Μια συνέντευξη που ξεκινά με ανθρώπινη ζεστασιά και καταλήγει σε μια βαθιά προειδοποίηση: η κλιματική κρίση δεν είναι μελλοντικό σενάριο. Είναι εδώ, επηρεάζει τις ζωές μας, τα δάση, τα νερά, τις πόλεις, τα ζώα, ακόμη και τον τρόπο που ακούμε τη σιωπή.
Υπάρχουν συνεντεύξεις που δεν εξαντλούνται στις απαντήσεις. Κρατούν κάτι από το βλέμμα, από τη μνήμη, από την προσωπική σχέση των ανθρώπων που συνομιλούν. Η συζήτηση μου με τον ακαδημαϊκό κ.Χρήστο Ζερεφό για την κλιματική αλλαγή, τον καύσωνα που δοκιμάζει την Ευρώπη και το ενδεχόμενο να φτάσει η ίδια θερμική πίεση στην Ελλάδα, ήταν ακριβώς μια τέτοια συνέντευξη.
Ξεκίνησε σχεδόν τρυφερά. Με μια συγγνώμη για το ξύσιμο στο πηγούνι, με τη χαρά της δια ζώσης συνάντησης έπειτα από καιρό, με την αμοιβαία παραδοχή ότι οι δυο μας γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και μπορούν πλέον να μιλούν στον ενικό.
«Χρήστο με λένε, με βαφτίσανε», είπε ο ακαδημαϊκός.
Και από εκεί, από την οικειότητα δύο ανθρώπων που έχουν διανύσει κοινές δημοσιογραφικές και δημόσιες στιγμές, η κουβέντα πέρασε στα μεγάλα και δύσκολα: στον καύσωνα, στην Ανθρωπόκαινο περίοδο, στο νερό που λιγοστεύει, στα δάση που δυσκολεύονται να αναγεννηθούν, στους πολέμους που προσθέτουν καταστροφή στην καταστροφή.
Και στο τέλος, αναπάντεχα αλλά απολύτως ταιριαστά, στον Ερίκ Σατί, στο πιάνο, στη μουσική και στη σιωπή.
Θα έρθει στην Ελλάδα ο καύσωνας της Δυτικής Ευρώπης;
Το πρώτο ερώτημα ήταν αυτό που απασχολεί τους πάντες: μπορεί η καυστική θεομηνία που πλήττει περιοχές της Δυτικής Ευρώπης να φτάσει και στην Ελλάδα;
Ο Χρήστος Ζερεφός δεν δραματοποίησε. Αλλά ούτε καθησύχασε απολύτως.
«Πολύ δύσκολα σε αυτή τη φάση», είπε, αναφερόμενος στο άμεσο ενδεχόμενο μεταφοράς αυτού του κύματος καύσωνα στη χώρα μας.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μένει εκτός κινδύνου. Ο ίδιος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν θερμικές εισβολές μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού.
«Μετά τον Ιούλιο δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα», σημείωσε. Και όταν ρωτήθηκε αν μπορεί να υπάρξει θερμική εισβολή μέσα στον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, η απάντησή του ήταν καθαρή: «Ασφαλώς. Και μία και δύο».
Η φράση αυτή είναι ίσως από τις πιο κρίσιμες της συνέντευξης. Δεν μιλά για βεβαιότητα. Μιλά όμως για πιθανότητα που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Για ένα καλοκαίρι που μπορεί να ξεκίνησε σχετικά πιο ήπια για την Ελλάδα, αλλά δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη.
Το 2003, ο Ιούνιος του 2026 και το κακό καμπανάκι της φύσης
Ο ακαδημαϊκός συνέδεσε τη σημερινή εικόνα στη Δυτική Ευρώπη με τον εφιαλτικό καύσωνα του 2003. Τότε, Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία είχαν βρεθεί αντιμέτωπες με ένα κύμα θερμότητας που άφησε πίσω του δεκάδες χιλιάδες θύματα, κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους.
Η διαφορά, όπως εξήγησε, είναι κρίσιμη.
Το 2003 ο καύσωνας κράτησε περίπου δέκα ημέρες και σημειώθηκε τον Αύγουστο. Τώρα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει φαινόμενο ανάλογης βαρύτητας μέσα στον Ιούνιο.
«Αυτό είναι ένα από τα κακά καμπανάκια που μας χτυπάει η φύση», είπε.
Η μετατόπιση των ακραίων θερμικών επεισοδίων νωρίτερα μέσα στο καλοκαίρι είναι από μόνη της ανησυχητική. Δεν πρόκειται μόνο για το πόσο υψηλές είναι οι θερμοκρασίες, αλλά και για το πότε εμφανίζονται, πόσο διαρκούν, ποιους πληθυσμούς βρίσκουν απροετοίμαστους και σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα οικοσυστήματα όταν τις δέχονται.
Το 2003 υπήρξαν πολλοί νεκροί, διότι ο καύσωνας συνέπεσε με τον Αύγουστο, μήνα διακοπών για την Ευρώπη. Πολλοί ηλικιωμένοι έμειναν μόνοι στα σπίτια τους, χωρίς την οικογενειακή υποστήριξη που θα μπορούσε να αποδειχθεί σωτήρια.
Σήμερα, εξήγησε ο Χρήστος Ζερεφός, οι κοινωνίες είναι πιο προετοιμασμένες. Υπάρχει καλύτερη ενημέρωση, περισσότερα προληπτικά μέτρα, μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για την προστασία της υγείας των ευάλωτων ομάδων.
Αλλά το πρόβλημα δεν έχει λυθεί. Απλώς το γνωρίζουμε καλύτερα.
Η Ελλάδα και ο καύσωνας του 1987
Η συζήτηση αναπόφευκτα γύρισε στην Ελλάδα και στον μεγάλο καύσωνα του 1987. Ήταν η πρώτη φορά που η χώρα βίωσε με τέτοιο τρόπο ένα ακραίο θερμικό γεγονός, με δραματικές συνέπειες.
Ο Χρήστος Ζερεφός μου θύμισε ότι ήμουν από τους πρώτους δημοσιογράφους που είχαν καλύψει εκείνη την περίοδο μαζί του. Ο καύσωνας του 1987 δεν ήταν απλώς ένα ακραίο μετεωρολογικό επεισόδιο. Ήταν, κατά τον ίδιο, μια πρώτη μεγάλη εμφάνιση αυτού που σήμερα περιγράφουμε ως καύσωνα της Ανθρωπόκαινου περιόδου.
«Η Ανθρωπόκαινος περίοδος είναι αυτή που ζούμε τώρα», είπε. «Είναι η περίοδος στην οποία ο άνθρωπος πέτυχε, κακώς βέβαια, να ανταγωνίζεται τη φύση».
Αυτή η φράση συνοψίζει ολόκληρη την προβληματική της κλιματικής κρίσης. Ο άνθρωπος δεν είναι πια απλός παρατηρητής των φυσικών διεργασιών. Έχει γίνει παράγοντας που τις επηρεάζει. Παράγει αέρια του θερμοκηπίου, τα οποία δεν επιτρέπουν στη Γη να ψυχθεί φυσιολογικά προς το διάστημα.
Έτσι, η υπερθέρμανση δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Και οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται στην ατμόσφαιρα.
Δεν είναι μόνο η ατμόσφαιρα. Είναι και η θάλασσα
Ο Χρήστος Ζερεφός στάθηκε ιδιαίτερα στη θάλασσα. Γιατί, όπως εξήγησε, όταν μιλάμε για υπερθέρμανση, δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο τον αέρα.
«Δεν είναι μόνο η ατμόσφαιρα. Είναι η θάλασσα εκείνη που θα αποφασίσει αν θα έχουμε φαινόμενα τύπου Daniel ή άλλου είδους θερμική διαταραχή», είπε.
Η αναφορά στον Daniel δεν ήταν τυχαία. Το 2023 η Ελλάδα βίωσε μια καταστροφική κακοκαιρία που άφησε βαθύ αποτύπωμα. Και ο καθηγητής υπενθύμισε ότι οι θερμές θάλασσες μπορούν να λειτουργήσουν ως τεράστιες αποθήκες ενέργειας, επηρεάζοντας την ένταση και τη συμπεριφορά ακραίων καιρικών φαινομένων.
Από το 1987 και μετά, η Ελλάδα γνώρισε επαναλαμβανόμενα κύματα καύσωνα. Το 2007, αλλά και τα καλοκαίρια των τελευταίων ετών, κυρίως από το 2021 και μετά, μπήκαν σε μια αλυσίδα ακραίων θερμικών επεισοδίων. Το 2023 έφερε τον Daniel. Το 2024 και το 2025 συνέχισαν να επιβεβαιώνουν ότι οι εποχές δεν λειτουργούν πια όπως τις γνωρίζαμε.
Το φετινό καλοκαίρι, είπε ο Χρήστος Ζερεφός, είχε για την Ελλάδα μια από τις πιο ήπιες εισόδους στη θερινή περίοδο. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί εγγύηση για τη συνέχεια.
Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος παραμένουν ανοιχτοί.
Ο πόλεμος ως επιταχυντής καταστροφής
Η συνέντευξη δεν έμεινε μόνο στον καιρό. Του έθεσα ένα ερώτημα που συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο: πόσο επηρεάζουν οι πόλεμοι την κλιματική αλλαγή;
Εκρήξεις, καταστροφές, καύσεις, αέρια, μετακινήσεις πληθυσμών, κατεστραμμένες υποδομές, τοξικά κατάλοιπα. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο ανθρώπινη τραγωδία. Είναι και οικολογική καταστροφή.
Η απάντηση του Χρήστου Ζερεφού ήταν ξεκάθαρη.
«Ο πόλεμος είναι ένας παράγοντας εντελώς ενισχυτικός στην καταστροφή».
Η καταστροφή του πολέμου φαίνεται αμέσως. Φαίνεται στα κτίρια που γκρεμίζονται, στις φωτιές, στους νεκρούς, στους τραυματίες, στους πρόσφυγες, στις πόλεις που μετατρέπονται σε εικόνες Αποκάλυψης.
Η καταστροφή όμως της φύσης από την υπερθέρμανση λειτουργεί διαφορετικά. Είναι πιο αργή, πιο υπόκωφη, πιο υπόγεια. Δεν εμφανίζεται πάντα με μια έκρηξη. Μπορεί να εμφανιστεί ως ξήρανση του εδάφους, ως απώλεια βιοποικιλότητας, ως αποδυνάμωση δασών, ως εξάντληση υδάτινων αποθεμάτων.
«Αποστειρώνει κατά κάποιο τρόπο τη φύση», είπε ο ακαδημαϊκός.
Και αυτή ίσως είναι μια από τις πιο σκληρές εικόνες της συνέντευξης. Μια φύση που δεν καίγεται μόνο θεαματικά. Μια φύση που αδειάζει, που χάνει τη δύναμή της, που παύει να αναγεννάται.
Τα δάση που μετά τη φωτιά δυσκολεύονται να επιστρέψουν
Η λειψυδρία, σε συνδυασμό με τους καύσωνες, δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στα οικοσυστήματα. Ιδιαίτερα στα δασικά οικοσυστήματα.
Ο Χρήστος Ζερεφός προειδοποίησε ότι χωρίς προστασία των δασών, μετά από μια πυρκαγιά η αναγέννηση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.
«Χωρίς την περιφρούρηση των δασικών οικοσυστημάτων, πρακτικά μετά από πυρκαγιά σε ένα δάσος, το δάσος πολύ δύσκολα μπορεί να αναγεννηθεί», είπε.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλά τι σημαίνει αυτό. Κάθε καλοκαίρι η χώρα ζει με τον φόβο της φωτιάς. Όταν όμως οι φωτιές συναντούν παρατεταμένη ξηρασία, εξαντλημένα εδάφη και υψηλές θερμοκρασίες, η επόμενη ημέρα δεν είναι απλώς δύσκολη. Μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη.
Δεν καίγονται μόνο δέντρα. Καίγονται συστήματα ζωής. Χώμα, μικροοργανισμοί, φωλιές, σκιά, υγρασία, τροφή, ισορροπίες που χρειάστηκαν δεκαετίες για να δημιουργηθούν.
Και όταν αυτά χαθούν, η φύση δεν επιστρέφει με ένα σύνθημα. Θέλει χρόνο, νερό, προστασία και κυρίως να μη δεχθεί δεύτερο χτύπημα.
Όταν τα άγρια ζώα μπαίνουν στις πόλεις
Σε αυτό το σημείο η συζήτηση άγγιξε και μια εικόνα που τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και συχνότερα: άγρια ζώα μέσα στον αστικό ιστό. Αγριογούρουνα, αλεπούδες και άλλα είδη που αναζητούν τροφή, νερό και ασφαλές καταφύγιο.
Ο Χρήστος Ζερεφός το περιέγραψε με μια φράση που δείχνει το παράδοξο της εποχής μας.
Τα ζώα πάνε προς τον άνθρωπο για να σωθούν από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Είναι οξύμωρο, αλλά είναι αλήθεια. Ο άνθρωπος καταστρέφει ή περιορίζει τους φυσικούς τους χώρους και μετά τα βλέπει να εμφανίζονται δίπλα του, σε δρόμους, αυλές, προάστια και πόλεις.
Δεν πρόκειται για «εισβολή» της άγριας ζωής στις πόλεις. Πρόκειται για υποχώρηση της φύσης υπό πίεση. Για ζώα που σπρώχνονται έξω από τα οικοσυστήματά τους, επειδή αυτά έχουν αλλοιωθεί, καεί, στεγνώσει ή κατακερματιστεί.
Το νερό ως υπέρτατο αγαθό της νέας εποχής
Από όλα τα ζητήματα που τέθηκαν, το νερό ίσως είναι το πιο υπαρξιακό.
«Το νερό είναι βασικό αγαθό για να υπάρχουν φυσικά συστήματα, για να υπάρχουν οικοσυστήματα και για να υπάρχουν και άνθρωποι», είπε ο Χρήστος Ζερεφός.
Η μείωση των υδάτινων αποθεμάτων δεν αφορά μόνο μακρινές περιοχές. Αφορά την Αφρική, τη Νότια Ευρώπη, τη Μεσόγειο και φυσικά την Ελλάδα. Η ανατολική πλευρά της χώρας αντιμετωπίζει ήδη ιδιαίτερες πιέσεις. Και όσο οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, τόσο οι ανάγκες αυξάνονται και τα αποθέματα πιέζονται.
Η αφαλάτωση μπορεί να είναι μέρος της λύσης. Ο καθηγητής αναφέρθηκε στην Αραβική Χερσόνησο και στην Κύπρο, όπου η αφαλάτωση αποτελεί αναγκαία επιλογή. Όμως προειδοποίησε ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνεται χωρίς μέτρο.
«Το παν μέτρον άριστον είναι εκ των ων ουκ άνευ», είπε. «Δεν μπορεί να κάνει κανείς καμία θεραπευτική αγωγή αν δεν τηρήσει σωστά το μέτρο».
Η φράση του δεν αφορά μόνο την αφαλάτωση. Αφορά ολόκληρη την περιβαλλοντική πολιτική. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Υπάρχουν συνδυασμοί μέτρων, σωστή διαχείριση, εξοικονόμηση, πρόληψη, τεχνολογία, αλλά και αλλαγή νοοτροπίας.
Και κυρίως υπάρχει η ανάγκη να σταματήσουμε να συμπεριφερόμαστε στο νερό σαν να είναι ανεξάντλητο.
Να μη βάζουμε μόνοι μας τις φωτιές που μπορούμε να αποφύγουμε
Μέσα σε όλα αυτά, ο Χρήστος Ζερεφός έστειλε και ένα απολύτως πρακτικό μήνυμα. Να μη βάζουμε μόνοι μας πυρκαγιές όταν μπορούμε να τις αποφύγουμε.
Ακούγεται αυτονόητο. Δεν είναι.
Κάθε καλοκαίρι, αμέλεια, κακές πρακτικές, απροσεξία, ανεξέλεγκτες εργασίες, καύσεις και ανθρώπινη ανευθυνότητα δημιουργούν συνθήκες καταστροφής. Σε μια εποχή κλιματικής κρίσης, η ίδια σπίθα έχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από ό,τι στο παρελθόν.
Η πρόληψη δεν είναι απλώς διοικητική υποχρέωση. Είναι πολιτισμός επιβίωσης.
Ο Σατί, η σιωπή και η «Σιωπηλή Άνοιξη»
Το τέλος της συνέντευξης ήταν απρόσμενα προσωπικό. Ρώτησα τον Χρήστο Ζερεφό ποιο κλασικό έργο θα έπαιζε στο πιάνο, αν καθόταν τώρα μπροστά στα πλήκτρα, μέσα σε αυτές τις συνθήκες: πολέμους, καύσωνες, οικολογική αγωνία, παγκόσμια ανησυχία.
Η απάντηση ήταν ο Ερίκ Σατί.
«Μπορεί να διάλεγα κάποια από τις Γυμνοπαιδίες του», είπε, «γιατί εκεί μέσα έχει τον πόνο της σιωπής».
Και εκεί η συνέντευξη άλλαξε επίπεδο. Γιατί ο Χρήστος Ζερεφός πέρασε από τη μουσική στη φύση. Από την παύση της τέχνης στη σιωπή των οικοσυστημάτων.
Στη μουσική, η σιωπή μπορεί να είναι βαθιά. Μπορεί να είναι αναπνοή. Μπορεί να είναι μέρος της ομορφιάς. Στην ποίηση και στην τέχνη, η παύση έχει νόημα.
Στη φύση, όμως, η σιωπή είναι προειδοποίηση.
Ο ακαδημαϊκός θύμισε τη Ρέιτσελ Κάρσον και το εμβληματικό βιβλίο της «Σιωπηλή Άνοιξη», που από τη δεκαετία του ’60 προσπάθησε να αφυπνίσει την ανθρωπότητα για την οικολογική καταστροφή.
Η «Σιωπηλή Άνοιξη» δεν ήταν απλώς ένας τίτλος. Ήταν εικόνα ενός κόσμου όπου τα πουλιά δεν κελαηδούν, όπου η ζωή έχει υποχωρήσει, όπου η φύση μοιάζει παρούσα αλλά έχει χάσει τη φωνή της.
«Η σιωπηλή άνοιξη με ανησυχεί», είπε ο Χρήστος Ζερεφός.
Και συνέδεσε αυτή την ανησυχία με τις σιωπές του Σατί. Με εκείνη τη μελαγχολία που υπάρχει στις Γυμνοπαιδίες, με τον πόνο που δεν φωνάζει αλλά υπάρχει.
Μια συνέντευξη που δεν ήταν μόνο για τον καιρό
Η συζήτηση μου με τον Χρήστο Ζερεφό δεν ήταν μια ακόμη συνέντευξη για τον καύσωνα. Ήταν μια συνομιλία για τον τρόπο που αλλάζει ο κόσμος. Δεν μίλησε με πανικό. Μίλησε με γνώση, μνήμη και μέτρο. Αυτό ίσως κάνει την προειδοποίησή του ακόμη πιο ισχυρή.
Γιατί η φύση, όπως είπε με τον τρόπο του, χτυπά ήδη τα καμπανάκια. Το ερώτημα είναι αν εμείς τα ακούμε.