φάρμακα, στειρώσεις και συμβάσεις με κτηνιάτρους είναι δυσβάστακτα. Και οι φιλοζωικές οργανώσεις καταγγέλλουν, συχνά με βίντεο και εικόνες, ότι σε ορισμένα καταφύγια οι συνθήκες είναι άθλιες: ζώα δεμένα, πεινασμένα, άρρωστα, παρατημένα, χωρίς καθαρό νερό, χωρίς σωστή περίθαλψη.
Το έχουμε δει ξανά. Καταφύγια που έκλεισαν μετά από καταγγελίες. Περιπτώσεις όπου η ίδια η αρμόδια κρατική δομή αναγκάστηκε να παρέμβει. Φιλοζωικές που φωνάζουν μήνες πριν ακουστεί η φωνή τους. Δήμοι που μεταφέρουν την ευθύνη στο κράτος. Κράτος που μεταφέρει την ευθύνη στους δήμους. Πολίτες που φοβούνται. Ζώα που υποφέρουν. Και στο τέλος, όλοι δηλώνουν «αναρμόδιοι» ενώ το πρόβλημα κυκλοφορεί στον δρόμο με τέσσερα πόδια.
Υπάρχει και το άλλο άκρο, ακόμη πιο επικίνδυνο. Η λογική ότι «όσα δεν υιοθετούνται, να θανατώνονται». Τέτοιες απόψεις έχουν κατά καιρούς προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις φιλοζωικών οργανώσεων, και δικαίως. Η ευθανασία δεν μπορεί να γίνεται διοικητικό εργαλείο εκκαθάρισης πληθυσμού. Η νομοθεσία μιλά για συγκεκριμένες περιπτώσεις, με κτηνιατρική κρίση και διαδικασίες. Δεν μιλά για μαζική απαλλαγή από μια ενοχλητική εικόνα.
Το πρόβλημα των αδέσποτων δεν λύνεται με θάνατο. Λύνεται πριν γεννηθούν νέα αδέσποτα. Με σήμανση, έλεγχο εγκαταλείψεων, στειρώσεις, αυστηρή εποπτεία εκτροφέων, υπεύθυνη ιδιοκτησία και πραγματικές κυρώσεις σε όσους πετούν ζώα σαν αντικείμενα. Λύνεται με δήμους που έχουν επιχειρησιακό σχέδιο και όχι μόνο δελτία Τύπου. Με καταφύγια προσωρινής φιλοξενίας και όχι ισόβιας αποθήκευσης. Με υιοθεσίες που παρακολουθούνται. Με φιλοζωικές που δεν αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικοί μάρτυρες, αλλά ως συνεργάτες ελέγχου.
Η κυβέρνηση, όταν επιχείρησε να επιβάλει υποχρεωτική στείρωση ή αποστολή γενετικού υλικού για τα δεσποζόμενα ζώα συντροφιάς, βρήκε απέναντί της όχι μόνο ιδιοκτήτες ζώων και κυνοφιλικούς φορείς, αλλά και τους ίδιους τους κτηνιάτρους. Ο Πανελλήνιος Κτηνιατρικός Σύλλογος είχε ζητήσει να μην επιβληθεί η υποχρεωτική στείρωση ή αποστολή DNA, εκφράζοντας επιστημονικές και θεσμικές αντιρρήσεις. Η συζήτηση αυτή άνοιξε ένα δύσκολο ερώτημα: πώς προστατεύεις την κοινωνία από τη διαρκή παραγωγή νέων αδέσποτων, χωρίς να μετατρέπεις την υπεύθυνη ιδιοκτησία σε οριζόντια τιμωρία;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε το «στειρώστε τα όλα χωρίς διάκριση» ούτε το «μην ελέγχετε τίποτα». Η απάντηση πρέπει να είναι σοβαρή, εφαρμόσιμη και ελεγχόμενη. Όχι άλλες εγκαταλείψεις χωρίς συνέπειες. Όχι γέννες σε αυλές, μαντριά και κυνηγετικές παρέες χωρίς καταγραφή. Όχι κουτάβια που καταλήγουν σε κάδους, χωράφια και δρόμους. Όχι ιδιοκτήτες που δηλώνουν φιλόζωοι μέχρι τη στιγμή που το ζώο αρρωσταίνει, γερνάει ή «δεν βολεύει».
Και οι αρμόδιοι πρέπει να πάψουν να παίζουν πινγκ πονγκ ευθυνών.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν αγαπάμε τους ανθρώπους ή τα ζώα.
Το ερώτημα είναι αν μπορούμε επιτέλους να έχουμε ένα κράτος που προστατεύει και τους ανθρώπους και τα ζώα, χωρίς να εγκαταλείπει κανέναν στον δρόμο.