Στις τελευταίες στιγμές της ζωής του αδελφού του, Βάιου Βλάχου, στις σοβαρές ελλείψεις του σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά και στις καταγγελίες για αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας αναφέρθηκε ο Βαγγέλης Βλάχος, κατά την κατάθεσή του στην 46η συνεδρίαση της δίκης για τα Τέμπη, η οποία πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου.
Όπως αναφέρει το onlarissa.gr, ο ίδιος υποστήριξε ότι οι αρμόδιοι γνώριζαν εδώ και χρόνια τα προβλήματα ασφαλείας στον ελληνικό σιδηρόδρομο, χωρίς να έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Παράλληλα, περιέγραψε την προσωπική έρευνα που ξεκίνησε η οικογένειά του μετά τον θάνατο του Βάιου, αναζητώντας απαντήσεις τόσο για τις συνθήκες της σύγκρουσης όσο και για όσα ακολούθησαν.
Στο εδώλιο της διαδικασίας βρισκόταν ο κατηγορούμενος Σπυρίδων Πατέρας.
Ο Βαγγέλης Βλάχος ξεκίνησε την κατάθεσή του μιλώντας για τη στενή σχέση που είχε με τον μικρότερο αδελφό του και τα χρόνια που πέρασαν μαζί, από την παιδική τους ηλικία μέχρι τις σπουδές τους.
«Ο Βάιος ήταν ο μικρός μου αδελφός. Μεγάλωσα μαζί του στο ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια παιχνίδια. Μεγαλώσαμε μαζί, σπουδάσαμε μαζί», ανέφερε στην έδρα.
Στη συνέχεια θυμήθηκε την τελευταία επικοινωνία τους, όταν ο Βάιος τού είχε μιλήσει με ενθουσιασμό για την επαγγελματική του δραστηριότητα σε τεχνική εταιρεία και την προοπτική να ασχοληθεί με την πιστοποίηση βαγονιών.
«Πρέπει να αλλάξει η ασφάλεια. Ο αδελφός μου αυτό έκανε και αυτό τον έκανε χαρούμενο, αλλά από αυτό χάθηκε», είπε.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η αναφορά του στον γιο του, ο οποίος είχε μεγάλη αδυναμία στον θείο του και δεν πρόλαβε να τον αποχαιρετήσει.
«Ο γιος μου τον λάτρευε τον Βάιο, αλλά δεν μπόρεσε να τον ξαναδεί. Πήγαμε ένα κλειστό φέρετρο», κατέθεσε, εξηγώντας ότι μετά την τραγωδία η οικογένεια αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής της στην προσπάθεια να διαλευκάνει τις συνθήκες του δυστυχήματος.
Η αναζήτηση του Βάιου τις ώρες μετά τη σύγκρουση
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει την τελευταία διαδρομή του αδελφού του, αξιοποιώντας βιντεοληπτικό υλικό και άλλες καταγραφές. Σύμφωνα με όσα παρουσίασε στο δικαστήριο, ο Βάιος είχε φτάσει στον Σταθμό Λαρίσης στην Αθήνα, όπου παρέμεινε για περίπου μισή ώρα. Αργότερα, κάμερα ασφαλείας τον κατέγραψε στο Παλαιοφάρσαλο.
Εκεί, όπως περιέγραψε, ο αδελφός του εμφανιζόταν ενοχλημένος από την καθυστέρηση του δρομολογίου, είχε αποβιβαστεί από το τρένο και συζητούσε με άλλους επιβάτες.
Με αφορμή το συγκεκριμένο περιστατικό, ο Βαγγέλης Βλάχος αναφέρθηκε στις συνθήκες λειτουργίας του σιδηροδρόμου, υποστηρίζοντας ότι τα προβλήματα ήταν γνωστά και δεν αντιμετωπίζονταν με τα αναγκαία μέτρα προστασίας.
«Δεν πήραν κανένα μέτρο σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες για να εξασφαλίσουν την ασφάλεια. Πάλι πήγαιναν με 160-170. Υπήρχε μια ανασφαλής κανονικότητα καθημερινά, όχι μόνο εκείνη την ημέρα», ανέφερε.
Ειδική αναφορά έκανε και στις συνομιλίες των εμπλεκομένων που έχουν καταγραφεί, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά του για όσα άκουσε.
«Τα άκουσα όλα αυτά τα ηχητικά. Είναι ντροπιαστικά. Δεν υπήρχε καμία σοβαρή επικοινωνία. Ήταν διαρκές και προδιαγεγραμμένο το έγκλημα των Τεμπών», τόνισε.
Περιγράφοντας τις ώρες που ακολούθησαν τη σύγκρουση, ο μάρτυρας εξήγησε ότι βρισκόταν στο εξωτερικό όταν ενημερώθηκε για το δυστύχημα. Το πρώτο τηλεφώνημα από τον πατέρα του, μέσω βιντεοκλήσης, τον έκανε να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης.
«Θυμάμαι το πρώτο τηλεφώνημα του πατέρα μου με βιντεοκλήση. Εκεί κατάλαβα πως δεν ήταν καλά τα πράγματα. Μου εξήγησε τι είχε γίνει με τον αδελφό μου. Ο γιος μου μόλις άκουσε άρχισε να ουρλιάζει», είπε.
Όπως περιέγραψε, παρακολουθούσε τις τηλεοπτικές εικόνες από την απομάκρυνση των επιβατών με λεωφορεία, ελπίζοντας να εντοπίσει τον αδελφό του ανάμεσά τους, ενώ προσπαθούσε επανειλημμένα να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς αποτέλεσμα.
Ο πατέρας τους είχε μεταβεί στο νοσοκομείο, όπου έφταναν πλέον και νεκροί από το σημείο της σύγκρουσης. Ο ίδιος ανέλαβε να παρακολουθεί τις σορούς, προκειμένου να αναγνωρίσει τον γιο του.
«Έπαιρνα με αγωνία σε όλα τα νοσοκομεία για να βρω τον Βάιο. Ο πατέρας μου μου είπε πως θα κάτσει εκεί να βλέπει τους σάκους για να αναγνωρίσει τον σωματότυπο του Βάιου. Εμένα μου ζήτησε να ψάχνω και από τότε αυτό κάνω για τον αδελφό μου», κατέθεσε.
Μάλιστα, θυμήθηκε ότι κάποια στιγμή έφτασε σε εκείνον η πληροφορία πως ένας άνδρας με το όνομα Βάιος νοσηλευόταν σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης και είχε πάρει εξιτήριο. Τελικά, επρόκειτο για διαφορετικό πρόσωπο, από τα Τρίκαλα.
Ο Βαγγέλης Βλάχος χρειάστηκε τρεις ημέρες για να επιστρέψει από το εξωτερικό και να βρεθεί στην κηδεία του αδελφού του. Οι φωτογραφίες από την ιατροδικαστική εξέταση ήταν οι επόμενες εικόνες του Βάιου που αντίκρισε.
«Είδαμε τις φωτογραφίες, έφριξα. Δεν μπορώ να το δεχθώ, είναι πολύ άδικο αυτό», ανέφερε.
Οι καταγγελίες για αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας
Μεγάλο μέρος της κατάθεσης επικεντρώθηκε στις παρεμβάσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, έγιναν στον τόπο της σύγκρουσης τις πρώτες ημέρες μετά το δυστύχημα. Ο μάρτυρας έκανε λόγο για οργανωμένη προσπάθεια αλλοίωσης του χώρου και απομάκρυνσης κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
«Όταν εμείς μαθαίναμε, είχαν ήδη συναντηθεί, είχαν ήδη αποφασίσει για το πώς θα δράσουν για να αλλοιώσουν όλο τον χώρο και τα στοιχεία», υποστήριξε, ζητώντας να διευκρινιστεί τι είχε αποφασιστεί στις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν εκείνες τις ημέρες.
Αναφερόμενος στην πρώτη φορά που επισκέφθηκε το σημείο, περιέγραψε την εικόνα που αντίκρισε ως εντελώς διαφορετική από εκείνη που είχε σχηματίσει μέσα από τις φωτογραφίες και τα βίντεο.
«Με το που παρκάραμε στον χώρο ένιωθα πως είμαι σε όνειρο. Βλέπω τον χώρο αγνώριστο. Μου βγήκε θυμός, άρχισα να κλαίω, να βρίζω και να ρωτάω ποιος το έκανε αυτό», είπε.
Σύμφωνα με την περιγραφή του, αστυνομικός που βρισκόταν στο σημείο τού μετέφερε ότι ένας άνδρας, τον οποίο περιέγραψε ως «ένας ψηλός με μουστάκι», είχε δώσει εντολή να έχει καθαριστεί πλήρως ο χώρος μέχρι την Κυριακή.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά από αυτή την πληροφορία ξεκίνησε μαζί με την οικογένειά του την αναζήτηση των χωμάτων που είχαν απομακρυνθεί. Για τον σκοπό αυτό συνέκριναν φωτογραφίες και βίντεο από διαφορετικές χρονικές στιγμές, ενώ έφτασαν να αναζητούν υλικά ακόμη και σε αμμορυχεία. Όπως είπε, τα ευρήματα και τις σχετικές πληροφορίες τα διαβίβασαν στον ειδικό εφέτη ανακριτή, Σωτήρη Μπακαΐμη.
Στην κατάθεσή του αναφέρθηκε ακόμη στην επίσκεψη που πραγματοποίησε με τη μητέρα του στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών, δύο ημέρες μετά την κηδεία. Εκεί, όπως περιέγραψε, υπήρχε έντονη μυρωδιά λάσπης και υγρασίας, ενώ η μητέρα του αναγνώρισε μια τσάντα που ανήκε στη σύντροφο του Βάιου.
Παράλληλα, εξέφρασε την ενόχλησή του για τις διαρροές στοιχείων της δικογραφίας, σημειώνοντας ότι επιβαρύνουν ψυχολογικά τις οικογένειες των θυμάτων.
«Έχουμε ανθρώπους που έχουν πρόσβαση στη δικογραφία και διαρρέουν στοιχεία καθημερινά και μας προκαλεί ακόμη περισσότερο πόνο. Έχουμε σεβαστεί τη διαδικασία», ανέφερε.
Οι προειδοποιήσεις για την ασφάλεια του σιδηροδρόμου
Ο Βαγγέλης Βλάχος επέμεινε ότι οι ελλείψεις στο σιδηροδρομικό δίκτυο δεν ήταν άγνωστες στους αρμόδιους, καθώς, όπως υποστήριξε, είχαν προηγηθεί επανειλημμένες προειδοποιήσεις από εργαζομένους και στελέχη που γνώριζαν την κατάσταση.
«Είναι βέβαιο πως όλοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν γι’ αυτή την κατάσταση. Ήξεραν για τις ελλείψεις. Δεν ήταν μόνο τα εξώδικα. Είχαν ενημερωθεί από ανθρώπους σε σημαντικές θέσεις και τους είχαν προειδοποιήσει για το τι θα ακολουθούσε», υποστήριξε.
Επιπλέον, έκανε λόγο για παραπληροφόρηση μετά την τραγωδία, αναφερόμενος ειδικότερα στην εμφάνιση του κ. Στουρνάρα ως επιβάτη, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, αποσκοπούσε στην παρουσίαση μιας εικόνας ασφαλούς σιδηροδρομικής λειτουργίας.
Αμφισβήτησε επίσης την παρουσίαση του τοπικού πίνακα κυκλοφορίας της Λάρισας ως συστήματος τηλεδιοίκησης, ενώ στάθηκε στην ταχύτητα με την οποία προχώρησαν έργα και παρεμβάσεις μετά το δυστύχημα.
«Αμέσως μετά τα Τέμπη, μέσα σε έξι μήνες, έκαναν όλα όσα δεν είχαν κάνει τα προηγούμενα έξι χρόνια. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν αυτό και δεν το είχαν κάνει νωρίτερα; Θα είχαν προλάβει την τραγωδία», είπε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πριν από τη σύγκρουση υπήρχαν πιέσεις για την εκτέλεση μεγάλου αριθμού δρομολογίων, ακόμη και με υψηλές ταχύτητες, παρά τις ελλείψεις στις υποδομές και στα συστήματα ασφαλείας.
Η φωτιά και η πυρόσφαιρα μετά τη σύγκρουση
Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο μάρτυρας στη φωτιά και την πυρόσφαιρα που εκδηλώθηκαν μετά τη σύγκρουση, καθώς ο αδελφός του ήταν μεταξύ των θυμάτων που απανθρακώθηκαν.
Όπως εξήγησε, η σορός του Βάιου εντοπίστηκε σε στάση πυγμάχου, γεγονός που είχε δημιουργήσει στην οικογένεια ερωτήματα σχετικά με το αν ήταν ακόμη ζωντανός όταν ξέσπασε η φωτιά.
«Το ζήτημα της φωτιάς και της πυρόσφαιρας μάς απασχόλησε από την αρχή. Δεν είμαι ειδικός σε αυτό. Απαιτώ απαντήσεις γι’ αυτό», σημείωσε.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η εκδοχή που συνδέει την πυρόσφαιρα με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο τον καλύπτει ως προς την εξήγηση του φαινομένου.
«Εμένα σήμερα με πείθει η επίσημη εκδοχή με τα έλαια σιλικόνης και το ηλεκτρικό τόξο. Αυτό μου δίνει τις απαντήσεις που χρειάζομαι. Ας το θεωρήσουμε δεδομένο και ας αναζητήσουμε ευθύνες», ανέφερε.
Ωστόσο, ζήτησε να εξεταστούν συνολικά οι παράμετροι πυρασφάλειας των τρένων και όχι μόνο η συμπεριφορά των καθισμάτων σε περίπτωση φωτιάς, καθώς, όπως υποστήριξε, η προστασία των επιβατών απαιτεί μια ευρύτερη διερεύνηση.
Κλείνοντας την κατάθεσή του, ο Βαγγέλης Βλάχος ζήτησε να αποδοθούν ευθύνες σε όσους αποδειχθεί ότι συνέβαλαν στον θάνατο του αδελφού του, αλλά και να υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στην ασφάλεια του σιδηροδρόμου, ώστε να μην επαναληφθεί μια αντίστοιχη τραγωδία.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν επιδιώκει την καταδίκη προσώπων χωρίς αποδείξεις, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη του στη δικαστική κρίση.
«Να υπάρξει δικαιοσύνη και να αλλάξει η ανασφάλεια των σιδηροδρόμων. Να καταδικαστούν όσοι φταίνε για τον θάνατο του αδελφού μου. Να μην καταδικαστεί κανείς που είναι αθώος. Έχω εμπιστοσύνη στο δικαστήριό σας», ήταν τα λόγια με τα οποία ολοκλήρωσε την κατάθεσή του.